«μόνον εσέ, Ρωτόκριτε»
ένας εικαστικός διάλογος με το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου

ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ
ΕΓΚΑΙΝΙΑ: ΠΕΜΠΤΗ 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, ώρα 19.30
Διάρκεια έκθεσης: 27 Αυγούστου – 27 Σεπτεμβρίου 2015
ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
Καθημερινές: 9.00-14.00 και 18.00-21.00, Σάββατο: 9.00-14.00, Κυριακή: κλειστά
ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ: Δήμος Ηρακλείου

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ίρις Κρητικού

galani kritikou mairy

Κανείς δεν την εκάτεχε τη σγουραφιάν εκείνη,
γιατί από του Pωτόκριτου τα ίδια χέρια εγίνη.

Στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου θα φιλοξενηθεί από τις 27 Αυγούστου και για ένα μήνα, η εικαστική έκθεση με τίτλο «“μόνον εσέ, Ρωτόκριτε”: ένας εικαστικός διάλογος με το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου», με πρωτότυπα έργα ζωγραφικής και χαρακτικής (αλλά και κόσμημα, κέντημα και γλυπτά) σε επιμέλεια της Ίριδας Κρητικού.
Η έκθεση, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών ΑΠΘ την άνοιξη του 2015, έρχεται τώρα στο Ηράκλειο με την υποστήριξη του Δήμου Ηρακλείου και στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Κρήτη, μια ιστορία, πέντε συν ένας πολιτισμοί».

petroulakis stelios

Στην έκθεση αυτή, η επίκουρη καθηγήτρια του ΑΠΘ Τασούλα Μαρκομιχελάκη και η ιστορικός τέχνης Ίρις Κρητικού συνεργάστηκαν προκειμένου να προχωρήσουν στη σύσταση ενός αυτοτελούς οργανικού πεδίου όπου η φιλολογική και ιστορική έρευνα πλαισιώθηκε από τη δημιουργία εικαστικών έργων.

papadimitriou maria

Στην έκθεση «μόνον εσέ Ρωτόκριτε» συμμετέχουν:

Σπύρος Αγγελόπουλος, Ελένη Αγγέλου, Χριστίνα Ακτίδη, Στέλιος Αλεξάκης, Δημήτρης Ανδρεαδάκης, Γιώργος Αυγέρος, Χρύσα Βέργη, Αλέξης Βερούκας, Μαριλίτσα Βλαχάκη, Μάριος Βουτσινάς, Μαίρη Γαλάνη-Κρητικού, Ανδρέας Γεωργιάδης, Σάββας Γεωργιάδης, Μανόλης Γιανναδάκης, Μαρία Γιαννακάκη, Λεωνίδας Γιαννακόπουλος, Γεωργία Δαμοπούλου, Σοφία Δατσέρη, Γιάννης Δέδες, Μάρκος Καμπάνης, Μηνάς Καμπιτάκης, Βούλα Καραμπατζάκη, Δημήτρης Κατσιγιάννης, Γιώργος Κόρδης, Εύα Κουτσούκου, Κώστας Λάβδας, Βασίλης Λιαούρης, Μιχάλης Μαδένης, Θανάσης Μακρής, Αλεξία Μαρούλη, Κωνσταντίνος Μάσσος, Τίμος Μπατινάκης, Γιάννης Μπεκιάρης, Χαρίτων Μπεκιάρης, Λαμπρινή Μποβιάτσου, Χρήστος Παλλαντζάς, Μαρία Παπαδημητρίου, Στέλιος Πετρουλάκης, Δημήτρης Πολυχρονιάδης, Γιώργος Ρόρρης, Γιώργος Σαλταφέρος, Σταμάτης Σκλήρης, Δημήτρης Σκουρογιάννης, Πηγή Σπυράτου, Αντώνης Στάβερης, Γιώργος Ταξίδης, Αντώνης Τσακίρης, Αντώνης Χουδαλάκης

dedes yannis

Στον εικαστικό διάλογο για τον Ερωτόκριτο που θα παρουσιαστεί στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου συμμετέχουν επίσης σε παράλληλη έκθεση με τίτλο «20+1 εικαστικές προσεγγίσεις στον Ερωτόκριτο», οι εξής φοιτητές του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του εργαστηρίου Χαρακτικής του Α.Π.Θ. υπό τον συντονισμό και την επιμέλεια του Μανόλη Γιανναδάκη, καθηγητή Χαρακτικής:

Ζωή Αντωνιάδη, Μιχάλης Βαφόπουλος, Μπόρις Γεωργιτσέλη, Έλενα Ζέππου, Κυριάκος Θεοχάρους, Δώρα Κουρτέσα, Μάριον Ιγγλέση, Σωτηρία Καλλία, Θανάσης Καφετζής, Δέσποινα Ματζάρη, Δημοσθένης Μπογιατζής, Ανθούλα Μπουρνά, Ελένη Νικολακοπούλου, Ιωάννα Παπαδημητρίου, Ισιδώρα Παπαδούλη, Πόλυ Σχοινά, Ιωάννα Ταιγανίδου, Αυγή Τόπακα, Κατερίνα Τσίτσελα, Ελένη Χατζηνεοφύτου

Με αφορμή την έκθεση εκδόθηκε από την «Έλιξ» κατάλογος με τα κείμενα των συντελεστών και τα έργα των συμμετεχόντων καλλιτεχνών.

ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΕΚΘΕΣΗΣ:
Δήμος Ηρακλείου, ΔΗΚΕΗ, ΔΕΠΤΑΗ, Μινωικές Γραμμές, Sky Express, Marin Dream Hotel.

kampanis markos

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ
Ο Ερωτόκριτος είναι ένα έμμετρο μυθιστόρημα, μια «μυθιστορία», γραμμένη στην Κρήτη την εποχή της Βενετοκρατίας. Χρονολογείται στις αρχές του 17ου αι

ώνα, και μέχρι το 1713, που τυπώθηκε για πρώτη φορά, κυκλοφορούσε σε χειρόγραφα. Έχει έκταση περίπου 10.000 στίχους και είναι γραμμένος στο δημοφιλές ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο δίστιχο της νεοελληνικής παράδοσης. Ο ποιητής του ήταν ένας μορφωμένος άνθρωπος, με γνώσεις, μεταξύ άλλων, ρητορικής και ποιητικής. Πήρε την υπόθεση από μια ιταλική διασκευή μιας γαλλικής ιπποτικής μυθιστορίας, του 15ου αιώνα, και τη μεταμόρφωσε σε ένα θερμό ποιητικό δημιούργημα, με δραματικές και συγκινητικές σκηνές, μετρικά άψογους στίχους, μια καταπληκτική ποικιλία από σχήματα λόγου, και πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες που κερδίζουν, ανάλογα με τις περιστάσεις, το θαυμασμό, τη συμπάθεια και την αγάπη μας. Η αφήγηση στον Ερωτόκριτο εναλλάσσεται με εκτεταμένους διαλόγους μεταξύ των προσώπων, κάτι που έχει διευκολύνει τις πολυάριθμες διασκευές του έργου για το θέατρο, σε πρόζα ή με μελοποίηση.

Η δράση τοποθετείται στην Αθήνα, στους «περαζόμενους καιρούς», σ’ έναν α-χρονικό ελληνικό κόσμο με στοιχεία που παραπέμπουν σε διάφορες σημαντικές εποχές του ελληνικού παρελθόντος. Ο ποιητής αφηγείται την άδολη αγάπη της Αρετούσας, της κόρης του βασιλιά, με το Ρωτόκριτο, το γιο ενός συμβούλου του πατέρα της, αγάπη που θα έμενε καταδικασμένη από τις κοινωνικές συμβάσεις, αν ο νέος δεν επέστρεφε από την εξορία για να πολεμήσει και να νικήσει ηρωικά τον εχθρό που απειλούσε το βασίλειο, και αν η κοπέλα δεν ήταν εξοπλισμένη με υπομονή και ελπίδα τα πέντε χρόνια που τον περίμενε, φυλακισμένη από τον πατέρα της για την άρνησή της να δεχτεί μια πρόταση γάμου με το βασιλόπουλο του Βυζαντίου. Το έργο είναι χωρισμένο σε πέντε μέρη, στα οποία κυριαρχεί εναλλάξ το ερωτικό και το πολεμικό στοιχείο, αν και ο έρωτας βρίσκεται συνεχώς πίσω από όλη τη δράση των προσώπων.

kordis giorgos

Ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, που ζωγραφίζει, καθώς σημειώνει ο Σεφέρης, «και τις ρίζες και το λουλούδι μαζί» των μικρών πραγμάτων του τόπου, σέρνει τις μνήμες και τα αρώματα της Κρήτης ολόκληρης. Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο που αγαπήθηκε τόσο από τους ζωγράφους της γενιάς του ’30, υπέρμαχους της ελληνικής πρωτογένειας στην τέχνη: ο Θεόφιλος, ο Μποστ και ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Νίκος Εγγονόπουλος ζωγράφισαν την ένδοξη αγάπη του Ερωτόκριτου, εμφυσώντας της μια καινούρια νεότητα.
Με την ίδια λαχτάρα καταπιάστηκαν τώρα μαζί του οι 50 σημαντικοί αλλά και νεότεροι συμμετέχοντες καλλιτέχνες. Εξερευνώντας την αιώνια αγάπη και τους φραγμούς, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα, προσμένοντας ο ένας τον άλλον, επιχειρούν να ανακαλύψουν τον εαυτό τους. Ζωγραφίζοντας τη χλωρή κρητική φύση και το αμάθητο άγουρο που με τρόπο ανιδιοτελή ανακαλύπτει τον έρωτα και εξ αυτού, αναπόφευκτα, την οδύνη. Την ορμητική γενναιότητα της τροπαιούχου νεότητας που, συγκρουόμενη με τη φρόνηση, θριαμβεύει.

ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Ίρις Κρητικού: 6944430513
Τασούλα Μαρκομιχελάκη: 6944782720

“Ένα ακριβό του έρωτα κανίσκι”
Ο Ερωτόκριτος είναι ένα έμμετρο μυθιστόρημα, μια «μυθιστορία», γραμμένη στην Κρήτη την εποχή της Βενετοκρατίας. Χρονολογείται στις αρχές του 17ου αιώνα, και μέχρι το 1713, που τυπώθηκε για πρώτη φορά, κυκλοφορούσε σε χειρόγραφα. Έχει έκταση περίπου 10.000 στίχους και είναι γραμμένος στο δημοφιλές ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο δίστιχο της νεοελληνικής παράδοσης. Ο ποιητής του μας πληροφορεί ο ίδιος στο τέλος του κειμένου ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σητεία της Κρήτης, και εκεί έγραψε τον Ερωτόκριτο. Η έρευνα προσπαθεί, επί δεκαετίες τώρα, να τον ταυτίσει με κάποιον από τους διάφορους Βιτσέντζους Κορνάρους που αναφέρονται στις αρχειακές πηγές, αλλά το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε το πατρώνυμό του δυσχεραίνει ένα οριστικό συμπέρασμα. Ήταν οπωσδήποτε ένας μορφωμένος άνθρωπος, με γνώσεις, μεταξύ άλλων, ρητορικής και ποιητικής. Πήρε την υπόθεση από μια ιταλική διασκευή μιας γαλλικής ιπποτικής μυθιστορίας, του 15ου αιώνα, και τη μεταμόρφωσε σε ένα θερμό ποιητικό δημιούργημα, με δραματικές και συγκινητικές σκηνές, μετρικά άψογους στίχους, μια καταπληκτική ποικιλία από σχήματα λόγου, και πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες που κερδίζουν, ανάλογα με τις περιστάσεις, το θαυμασμό, τη συμπάθεια και την αγάπη μας. Η αφήγηση στον Ερωτόκριτο εναλλάσσεται με εκτεταμένους διαλόγους μεταξύ των προσώπων, κάτι που έχει διευκολύνει τις πολυάριθμες διασκευές του έργου για το θέατρο, σε πρόζα ή με μελοποίηση.
Η δράση τοποθετείται στην Αθήνα, στους «περαζόμενους καιρούς», σ’ έναν α-χρονικό ελληνικό κόσμο με στοιχεία που παραπέμπουν σε διάφορες σημαντικές εποχές του ελληνικού παρελθόντος. Ο ποιητής αφηγείται την άδολη αγάπη της Αρετούσας, της κόρης του βασιλιά, με το Ρωτόκριτο, το γιο ενός συμβούλου του πατέρα της, αγάπη που θα έμενε καταδικασμένη από τις κοινωνικές συμβάσεις, αν ο νέος δεν επέστρεφε από την εξορία για να πολεμήσει και να νικήσει ηρωικά τον εχθρό που απειλούσε το βασίλειο, και αν η κοπέλα δεν ήταν εξοπλισμένη με υπομονή και ελπίδα τα πέντε χρόνια που τον περίμενε, φυλακισμένη από τον πατέρα της για την άρνησή της να δεχτεί μια πρόταση γάμου με το βασιλόπουλο του Βυζαντίου. Το έργο είναι χωρισμένο σε πέντε μέρη, στα οποία κυριαρχεί εναλλάξ το ερωτικό και το πολεμικό στοιχείο, αν και ο έρωτας βρίσκεται συνεχώς πίσω από όλη τη δράση των προσώπων. Για να πάρουμε μια γεύση, αρκεί ένα μικρό παράδειγμα, διαλεγμένο για να μας συνδέσει και με την εικαστική έκθεση που παρουσιάζεται εδώ: είναι παρμένο από τη σκηνή όπου η Αρετούσα ανακαλύπτει μέσα στο γραφείο του Ρωτόκριτου ότι εκείνος ήταν που της τραγουδούσε τις νύχτες κάτω από το παραθύρι της και την έκανε να τον ερωτευτεί, χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι και πώς είναι η μορφή του. Η κοπέλα βρίσκει πρώτα τους στίχους των τραγουδιών, αλλά το στοιχείο που τη βοηθά οριστικά στην ταύτιση με τον νυχτερινό τραγουδιστή, και δίνει στην πλοκή μια αποφασιστική ώθηση, είναι ένα πορτραίτο της ζωγραφισμένο από τον ίδιο (Α 1487-1528):
ΠOIHTHΣ
H Aρετούσα δε μιλεί, μα εγύρευγε στ’ αρμάρι,
για να ’βρει κι άλλο τίβοτσι τσ’ αγάπης, να το πάρει·
κι εις τ’ αρμαριού την άνοιξη τη δεύτερην ευρίσκει
πράμ’ ακριβό που τσή ’πεψεν ο Έρωτας κανίσκι:
σγουραφιστή ηύρηκεν εκεί κι είδε τη στόρησή τση,
πράμά ’τονε που επλήθυνε πολλά την παιδωμή τση.
Ήτον εκείνη η σγουραφιά με μαστοριά μεγάλη,
οπού δεν εξεχώριζες τη μιαν από την άλλη:
με τόση πιδεξότητα την είχε καμωμένη,
οπού ίδια σα τη ζωντανήν ήτο η σγουραφισμένη·
εφαίνετό σου και γελά κι ήθελε να μιλήσει,
κι η τέχνη σ’ έτοιο κάμωμα ενίκησεν τη φύση.
Kιανείς δεν την εκάτεχε τη σγουραφιάν εκείνη,
γιατί από του Pωτόκριτου τα ίδια χέρια εγίνη·
κι ουδέ στον τόπο που ’τονε άνθρωπος δεν εμπήκε
κι ουδέ για να στραφεί να δει κιανένα δεν αφήκε.
Σ’ ψιλό πανίν η σγουραφιά ήτονε καμωμένη,
στην άνοιξη τη δεύτερη την είχε φυλαμένη,
κι ως το ’πιασε στη χέρα της, ζιμιό το ξετυλίσσει
κι εφάνιστή τση κι ήστραψε η Aνατολή κι η Δύση
και μες στα μάτια τσή ’δωκε φωτιά κι αστροπελέκι
κι ωσά βουβή κι ωσάν τυφλή κι ωσάν το λίθο στέκει.
Έτσι καμπόσο καρτερεί, κι απόκει αναντρανίζει,
την πρόσοψή τση σπλαχνικά στη νένα τση γυρίζει.
Λέγει τση:

APETOYΣA
«Nένα, ίντ’ άλλο πλιό σημάδι θέ να δούμε;
Σφαλτά επροπάτου και τυφλά, μα εδά κατέχω πού ’μαι·
τά κρύβουντα εφανήκανε, τά γύρευα ευρεθήκα·
κι εις παίδα μεγαλύτερη κι εις έγνοια νιαν εμπήκα·
το πράμα εβεβαιώθηκε, καλό θεμέλιον έχω,
εκείνος οπού μ’ αγαπά, ποιος είναι το κατέχω.
Eις τα τραγούδια μού ’βρισκες λογαριασμό κιανένα,
μα σ’ τούτο που θωρείς εδά, ίντα μου βρίσκεις, νένα;
Ίντα αφορμή τον ήφερεν εμέ να σγουραφίσει
κι ίντά ’ν’ κι εφύλαγέ με επά, δίχως να μ’ αγαπήσει;
Φροσύνη μου, Φροσύνη μου, άφις τα παραμύθια:
σαν τη γνωρίζεις, πέ τηνε σήμερο την αλήθεια·
αυτόνος θε να χάνεται στον πόθον ογιά μένα,
τά είδα το φανερώνουσι και τά ’χω γροικημένα.
Θωρείς με πόση μαστοριά και τέχνην ήκαμέ με:
πιάσ’ ξόμπλιασε τη σγουραφιά, κι απόκει στράφου δέ με,
και δε θες εύρεις διαφοράν από τη μια ώς την άλλη·
λόγιασε τέχνη κι αρετή και μαστοριά μεγάλη».

Τασούλα Μ. Μαρκομιχελάκη
Επίκουρη καθηγήτρια Τμήματος Φιλολογίας Α.Π.Θ.