«Oι Ελληνες άνδρες δεν κλαίνε, Γιώργο», αστειεύεται ο Αλεξάντρ Ντεπλά όταν πάνω στην κουβέντα περί soundtracks του εκμυστηρεύομαι πως με συγκινούν μέχρι δακρύων μερικές κινηματογραφικές μουσικές, να, ας πούμε το φινάλε απ’ τις «Ομπρέλες του Χερβούργου». Και τον πιάνει ένα γέλιο ζεστό, μεσογειακότατο, που προδίδει και τη γαλλική ρίζα (από πατέρα) και την ελληνική (από μητέρα) και το ταμπεραμέντο του πιο περιζήτητου κινηματογραφικού συνθέτη στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. «Ειλικρινά, δεν βιώνω έτσι τη μουσική», λέει. «Μπορεί να συγκινηθώ, να με αγγίξει βαθύτατα, να με μεταφέρει σε άλλη διάσταση, να μου ραγίσει την καρδιά, αλλά δεν έχω κλάψει».

Μιλάμε στο τηλέφωνο, είναι αρχές Αυγούστου, τον έχω πετύχει στο σπίτι του στο Παρίσι όπου ο 53χρονος θριαμβευτής των φετινών Οσκαρ (μετά οκτώ υποψηφιότητες) ζει με τη σύζυγό του Ντομινίκ Λεμονιέ, σπουδαία βιολονίστρια και «δεξί του χέρι» στις ενορχηστρώσεις (έχουν και δύο κόρες). Πετάω τη λέξη «διακοπές» αλλά δεν προβλεπόταν να πάει. Ως συνήθως βρισκόταν μεταξύ προθεσμιών: έξι (!) ταινίες έχει προγραμματισμένες για τους επόμενους μήνες – ανάμεσά τους το «The Light Between Oceans» του Ντέρεκ Σιανφράνς («Blue Valentine»), το πολυαναμενόμενο «Danish Girl» του Tομ Χούπερ («Ο λόγος του βασιλιά»), η «Sufragette» με τη Μέριλ Στριπ κ.λπ. Είναι ενθουσιασμένος εν όψει της πρώτης κανονικής συναυλίας του στην Ελλάδα (η προηγούμενη ήταν προ πενταετίας, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με το Traffic Quintet και διασκευές). Στις 9 Σεπτεμβρίου, στο Ηρώδειο, θα διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε ένα πρόγραμμα «best of», με τα πιο αγαπημένα του κομμάτια. Ενα δώρο μουσικής στη δεύτερη πατρίδα του.

«Η Ελλάδα τους τελευταίους μήνες είναι συνέχεια στο μυαλό μου. Αναστατώθηκα και ανησύχησα πολύ, τουλάχιστον κατάφεραν να καταλήξουν σε ένα συμβιβασμό… Ελπίζω ότι τα πράγματα θα στρώσουν κι ότι η Ευρώπη θα είναι πιο ενωμένη. Οποια λάθη κι αν έχουν γίνει στο παρελθόν, το πιο σημαντικό είναι η αλληλεγγύη. Ξέρω ότι η Ελλάδα δοκιμάζεται, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα ξανασταθεί στα πόδια της».

Γιατί γράφετε μουσική;

Γιατί είναι κάτι που δεν μπορώ να αφήσω κατά μέρος. Μια ακατανίκητη δύναμη. Το να ξυπνάω κάθε πρωί και να συνθέτω είναι ο καλύτερος τρόπος που κατάφερα να βρω για να εκφράζω τον εαυτό μου, τις ευαισθησίες μου, τις αισθήσεις μου, την αγάπη μου, τη φιλοσοφία μου, τη ζωή μου. Ο μόνος τρόπος να επιβιώνω. Το να παίζω δεν ήταν αρκετό. Η δύναμη, η ενέργεια που νιώθεις όταν συνθέτεις είναι εντελώς διαφορετική, ανοίγει έναν άλλο κόσμο. Είναι σαν να ξέρεις τι σημαίνει παιδί από τα ανίψια ή τους φίλους σου και να αποκτάς ένα δικό σου. Είναι κάτι που γεννιέται από μέσα σου και γίνεται πιο δυνατό από εσένα.

Ο ρυθμός εργασίας σας είναι αξιοθαύμαστος, μπορεί να υπογράψετε 5-6 soundtracks το χρόνο… Εχετε πει ότι γράφετε παντού, από ένα κομμάτι χαρτί μέχρι στον ύπνο σας ή ενώ οδηγείτε τη Βέσπα σας. Πώς γίνεται;

Οσο περισσότερο δουλεύω τόσο βρίσκω ενέργεια. Είναι αστείο, αλλά όταν εργάζομαι λιγότερο, και ο ενθουσιασμός καταλαγιάζει. Πρέπει να βρίσκομαι σε κατάσταση έκστασης για να συνθέσω, να χαθώ για έναν-δυο μήνες στο οπτικό σύμπαν μιας ταινίας, το μυαλό μου να αφομοιωθεί πλήρως από αυτήν.

Δεν υπήρξε ποτέ «Plan B» για εσάς στη ζωή;

Ξεκίνησα παίζοντας πιάνο και τρομπέτα, από μικρός αγάπησα και αφοσιώθηκα στο φλάουτο, αλλά σύντομα συνειδητοποίησα ότι ήθελα να γράφω μουσική για ταινίες, τίποτε άλλο. Το σινεμά ήταν το πάθος μου, η σχέση του με τη μουσική η εξίσωσή μου.

Κι αυτό συνέβη όταν είδατε τον «Πόλεμο των άστρων»;

Οταν άκουσα το άλμπουμ, για την ακρίβεια. Με τις τρομερές ενορχηστρώσεις και τις φανταστικές μελωδίες του Τζον Ουίλιαμς αναφώνησα «για δες, μπορείς να γράψεις σύγχρονη μουσική που εμπεριέχει τον Ραβέλ και τον Προκόφιεφ, την τζαζ, τόσο ετερόκλητες μουσικές παραδόσεις». Ηταν ένα σοκ. Κάτι που άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικής κουλτούρας μπορούν να ακούσουν και να απολαύσουν.

Και να που γράφετε τώρα μουσική για ένα Star Wars (σ.σ. το πρώτο spin-off της σειράς, με τίτλο Rogue). Δεν σας τρομάζει η σύγκριση με τον Ουίλιαμς;

Την έχω ξαναπεράσει όταν έκανα τις δύο τελευταίες ταινίες Harry Potter. Είχα την τύχη να μη μου ζητήσουν να χρησιμοποιήσω πολλή από τη δική του μουσική. Δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης, είναι ο δάσκαλος όλων μας. Εγώ έχω τη δική μου κουλτούρα, τις δικές μου καταβολές. Ελπίζω απλώς ότι η μουσική μου σε κάμποσα χρόνια θα θεωρείται το ίδιο καλή και οι άνθρωποι θα την ακούν και θα αναγνωρίζουν ότι «λειτουργεί» καλά σε σχέση με τις ταινίες.

Είναι σκοπός σας να συγκινήσετε τον θεατή;

Δεν θέλω να χειρίζομαι το κοινό και για καλή μου τύχη έχω δουλέψει με καταπληκτικούς σκηνοθέτες, όπως ο Ρόμαν Πολάνσκι και ο Τομ Χούπερ («Ο λόγος του βασιλιά»), που ξέρουν να διαχωρίζουν το συναίσθημα από το συναισθηματισμό. Αν δεις ταινίες του ’40 και του ’50, η μουσική μιμούνταν το συναίσθημα στην οθόνη. Η Νουβέλ Βαγκ εγκαινίασε ένα νέο κεφάλαιο και έδειξε πως η μουσική μπορούσε να είναι ένας επιπλέον χαρακτήρας, κάτι αυτόνομο. Αυτού του είδους είμαι κληρονόμος.

Γιατί η μουσική στα μπλοκμπάστερ ακούγεται πάντα ίδια;

Γιατί και οι ταινίες μοιάζουν ίδιες. Είναι θέμα «φόρμουλας». Το Χόλιγουντ παράγει ταινίες με πολύ θόρυβο, και σ’ αυτές λειτουργούν μια χαρά οι συνθετικές ενορχηστρώσεις, αν και δεν είναι τόσο του γούστου μου. Τα πάντα είναι εκκωφαντικά, αμάξια, σεισμοί, διαστημόπλοια, εκρήξεις – και για κάποιο λόγο οι άνθρωποι που τις βλέπουν δεν πολυνοιάζονται για μελωδίες.

Εσείς πάλι κερδίσατε το πρώτο σας Οσκαρ έπειτα από 8 υποψηφιότητες με ένα soundtrack όπου δεσπόζει το σαντούρι. Ποια ελληνικά ακούσματα σας έχουν επηρεάσει περισσότερο;

Συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Βαμβακάρης, παραδοσιακές μουσικές απ’ όλη την Ελλάδα, ρεμπέτικα, ο ήχος του μπαγλαμά, όλα αυτά είναι στο αίμα μου. Φυσικά, ο αγαπημένος μου είναι ο Χατζιδάκις – μπορούσε να δημιουργήσει μια τέλεια μελωδία, ένα σπουδαίο τραγούδι, καταλάβαινε το σινεμά, ήξερε να χρησιμοποιεί την ορχήστρα, να την «παντρεύει» με όργανα ελληνικά. Εργα όπως το «Τοπ Καπί» ή το «Αμέρικα, Αμέρικα» υπήρξαν σταθμοί για μένα.

Τι συμβουλεύετε έναν επίδοξο κινηματογραφικό συνθέτη;

Μουσική, ταινίες, μουσική, ταινίες, μουσική, ταινίες. Νύχτα-μέρα, χωρίς σταματημό. Να κατανοήσει την ιστορία του σινεμά και της μουσικής, να μάθει τη «γλώσσα» τους. Να ακούει με τα μάτια και να βλέπει με τα αυτιά!

Περιοδικό “Κ”

Συνέντευξη στον Γιώργο Τσίρο

http://www.kathimerini.gr/828234/article/proswpa/synentey3eis/alexandre-desplat-kai-misos-ellinas-ine-ellinas