Το πρώτο μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα έπειτα από σχεδόν 10 χρόνια αποφάσισε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, δίνοντας με απευθείας ανάθεση και διακρατική συμφωνία στις ΗΠΑ (εταιρεία Lockheed Martin) τον εκσυγχρονισμό πέντε παλαιών αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας εκτιμώμενου προϋπολογισμού 500 εκατ. δολαρίων.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ που έγινε εξώφυλλο στην εφημερίδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, η έγκριση δόθηκε την Κυριακή 15 Μαρτίου από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα έπειτα από εισήγηση του Πάνου Καμμένου και με τη γραπτή έγκριση του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, του αναπληρωτή υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Γιάννη Πανούση, του αναπληρωτή υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού Θοδωρή Δρίτσα και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, στρατηγού Μιχάλη Κωσταράκου (ΚΥΣΕΑ), οι οποίοι επικύρωσαν ομοφώνως την εισήγηση του υπουργού Εθνικής Αμυνας. Ηδη η ελληνική κυβέρνηση έδωσε εντολή να εκταμιευθεί η προκαταβολή ύψους 45 εκατ. δολαρίων προς τους Αμερικανούς η οποία σηματοδοτεί την τυπική έναρξη του προγράμματος.
Το πρόγραμμα που θα διαρκέσει επτά χρόνια αφορά τον εκσυγχρονισμό, τη συντήρηση και εν συνεχεία την υποστήριξη πέντε εκ των έξι αεροσκαφών τύπου P-3Β Orion, τα οποία αποκτήθηκαν δωρεάν από τις ΗΠΑ την περίοδο 1991-1992 και είναι σήμερα ηλικίας 35 ετών, σε μια προσπάθεια να επιμηκυνθεί ο χρόνος ζωής τους για ακόμη 15.000 ώρες πτήσεων. Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη βρίσκονταν σε υπηρεσία στο Πολεμικό Ναυτικό μέχρι το 2009, οπότε το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιo αποφάσισε ότι ο εκσυγχρονισμός τους είναι οικονομικά ασύμφορος και προχώρησε στην απόσυρσή τους.
Με απλά λόγια στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας θεωρούσαν τα αεροσκάφη αυτά υπέργηρα και τα παρόπλισαν εκτιμώντας ότι η αναβάθμισή τους δεν είχε νόημα. Εντύπωση έχει προκαλέσει το γεγονός ότι η αναβάθμιση των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας δεν συζητήθηκε στη Βουλή από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ., παρά το γεγονός ότι το κόστος του προγράμματος αυξήθηκε κατά 30% λόγω της αλλαγής της ισοτιμίας ευρώ/δολαρίου μέσα σε λίγους μήνες. Ενώ στις 30 Οκτωβρίου του 2014 η ισοτιμία ήταν στο 1:1,27, η ενεργοποίηση της σύμβασης και της LOA (Letter of Acceptance) έγινε με την ισοτιμία στο 1:1,08.
Το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ αναφέρει πως η υλοποίηση του προγράμματος επί της ουσίας έγινε εν κρυπτώ. Επίσημη ανακοίνωση με τα βασικά χαρακτηριστικά του προγράμματος δεν υπήρξε ούτε για την απόφαση που έλαβε το ΚΥΣΕΑ στις 15 Μαρτίου να εγκρίνει την αναβάθμιση έως 5 αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας με εκτιμώμενο κόστος 499,8 εκατ.δολάρια ούτε για την ενεργοποίηση της σύμβασης με την εκταμίευση της προκαταβολής . Η απάντηση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας Με ανακοίνωση που εκδόθηκε το απόγευμα του Σαββάτου, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας επιβεβαιώνει πλήρως όλα τα στοιχεία του ρεπορτάζ. Διαβάστε την ανακοίνωση: Σάββατο, 04 Απριλίου 2015
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ «Σχετικά με δημοσίευμα της εφημερίδας Πρώτο Θέμα αναφέρονται τα εξής: Η συμφωνία για την αναβάθμιση των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας P3 είναι διακρατική μέσω FMS. Απαράβατος όρος της ελληνικής πλευράς ήταν οι εργασίες να γίνουν στην Ελλάδα από ελληνική βιομηχανία. Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη χρησιμοποιούν πολλές χώρες ανάμεσα στις οποίες είναι οι ΗΠΑ, η Γερμανία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Νορβηγία, η Ν. Κορέα, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Βραζιλία. Όλες αυτές οι χώρες τα αναβαθμίζουν και τα διατηρούν στη δύναμη τους. Η λύση της αναβάθμισης κρίνεται περισσότερο συμφέρουσα από την προμήθεια νέων αεροσκαφών για πολλούς λόγους. Ο χρόνος ζωής των αεροσκαφών παρατείνεται για τουλάχιστον 20 χρόνια, διαθέτουμε ήδη ανταλλακτικά για τον συγκεκριμένο τύπο αεροσκάφους, εκπαιδευμένο προσωπικό, οργανωμένη μονάδα υποστήριξης.
Είχε προταθεί η προμήθεια παροπλισμένων αεροσκαφών του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού, τα οποία όμως χρειάζονταν τις ίδιες εργασίες αναβάθμισης με μεγαλύτερο κόστος ώστε να είναι διαθέσιμα ενώ όλες οι εργασίες θα γίνονταν στις ΗΠΑ και όχι στην Ελλάδα. Το ΓΕΝ είχε εισηγηθεί να γίνει επισκευή μέσω FMS και πέρασε ΚΥΣΕΑ από την προηγούμενη κυβέρνηση τον Αύγουστο του 2014. Στη συνέχεια η ίδια συμφωνία προσυπογράφηκε και πέρασε ΚΥΣΕΑ με τους ίδιους όρους και την χρηματοδότηση από την σημερινή κυβέρνηση στις 15 Μαρτίου 2015 που ήταν η καταληκτική ημερομηνία».