Διαβάζοντας αποσπασματικά το βιβλίο “Αγριος Αιώνας, η βαρβαρότητα επιστρέφει ” όπου η συγγραφέας Therese  Delpech περιγράφει τα αίτια της αστάθειας του σύγχρονου κόσμου, την όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση του ανθρώπου από τις τεχνολογίες, τη στιγμή που ο ψυχισμός παραμένει αυτό που ήταν πάντα, εξαιρετικά ευάλωτος , ο νους μου έκανε κύκλους γύρω από τα χρόνια που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο. Τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, για τα οποία πολλοί ήταν αυτοί που πάλεψαν και συνέχισαν να παλεύουν, ακόμη κι όταν ήξεραν ότι ήδη έχουν προδοθεί. Όπως πολλοί ήταν αυτοί που πίστεψαν στις αξίες – ηθικές και πανανθρώπινες αξίες –  που είχαν κάθε ευκαιρία να ριζώσουν σε τούτο τον τόπο, όπως ακριβώς ριζώνουν τα αειθαλή δένδρα. Και μένουν εκεί στα χωράφια, στα πάρκα, στα πεζοδρόμια για να θυμίζουν ότι η ζωή του ανθρώπου είναι πολυδαίδαλη σαν τις ρίζες των δένδρων.

πολυτεχνειο κοριτσακι

θα γραφτούν πάλι πολλά, όπως άλλωστε κάθε χρόνο. Θα ακουστεί το γνωστό ‘Ημουν κι εγώ εκεί”, παρ ότι δεν ήταν, γιατί μέσα στο Πολυτεχνείο βρέθηκαν μια χούφτα αποφασισμένοι και θαρραλέοι άνθρωποι. Οι υπόλοιποι, κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια τους, φοβισμένοι ή συμβιβασμένοι με τα καθεστώτα. Ας είμαστε ειλικρινείς. Πολλές φορές εκ των υστέρων λαχταράμε να κλέψουμε την αίγλη των άλλων. Σήμερα, βεβαίως, το κλίμα είναι αβανταδόρικο για πολλά. Η νεο-τρομοκρατία, οι εξαγριωμένοι νεολαίοι, τα  πιθανά νέα Πολυτεχνεία, η δίχως έλεος κρίση της μεσαίας τάξης, οι ανίκανες, με δεκανία κινούμενες κυβερνήσεις, οι συστημικές τράπεζες, τα κόκκινα, πράσινα και γαλάζια δάνεια,  θα δώσουν τροφή για συσχετισμούς και γι’ απολογισμούς, για λάθη και παραλείψεις. Η επέτειος του Πολυτεχνείου, η κλασσική υπόθεση του ασύλου, η αστυνομική βία, οι άνωθεν εντολές,  όλα δημιουργούν σκηνικό αλλεπάλληλων εκρήξεων. Θα βγουν ξανά ταγοί στα μικρόφωνα. Θα παρελάσουν σαν μαριονέτες ενώπιον νεκρών και ζωντανών. Θα ψελλίσουν ότι κάνουν το καθήκον τους ή ότι μπορούν να αναποδογυρίσουν το σύμπαν. Αλλά κανείς δεν θα μετρήσει τα δικά του τα λάθη, τη δική του αρνητική διείσδυση στη συμπεριφορά της κοινωνίας. Και για να μην εκπλαγούμε, ας προετοιμαστούμε : Θα υπάρξουν  και αυτοί που με τη συνήθη απαξιωτική χειρονομία θα σβήσουν όλα τα χρόνια που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο, ίσως γιατί ήδη έχουν κάνει τους συμψηφισμούς τους και σήμερα επιπλέουν σαν καρυδότσουφλα στη λίμνη της συνειδησιακής σιωπής.

Στη Μεταπολίτευση, λοιπόν, θα ήθελα να αφιερώσω ένα ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη που γράφτηκε για άλλες εποχές κι άλλες πολιτικές συντεταγμένες. Μου άρεσε όμως πολύ και είπα να το μοιραστώ

” Κι όμως ηττηθήκαμε! Τί έφταιξε ; Τί μας διέφυγε ;

Πού ήταν το λάθος (…)

χιλιάδες ήττες μέσα μας αναίμαχτες, αόριστες, ασήμαντες,

σαν ένα κοπάδι ποντίκια που ροκανίζουν χρόνια στο υπόγειο

γκρεμίζοντας άξαφνα την πρόσοψη ενός σπιτιού που μέχρι χθες

υψωνόνταν γεμάτο δύναμη και φώτα

και όνειρα και χορούς -κι ανεξόφλητα χρέη.

Επέλεξα τους στίχους του Λειβαδίτη γιατί στον σπουδαίο αυτό άνθρωπο άρεσε να λέει ότι η Ποίηση μπορεί να κάνει το απίστευτο πέρασμα από το Αδύνατο στο Δυνατό και να διαβεί το χάσμα που  χωρίζει το φάντασμα από το αληθινό αντικείμενο.