Οταν διέσχιζα με ιλιγγιώδεις ταχύτητες την παιδική και εφηβική μου ηλικία, τότε που φανταζόμουν έναν κόσμο δομημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να ικανοποιεί κατ’ αποκλειστικότητα τις ανάγκες και τις επιθυμίες μου, τα φοβερά τα θέλω τα δικά μου, τότε που η αθωότητα και η πονηριά έπαιζαν κρυφτούλι πίσω από τις προβεβλημένες γραμμές του σώματος που άλλαζε από τη μια στιγμή στην άλλη, τότε λοιπόν, άκουγα συχνά τους ανθρώπους να μιλάνε για την αγάπη των ημερών των Χριστουγέννων. Για την τάση μιας μεγάλης πλειοψηφίας να μαλακώνει από την αγριάδα του χρόνου, να στρογγυλεύει τις αιχμηρές γωνιές τού είναι της, να λοξοκοιτάζει προς τον δεινοπαθούντα γείτονα και να τείνει χείρα βοηθείας με οβολό ή χωρίς οβολό. Ακουγα το ίδιο συχνά τους γέροντες στο καφενείο της γειτονιάς να επαναλαμβάνουν ότι ο ουρανός αδιαφορεί για τα βάσανα του ανθρώπου και αυτός, ο μικρός άνθρωπος δηλαδή, δεν έχει παρά να αναλάβει ο ίδιος το ρόλο της θείας Πρόνοιας.

Προφανώς εκείνα τα χρόνια, ορισμένα πράγματα θεωρούνταν δεδομένα, δεν επιδέχονταν ερωτήματα και απορία και συν τοις άλλοις προς τους γέροντες μόνο σεβασμό μπορούσες να είχες. Πολύ αργότερα, σε ηλικίες ωριμότητας, ξεφύλλισα το βιβλίο του Ρώσου συγγραφέα Λεβ Σεστόφ «Στους αντίποδες του Ορθολογισμού» και στάθηκα σε μια παράγραφο που μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Αυτήν επέλεξα σήμερα για να ξετυλίξω το νήμα της αλληλεγγύης, της φιλανθρωπίας και των συνόρων της ανθρωπιστικής δράσης, που τη χρονιά που φεύγει -το 2005- έγινε νήμα της ζωής όλων μας.

Αν ο άνθρωπος αδιαφορούσε για τον πόνο των άλλων, λέει ο Σεστόφ, θα είχε γίνει εύκολα ιδεαλιστής. Θα είχε εμπιστευτεί τον πλησίον του στο πεπρωμένο και θα ασχολιόταν με τις δικές του υποθέσεις. Η αγάπη για τον πλησίον και η συμπόνια σκοτώνουν την πίστη του ανθρώπου και μας κατευθύνουν προς τον θετικισμό ή και προς τον υλισμό. Οταν ο άνθρωπος βλέπει τα δεινά των άλλων, παύει να σκέπτεται και περνάει στη δράση. Ο άνθρωπος αρχίζει να σκέπτεται πραγματικά μόνον όταν είναι πεπεισμένος ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ισως γι’ αυτό οι βαθυστόχαστες σκέψεις πρέπει να έχουν ως αφετηρία τους την απελπισία. Αντιθέτως, η αισιοδοξία και η ανάγκη να μεταπηδούμε βιαστικά από το ένα συμπέρασμα στο άλλο πρέπει να θεωρηθούν βέβαιες πράξεις πνεύματος αυτάρεσκου, μέτριου και ουδέν αμφισβητούντος, δηλαδή επιπολαίου.

Ο Σεστόφ έζησε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και πήρε λίγο από τον 20ό. Πέρασε τη ζωή του διερωτώμενος με καυστικότητα και δηκτικότητα κατά πόσον τα διανοητικά δημιουργήματα του ανθρώπου έχουν συμβάλει στη διαπαιδαγώγηση και στην προαγωγή του ως ελεύθερου όντος ή αν αντιθέτως τον ποδηγετούν και συντελούν στον στραγγαλισμό της προσωπικότητάς του και στην ανάσχεση της προόδου του. Κι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμπόνια και η αγάπη προς τους ανθρώπους εμποδίζουν το μεταφυσικό πέταγμα. Εξαιτίας τους το ανθρώπινο βλέμμα μένει προσηλωμένο στη γη, όπου υπάρχουν βάσανα και πόνοι και όπου ανοίγεται ευρύ πεδίο δράσης στην ενεργό αγάπη.

Κι όμως, η χρονιά αυτή, μεταξύ όλων των άλλων, σεισμοί, τυφώνες, απώλειες,  έδωσε την ευκαιρία σε ένα μοναδικού μεγέθους κύμα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, συμπόνιας και αγάπης να απλωθεί προς κάθε κατεύθυνση, είτε προερχόταν από λόγιους και διανοούμενους, είτε από φαντασμένους ηθοποιούς του Χόλιγουντ, είτε από πολίτες του καθημερινού μόχθου. Όλες τις τελευταίες εβδομάδες, ο διεθνής Τύπος πλημμύρισε από σχετική αρθρογραφία, κάτι σαν ένα είδος απολογισμού. Δημοσιογράφοι ταξίδεψαν ξανά στα μέρη που επλήγησαν από το τσουνάμι, ή στα βουνά το Κασμίρ, ακόμη και στη μαρτυρική Νέα Ορλεάνη. Και όλοι, μα όλοι συμφώνησαν, λες κι ήταν μεταξύ τους μιλημένοι, ότι η βοήθεια που διατέθηκε ήταν εικοσαπλάσια της προσδοκώμενης και με σειρά κατάταξης πρώτα τον απλό πολίτη, στη συνέχεια τις ανθρωπιστικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις και τελευταίο το κράτος. Παρά ταύτα, οι εικόνες στα πεδία των μαχών του Εγκέλαδου ή των υδάτινων όγκων, ο πολίτης παραμένει σε κατάσταση αναμονής. Η έλλογη σκέψη της πρώτης στιγμής έχει προ πολλού αναιρεθεί και το πρόβλημά του έχει γίνει περίπλοκο. Στη Γαλλία, αναφέρεται στο περιοδικό L Express, πολλοί είναι αυτοί που προτείνουν να δημιουργηθεί εδώ και τώρα μια ταχεία παρεμβατική δύναμη (μιας και δεν μπορούμε, φίλοι μου Ευρωπαίοι, να φτιάξουμε κανονικό στρατό…), η οποία θα σπεύδει στο πλευρό των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Εγγυητής αυτής της δύναμης οφείλει να είναι ο ΟΗΕ, ο οποίος θα αναλάβει να την περιβάλει με την αναγκαία πολιτική περιβολή. Ξέρετε, η ισχύς μπορεί να εκφραστεί και μέσω της βοήθειας ή της ανοικοδόμησης των ζωών εκατομμυρίων ανθρώπων, όχι μόνο μέσω της βίας και της κυριαρχίας.

Γιατί όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι όταν οι τηλεοπτικές εικόνες παραχωρούν τη θέση τους σε πιο συμβατές με την καθημερινότητα σκηνές, ο περισσότερος κόσμος επιστρέφει οίκαδε. Στη βολή του, στα μικροκύματα της δικής του σκέψης, λησμονώντας ότι οι άνθρωποι που άφησε πίσω του χρειάζονται επειγόντως, μικροοικονομικά, μικροπιστώσεις, μικροσυζητήσεις, μικρορυθμίσεις… αλλιώς είναι αμφίβολο αν θα τους βρει ο επόμενος χειμώνας ζωντανούς ή αν θα τους βρει να παλεύουν με τον ίδιο το θάνατο. Κι αυτό ακριβώς είναι το κενό που δημιουργείται με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις και με όσους τα δίνουν όλα τον πρώτο καιρό.

Διάβαζα στην ιστοσελίδα του Arab News ότι μέσα σε 48 ώρες ο κόσμος ξόδεψε 4,7 δισ. δολάρια από τις στρατιωτικές του πηγές. Την πληροφορία έδωσε στη δημοσιότητα το γραφείο Τύπου των Ηνωμένων Εθνών όχι τόσο για να επικρίνει το γεγονός, όσο για να προχωρήσει στην αντίπερα όχθη και να επισημάνει ότι τον επόμενο χρόνο η ανθρωπότητα θα πρέπει να δραστηριοποιηθεί προς την κατεύθυνση της σωτηρίας ανθρώπων, θυμάτων του πολέμου, της πείνας και των φυσικών καταστροφών. Σημείωνε όμως και κάτι άλλο το αραβικό δίκτυο. Ο κόσμος έδειξε πραγματικά να ενδιαφέρεται για το τσουνάμι και τα θύματά του… μόνο που το ενδιαφέρον μεγάλωσε γιατί μεταξύ των θυμάτων υπήρξαν πολλοί Δυτικοί. Αντιθέτως, το δράμα των ανθρώπων στο Κασμίρ, λίγα κύματα συμπόνιας ξεσήκωσε στη Δύση. Μεταξύ των Ευρωπαίων, μόνο οι Βρετανοί επέδειξαν ενδιαφέρον, και αυτό εξαιτίας των αποικιακών δεσμών του παρελθόντος. Οσο για τις μεγάλες οικονομίες, έκαναν το καθήκον τους μόνο όταν αισθάνθηκαν ντροπή κατά τη διάρκεια σχετικού συνεδρίου δωρητών που τα ονόματά τους φιγουράριζαν κάπου εκεί προς το τέλος της λίστας των προσφορών.

Είναι αλήθεια πως η αγάπη για τον συνάνθρωπο είναι σχετικά σπανιότερη και λιγότερο εξαπλωμένη από την αγάπη για τον εαυτό μας. Το διαπιστώνουμε στην αγάπη για τον πλησίον που διακηρύσσει ο Λέον Τολστόι, το βλέπουμε στον ιδεαλισμό του Καντ, ακόμη και στον Πλάτωνα. Αυτό όμως δεν αναιρεί την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να αποχωρίζεται πότε πότε το ακριβό εγώ του και να σπρώχνεται σε οδούς υπερβατικές. Κι είναι οι μέρες τέτοιες που κάνουν την έννοια της προσφοράς να διακρίνεται, όχι απλώς και μόνο ως στοιχείο της τάσης του ανθρώπου να επιδειχθεί, αλλά ως συνεκτικό στοιχείο της αγωνίας του για επιβίωση. Η ενεργός αγάπη που δεν αφήνει περιθώρια για μεταφυσικά σχήματα. Οι ανάγκες είναι εδώ, γύρω μας.