Ό,τι ενοχλεί περισσότερο είναι η πίεση που δέχεται το εξασθενημένο κοινωνικό σώμα μέσω της διαρκούς επίκλησης της ηθικής, παιδαγωγικής και σωφρονιστικής ύλης χωρίς συγκεκριμένο στόχο.

Οι προηγούμενες κυβερνήσεις μετέφεραν την πίεση (για τις δικές τους ευθύνες) προς τα μεσαία και αδύναμα-κατώτερα στρώματα, με αποτέλεσμα τα τελευταία να επωμιστούν κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν το σύνολο του κόστους της, καθ’ υπόθεση, προσαρμογής. Αντί σταθεροποίησης προέκυψε αποσταθεροποίηση και αβεβαιότητα μαζί με την αύξηση του χρέους

 Πίσω από τους αριθμούς –που δεν αποτιμώνται στο ΑΕΠ– βρίσκεται η ιδεολογική καταρράκωση και η είσοδος άνευ όρων στο μάντρα του «αναγκαίου πόνου», που τίθεται ως αναγκαία προϋπόθεση για την υποθετική εξαγορά «αμαρτιών» του παρελθόντος. Ποιες ήταν οι αμαρτίες; Ζούσαμε, λέει, πάνω από τις πραγματικές μας δυνατότητες. Εκ τούτου, είναι απαραίτητη η τρέχουσα αναδίπλωση της κοινής γνώμης σε όλο και περισσότερο φθίνουσες κοινωνικές προσδοκίες για το προσωπικό, το οικογενειακό μέλλον αλλά και μέλλον της χώρας: της χώρας που δεν θέλει και δεν μπορεί να σωθεί. Το αποτέλεσμα είναι η τρωκτική δράση των αυτοεκπληρούμενων προσδοκιών.

Το πλέον συντηρητικό και αντιδραστικό τμήμα της κοινωνίας τάσσεται σήμερα υπέρ αυτής της διαδικασίας, υλοποιώντας ― υπό την ομπρέλα «της αριστεράς»― το χειρότερο σενάριο των φθινουσών προσδοκιών σε οικονομικό και κοινωνικό αλλά και σε ατομικό και οικογενειακό ορίζοντα∙ μάλιστα, με αναδρομικό χαρακτήρα.

Οι νέοι να βρίσκονται με κομμένα φτερά και οι ονειροπόλοι και αισιόδοξοι του χθες, της Μεταπολίτευσης, να ενοχοποιούνται, γενικευτικά, έως ότου παραδεχθούν ότι το όνειρο για μια καλύτερη ζωή ήταν ένα είδος αμαρτίας που, αναγκαστικά, όχι μόνον θα πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά επίσης να εξαγνισθεί, να αποκηρυχθεί ή, επιτέλους, να πληρωθεί.

Με τους λοιπούς να είναι αόρατοι: άνεργοι, έξω από την παραγωγή και την κοινωνία∙ να ζουν από τη φιλανθρωπία των φίλων και των συγγενών. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ύβρις από το να απονομιμοποιείται ιδεολογικά, κοινωνικά και πολιτικά ό,τι μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «νόμιμη προσδοκία». Με την αυθαίρετη μάλιστα ερμηνεία ότι το όνειρο μιας δυνητικά καλύτερης ζωής συνέβαλλε στη σημερινή κοινωνική παρακμή και κατάπτωση.

 Εν τω μεταξύ, οι πραγματικοί υπεύθυνοι, διαρκώς μετακινούμενοι και αυτόμολοι προς την κατεύθυνση της εξουσίας, του οκαζιονισμού, του χρήματος και των προνομίων είτε έχουν «αξιωματικά-κληρονομικά» εγκατασταθεί είτε –οι νεόκοποι― εισβάλλουν και εγκαθίστανται στο προσκήνιο της πολιτικής και της οικονομίας και συνεχίζουν από δεσπόζουσες θέσεις να διδάσκουν επικοινωνιακά-μιντιακά το χειρότερο μάθημα. «Θέλουμε να σας σώσουμε, αλλά βλέπετε είναι πολύ δύσκολο… και μέχρι να σας σώσουμε θα κρατήσουμε εμείς τα προνόμιά μας, ελαφρώς αφορολόγητοι, κάνοντας καλά αυτό που ξέραμε να κάνουμε πάντα: δηλαδή, τίποτα, αλλά με τους λουφέδες μας στο ακέραιο, και εσείς θα πρέπει να πληρώσετε γι’ αυτό».

Για όλο το προηγούμενο διάστημα από το 2009-2010, υπό τον καταιγιστικό ρυθμό των ατελείωτων «διορθωτικών μέτρων» των πιστωτών στις ελληνικές κυβερνήσεις, με ευρωπαϊκή πολιτική ευθύνη, και υπό την ασφυκτική επιτήρηση της Τρόικας, των Θεσμών, του Κουαρτέτου, αναβιώνουν αντιλήψεις του παρελθόντος. Νομίζαμε ότι οι τελευταίες είχαν μείνει πίσω μας προ πολλού. Νομίζαμε ότι οι ιδεολογίες του πτωχοπροδρομισμού και της ψωροκώσταινας είχαν ξεπερασθεί όχι στο φαντασιακό αλλά στο υλικό επίπεδο. Νομίζαμε ότι το συλλογικό αυτομαστίγωμα θα έπρεπε να έχει ένα όριο, όπως και η πολιτική ψευδολογία, η φοροδοτική ικανότητα και η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας (ή, έστω, η επίκλησή της)…

 Απεναντίας, υπό τη σκέπη της «αριστεράς», αντιπαρατίθεται σήμερα η νοσταλγία της παραδοσιακής νεοελληνικής ανικανότητας, της ματαιότητας, της κακοδαιμονίας και της δυστυχίας στην αρπακτική διάθεση των πιστωτών, των αγορών, των συστημικών και στην αποτυχία, εντέλει, του ευρώ, της εξωστρέφειας και των δυνατοτήτων. Όλες προσδοκίες του χειρότερου. Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν ότι «καλύτερα εσωστρεφείς φτωχοί αλλά τίμιοι δραχμιστές, παρά εξωστρεφείς, δαπανηροί και εκτεθειμένοι στη διαφθορά και στην εξάρτηση από τους δανειστές». Ή, «καλύτερα μόνοι μας με τη σημαία μας, την τρέλα μας και τη δίκαια αντίστασή μας, έως ότου βρούμε τις ευκαιρίες και τις συμμαχίες που θα μας δοθούν». Όλα αυτά παροικονομούν εκλαϊκευτικά διλήμματα, χωρίς ποιότητες και χωρίς καμία λογική. Το χειρότερο όλων ―το επίσημο, τρόπον τινά, δόγμα― είναι ότι «καλούμαστε να εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα που δεν το θέλουμε, που μας το φόρεσαν με εκβιασμό, που το εφαρμόζουμε επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, και καλούμε τον λαό να αντισταθεί σε αυτό το πρόγραμμα». Παραλογισμός, αν όχι ανοησία.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι είτε ανάπτυξη με δανεικά και τελική χρεοκοπία είτε άρνηση της ανάπτυξης και αναδίπλωση στη μεταπολεμική δυστυχία. Ούτε άνεργη ανάπτυξη. Θα μπορούσε να υπάρξει σχεδιασμός με στοιχεία ενδογενούς ανάπτυξης, εγχώριων επενδύσεων με θέσεις εργασίας και δυνατότητες εξωστρέφειας. Θα μπορούσε να εδραιωθεί ένα περιβάλλον ανάπτυξης που πληρώνει το κόστος της, το κόστος των απαιτούμενων γι’ αυτό τον σκοπό δανείων, που θα παράγει περισσότερο εισόδημα από τα δάνεια, έτσι ώστε στο τέλος του λογαριασμού οι μελλοντικές γενιές να μην πληρώνουν το «συβαριτισμό» των σημερινών.

 Αυτό το πρόγραμμα, στο βαθμό που δεν υπάρχει, θα έπρεπε πρώτα από όλα να είχε επινοηθεί. Και βέβαια, οι μεταρρυθμίσεις, αυτές οι μεταρρυθμίσεις που ουδέποτε έγιναν, προϋποθέτουν ενέργειες που είναι τελείως αντίθετες με το πνεύμα, τα ήθη και τις πρακτικές των σημερινών (και των χθεσινών) κυβερνώντων. Όσο οι κυβερνώντες νιώθουν πληρότητα εαυτού, όσο εξαργυρώνουν αγώνες (;) χθεσινούς, όσο μισθοδοτούνται κυβερνητικά παριστάνοντας την αντιπολίτευση, όσο νομίζουν ότι «η ιστορία είναι με το μέρος μας» και όσο θα επιβραβεύουν την ανικανότητα αποκλείοντας τις κοινωνικές δυνάμεις που βρίσκονται έξω από το παλιό 3-4%, τόσο θα πλήττεται η κοινωνία και η οικονομία, θα συρρικνώνονται η αξιοπρέπεια, οι προσδοκίες, τα οράματα… και τα όνειρα μαζί με το ΑΕΠ.

 Πόσο αριστερό είναι να βλέπετε γύρω σας να κλείνουν επιχειρήσεις, πρώην εργαζόμενους να βρίσκονται σε υποχρεωτικές άδειες, συμπολίτες σας και γνωστούς σας να βρίσκονται στα όρια της εξαθλίωσης, τον γνωστό σας βιβλιοπώλη να ετοιμάζεται να βάλει λουκέτο, τον περιπτερά και τον φούρναρη της γειτονιάς σας να λένε πως θα κλείσουν από Σεπτέμβριο, εργοδότες να απολύουν υπαλλήλους με τους οποίους δούλεψαν μια ζωή μαζί, και εσείς να μην κάνετε τίποτα και, αντίθετα, να υποθέτετε (γιατί βεβαιότητα δεν έχετε καμία) ότι με το που θα συζητηθεί το εσωτερικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ ή με το που θα γίνουν νέες εκλογές, θα λυθούν τα προβλήματα που διογκώνονται μέρα με τη μέρα και που βοούν γύρω σας;