Όλοι οι αναλυτές, οι πολιτικοί επιστήμονες και οι δημοσκόποι, καταλήγουν σε ένα συμπέρασμα για τις βρετανικές εκλογές: Στις 7 Μαΐου, κανένα κόμμα δεν θα καταφέρει να κερδίσει αρκετές έδρες ώστε να αποκτήσει την πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, αποτελούσε μοντέλο δικομματικού συστήματος δίνοντας προτεραιότητα σε μια μονοκομματική κυβέρνηση. Ακόμα και μετά την εμπειρία που προέκυψε από τα τελευταία πέντε χρόνια διακυβέρνησης ενός συνασπισμού και παρέχει πλέον ένα προηγούμενο, είναι δύσκολο για κάποιους να κατανοήσουν την εξέλιξη. Κανείς δεν γνωρίζει φυσικά, αν θα επαληθευτούν αυτές οι προβλέψεις.

Είναι πιθανό να υπάρξει κάποια μεγάλη «στροφή» κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, η οποία μόλις ξεκίνησε επίσημα (ακόμα και αν, πρακτικά, βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και μήνες). Για να γίνουν οι προβλέψεις ακόμα δυσκολότερες, δεν υπάρχει επίσης σχεδόν καμία σαφής πρόβλεψη σχετικά με το ποιο κόμμα θα κερδίσει την πλειοψηφία βουλευτικών εδρών ή ψήφων.

Το πιο σημαντικό όμως είναι πως υπάρχει η πιθανότητα να μην είναι αρκετή μια συμφωνία μεταξύ των δύο μερών, για να παράγει την πλειοψηφία στις εκλογές. Το 2010, το μεγαλύτερο κόμμα, οι Συντηρητικοί και το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, παρήγαγαν ξεκάθαρη πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων, σχηματίζοντας ένα συνασπισμό που, παρά τις ποικίλες δυσκολίες που αντιμετώπισε, κατάφερε να διαρκέσει πέντε χρόνια. Εκτός κι αν το Συντηρητικό και το Εργατικό κόμμα αποφασίσουν να συνεργαστούν (ενδεχόμενο που έχει περίπου τις ίδιες πιθανότητες να συμβεί με κάποια σύμπραξη δυνάμεων μεταξύ Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών), μια διμερής συμφωνία μπορεί να μην είναι αρκετή για το σχηματισμό κυβέρνησης αυτήν τη φορά.

Και εκεί έρχονται τα μικρότερα κόμματα. Φιλελεύθεροι αποτελούσαν μέχρι πρότινος τον κύριο αποδέκτη των ψήφων εκείνων που δεν ήθελαν να υποστηρίξουν το Εργατικό Κόμμα ή τους Συντηρητικούς. Από τις έξι μόλις έδρες το 1955, έφτασαν στο αποκορύφωμα των 62 το 2005. Ωστόσο, μετά την ένταξή τους σε συνασπισμό με τους Συντηρητικούς το 2010, η στήριξη προς το κόμμα έπεσε κατακόρυφα και δεν έχει ανακτηθεί έκτοτε, καθώς πολλοί από τους πρώην ψηφοφόρους τους, αισθάνθηκαν ότι το κόμμα τους είχε προδώσει τις αρχές του. Σε ορισμένες περιόδους, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας το 2010, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες ήταν στην πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις, αλλά τώρα βρίσκονται συνήθως στην τέταρτη θέση, ενώ έχουν, έστω και περιστασιακά, κατρακυλήσει στην πέμπτη.

Για τις εκλογές του 2015, η στρατηγική των Φιλελευθέρων Δημοκρατών βασίζεται στη χρήση του πλεονεκτήματος που έχουν, την κατοχή μικρού αριθμού εδρών, ελπίζοντας απεγνωσμένα ότι οι τοπικοί υποψήφιοι θα καταφέρουν να επιμείνουν στις θέσεις τους, την ώρα που το κόμμα παραιτείται από μεγάλο μέρος της υπόλοιπης χώρας.

Αν και συγκροτήθηκε το 1993, το UKIP διαδραμάτισε μικρό ρόλο στη βρετανική πολιτική σκηνή μέχρι πρόσφατα, με σχετικά καλές επιδόσεις στις ευρωεκλογές, αλλά εξασθενώντας στις γενικές εκλογές. Οι περισσότερες προβλέψεις τώρα, συντείνουν στο ότι το κόμμα θα βρεθεί στην τρίτη θέση της λαϊκής ψήφου. Από το 2010, το κόμμα έχει διευρύνει τη γοητεία του, καταφέρνοντας να συνδέσει το θέμα της Ευρώπης, που αποτελούσε τον λόγο ύπαρξής του, με τις ανησυχίες των ψηφοφόρων για βασικά θέματα, όπως η μετανάστευση και η υγεία. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως υποστηρίζει το κόμμα, εμποδίζει το Ηνωμένο Βασίλειο να ελέγξει τη μετανάστευση, γεγονός που με τη σειρά του επιβαρύνει τις υπηρεσίες υγείας και τα σχολεία. Αυτοχαρακτηρίζεται (χωρίς ειρωνεία) ως Λαϊκός Στρατός, ένα επαναστατικό κίνημα, το οποίο αγωνίζεται ενάντια στο «κατεστημένο του Westminster».

Στη Σκωτία, αν και το κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας έχασε με διαφορά 10%, το κύμα υποστήριξης για το Εθνικό Σκωτικό Κόμμα (SNP) έχει ενισχυθεί. Οι πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις της Σκωτίας θέλουν το SNP να κερδίζει 47 από τις 59 έδρες της Σκωτίας, από τις μόλις 6 έδρες που κατείχε το 2010, σχεδόν όλες σε βάρος του Εργατικού Κόμματος. Τα μέλη του SNP υπερβαίνουν πλέον τις 100.000, θέτοντάς το στην τρίτη θέση των μεγαλύτερων κομμάτων εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, παρά το γεγονός ότι απευθύνεται μόνο στο 8% του πληθυσμού.