Το πρωινό της 9ης Μαρτίου 2005 ο Παναγιώτης Τσαλικίδης είχε προγραμματισμένο επαγγελματικό ραντεβού στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να επισκεφθεί τον αδελφό του στον Κολωνό και να πιουν μαζί τον πρωινό τους καφέ προτού ξεκινήσουν για τις υποχρεώσεις της ημέρας. Ομως μπαίνοντας στην πολυκατοικία της οδού Ευκλείδου ακούει τις φωνές της μητέρας τους. «Κατέβασέ τον, κατέβασέ τον κάτω».

«Δεν πίστεψα ότι ήταν αυτοκτονία», λέει για τον θάνατο του αδελφού του Κώστα ο Παναγιώτης Τσαλικίδης.

Πριν προλάβει να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί μπαίνει στο διαμέρισμα και αντικρίζει τον 39χρονο αδελφό του Κώστα κρεμασμένο μπροστά από την πόρτα του μπάνιου. «Αμέσως πήρα τη γυναίκα μου να μου φέρει μια κάμερα υψηλής ευκρίνειας για να μπορέσω να τραβήξω άμεσα ορισμένες φωτογραφίες, γιατί δεν πίστεψα ότι ήταν αυτοκτονία», λέει σήμερα ο Παναγιώτης.

Δέκα χρόνια αργότερα, η οικογένεια Τσαλικίδη συνεχίζει να πιστεύει ότι ο θάνατος του 39χρονου τεχνικού της Vodafone επήλθε από την επέμβαση κάποιου τρίτου. Τα στοιχεία άλλωστε που συνέλεξαν έπειτα από κοπιώδεις προσπάθειες χρόνων, αλλά και οι έγγραφες παραδοχές πολλών από τους δικαστικούς παράγοντες που ασχολήθηκαν με την υπόθεση συνηγορούν ότι ο θάνατος του Κώστα Τσαλικίδη είναι απόλυτα συνδεδεμένος με τις υποκλοπές μέσω του δικτύου της Vodafone συνομιλιών κορυφαίων παραγόντων της κυβέρνησης Καραμανλή, συμπεριλαμβανομένου και του τότε πρωθυπουργού.

«Δεν είναι καθόλου εύκολο να μιλάς για μια τέτοια απώλεια», λέει η σύζυγος του Παναγιώτη, Ελένη, και τα μάτια της βουρκώνουν. «Αισθανόμαστε ακόμη και σήμερα κατά ένα τρόπο ένοχοι –χωρίς να φταίμε– που δεν πήραμε απάντηση. Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι κάποια στιγμή θα μιλήσουν».

Η «Κ» σε συνεργασία με τη διεθνή έκδοση «Intercept» και τον γνωστό δημοσιογράφο James Bamford έκανε μία πολύμηνη έρευνα σε Ελλάδα και ΗΠΑ και δημοσιεύει σήμερα για πρώτη φορά μαρτυρίες υψηλόβαθμων στελεχών αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών που συμμετείχαν ή έχουν γνώση της επιχείρησης υποκλοπών στην Ελλάδα. Ακόμη, με την έρευνα αυτή η «Κ» φέρνει για πρώτη φορά στο φως αδημοσίευτα απόρρητα έγγραφα της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSA) για το 2004 και τις υποκλοπές μέσα από αποκλειστική πρόσβαση στο αρχείο του πρώην αναλυτή των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών Εντουαρντ Σνόουντεν.

«Βοήθεια για την ασφάλεια των αγώνων»

Οι Ολυμπιακοί του 2004 στην Αθήνα επρόκειτο να είναι οι πρώτοι καλοκαιρινοί αγώνες μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η ανησυχία για την ασφάλεια αθλητών και επισκεπτών εκφραζόταν με δημοσιεύματα στο διεθνή Τύπο, αλλά και με συνεχείς οχλήσεις παραγόντων της αμερικανικής κυβέρνησης προς τους Ελληνες ομολόγους τους.

Οπως φαίνεται από τα αδημοσίευτα μέχρι σήμερα έγγραφα του αρχείου Σνόουντεν οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ξεκίνησαν να καταστρώνουν τα επιχειρησιακά τους σχέδιά τουλάχιστον δύο χρόνια πριν. Σύμφωνα με ένα από τα έγγραφα αυτά, που δημοσιεύει για πρώτη φορά η «Κ» τουλάχιστον 4 στελέχη επεξεργάστηκαν τη στρατηγική συλλογής πληροφοριών της NSA για τους Ολυμπιακούς της Αθήνας ήδη από το 2002 και σε συνεργασία με άλλα τμήματα της υπηρεσίας σιγουρεύτηκαν ότι μία «αναλυτική επίθεση θα μπορέσει να υπάρξει και τα κοινωνικά δίκτυα των στόχων θα έχουν προκαθοριστεί».

«Παρόλο που ο πρώτος αγώνας δρόμου, η πρώτη βουτιά και η πρώτη κυβίστηση βρίσκονται ένα χρόνο μακριά, οι μυστικές υπηρεσίες βρίσκονται ήδη σε πλήρες στάδιο εκπαίδευσης για τους αγώνες», γράφει ο συντάκτης ενός άλλου απόρρητου εγγράφου της NSA με ημερομηνία 15 Αυγούστου 2003. «Στην πραγματικότητα η NSA προετοιμάζεται για τους Ολυμπιακούς του 2004 εδώ και καιρό αναμένοντας να παίξει έναν ακόμη μεγαλύτερο ρόλο από ότι σε προηγούμενους διεθνείς αγώνες».

Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, η συνεργασία αμερικανικών και ελληνικών μυστικών υπηρεσιών επρόκειτο να είναι εξαιρετικά στενή. «Η υπηρεσία ασφαλείας, την οποία θα υποστηρίξει η NSA είναι η ΕΥΠ», ενώ σε άλλο έγγραφο αναφέρεται ότι «η ύπαρξη αναλυτών των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών τόσο στην Αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα όσο και στην ΕΥΠ» αύξησε σημαντικά τις δυνατότητες και την ποιότητα συλλογής πληροφοριών.

Οι νόμιμες συνακροάσεις απασχόλησαν κλειστές συσκέψεις στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης τόσο πριν της εκλογές του 2004, όσο και μετά.

BRADY KIESLING

Πρώην επικεφαλής του πολιτικού τμήματος της Αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα.

Ομως παρά την αγαστή συνεργασία, αλλά και την παρουσία στελεχών της NSA μέσα στην ΕΥΠ το ένα αγκάθι που παρέμενε ανάμεσα στις ελληνικές και τις αμερικανικές αρχές την περίοδο πριν από τους Αγώνες ήταν η σχεδόν ανύπαρκτη τεχνική δυνατότητα των ελληνικών υπηρεσιών να παρακολουθήσουν ταυτόχρονα πολλούς αριθμούς τηλεφώνων, email και κάθε είδους ηλεκτρονικές επικοινωνίες υπόπτων, καθώς το μόνο που είχαν στη διάθεσή τους ήταν τα γνωστά «βαλιτσάκια» της ΕΥΠ για παρακολουθήσεις συνομιλιών από προκαθορισμένη απόσταση.

«Από την αμερικανική σκοπιά αυτό ήταν τρομακτικά πρωτόγονο», λέει ο πρώην αξιωματούχος της Αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Brady Kiesling, που παραιτήθηκε από τη θέση του λίγους μήνες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες διαμαρτυρόμενος για την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ

Υπουργός Δημόσιας Τάξης από τον Ιούλιο 2003 έως τον Μάρτιο 2004.

Υπό το βάρος των αμερικανικών πιέσεων, η ηγεσία του υπουργείου Δημόσιας Τάξης επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ είχε καλέσει ήδη από τον Δεκέμβριο του 2003 εκπροσώπους των τριών εταιριών κινητής τηλεφωνίας της χώρας (Vodafone, Cosmote, Tim) σε σύσκεψη για να συζητήσουν πώς θα μπορέσουν να πραγματοποιήσουν νόμιμες συνακροάσεις. Ομως οι επικείμενες εκλογές του Μαρτίου εμπόδισαν την έκδοση του απαραίτητου –πολιτικά ευαίσθητου, όπως σημειώνουν πηγές της τότε ηγεσίας του υπουργείου– Προεδρικού Διατάγματος.

Ακόμη όμως και μετά την ανάληψη του υπουργείου από τον Γιώργο Βουλγαράκη της Ν.Δ., που σε αντίστοιχες συσκέψεις τον Απρίλιο του 2004 εξέφραζε την πεποίθηση ότι οι νόμιμες συνακροάσεις ήταν κάτι που «θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία μέσα σε μία εβδομάδα» από τις εταιρίες, μέχρι και το άναμμα της φλόγας στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας, νομικό πλαίσιο για νόμιμες συνακροάσεις δεν υπογράφηκε ποτέ πριν από τους Ολυμπιακούς.

Αύγουστος 2004. Τελετή υποδοχής της Ολυμπιακής φλόγας στην Ακρόπολη της ΑΘήνας.

Σε κάθε περίπτωση στις 4 Αυγούστου του 2004, μία σειρά εντολών έκτασης 6.500 γραμμών προστίθενται στον πηγαίο κώδικα του λειτουργικού συστήματος που χρησιμοποιούσε η Vodafone για να «τρέχει» το δίκτυό της. Κατασκευαστής του λειτουργικού, που χρησιμοποιούν και άλλες εταιρίες στον κόσμο, είναι η σουηδική εταιρία Ericsson. Με την προσθήκη των 6.500 γραμμών παράνομου λογισμικού ενεργοποιείται ένα από τα υποσυστήματα του λειτουργικού, το επονομαζόμενο Lawful Interception (Νόμιμη Συνακρόαση) που δίνει στις εταιρίες δυνατότητα νόμιμων συνακροάσεων. Το Lawful Interception που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκεται μεν στο δίκτυο της Vodafone αλλά είναι κλειδωμένο και μη αγορασμένο για χρήση από την Ericsson, με αυτή την ενέργεια ανοίγει μία γραμμή παρακολούθησης σειράς συνδρομητών της εταιρίας κρύβοντας όμως σχεδόν κάθε ίχνος αυτής της ενέργειας. Από εκεί, οι υποκλαπείσες συνομιλίες προωθούνται σε 14 κινητά τηλέφωνα-σκιές και πιθανότατα σε ηλεκτρονικούς καταγραφείς δεδομένων για αποθήκευση και επεξεργασία.

Πάνω από μία δεκαετία από εκείνη την ημέρα και για πρώτη φορά σήμερα, ένα εξαιρετικά υψηλόβαθμο πρώην στέλεχος των Αμερικανικών Μυστικών υπηρεσιών που ενεπλάκη στην υπόθεση υποκλοπών στην Ελλάδα το 2004 παραδέχεται χωρίς περιστροφές ότι η μυστική επιχείρηση έγινε από την Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSA) και τουλάχιστον στην πρώτη φάση της είχε το πράσινο φως της ελληνικής κυβέρνησης:

«Οι Ελληνες υπέδειξαν δίκτυα τρομοκρατών, οπότε η NSA έβαλε αυτές τις “συσκευές” εκεί μέσα και είπε στους Έλληνες, “εντάξει, όταν τελειώσει θα το κλείσουμε”», παραδέχεται ο πρώην αξιωματούχος. «Ουσιαστικά οι “συσκευές” μπήκαν στο ελληνικό τηλεφωνικό δίκτυο με τη γνώση και την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης. Αυτή ήταν η βοήθεια για την ασφάλεια κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών».

Πώς έγινε η επιχείρηση

Τι λένε τα έγγραφα της NSA από το αρχείο Σνόουντεν για την Αθήνα

συνεχεια εδώ