newsroom/globalview.gr

260434_125365357545310_3390811_n

 

 

 

 

 

(Η ιστορία διαδραματίζεται στην Αθήνα, αλλά σε μιαν άλλη διάσταση, καθώς αυτά δεν θα συνέβαιναν ποτέ στις μέρες μας και στην πραγματικότητα που ζούμε. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς τυχαία)

 

  • Αχ, ο Θεός να κόβει ευρώ από την Τρόικα και να τα ρίχνει στη βίλα σου, είπε η Γλυκερία πίνοντας την πρώτη γουλιά από τον καπουτσίνο που είχε φέρει η Ραΐσα με τα λεφτά του Πελοπίδα.

Ο Πελοπίδας, σε αντίθεση με τη Γλυκερία, είχε καταφέρει να κάνει καλό κουμάντο κι έτσι βγαίνοντας από την πολιτική είχε μια πολύ καλή οικονομική κατάσταση. Έχοντας και καιρό να αναλάβει κάποιο αξίωμα και, από τη στιγμή που είχαν ξεχαστεί τα πολιτικά χαΐρια του, εθεωρείτο ένας σοβαρός, αξιοπρεπής και καθ’ όλα αξιοσέβαστος πολιτικός που η γνώμη είχε μια κάποια βαρύτητα.

Καθισμένα, λοιπόν, τα δύο αδέλφια στις μεγάλες δερμάτινες πολυθρόνες έβλεπαν την έκτακτη επικαιρότητα στην τηλεόραση. Το  Sahla tv, ένας από τους σταθμούς που έγερνε ιδεολογικά όπου φυσούσε πολιτικός άνεμος,  είχε ζωντανές συνδέσεις με κομματικά επιτελεία και τα συναφή για να ενημερώσει τους πολίτες για τις πολιτικές εξελίξεις.

  • Όλο ονόματα… Και ονόματα… Και το δικό σου πουθενά… Αυτό είναι σκέτη απελπισία, αναστέναξε η Γλυκερία. Για να είμαι ειλικρινής, ήλπιζα σε μία θέση σου στη νέα κυβέρνηση μήπως μπορέσει και πάρει και τα πάνω της αυτή η κωλοφυλλάδα που μου άφησε ο Αρίσταρχος για να με βασανίζει. Από τότε που τον πήρε ο χάρος, πήρε και αυτή την κατηφόρα.
  • Εμ, βλέπεις είχε γνωριμίες εκείνος… Αποκλειστικές ειδήσεις, σκάνδαλα…
  • Γιατί, τώρα προλαβαίνεις να ξεθάψεις κανένα σκάνδαλο; Τα βγάζετε μόνοι σας στη φόρα!
  • Εμένα μην με βάζεις μαζί με αυτούς. Εμείς ήμασταν άλλη φουρνιά πολιτικών, είπε ο Πελοπίδας με βαρύγδουπο τόνο, προφανώς θέλοντας να πει ότι ναι μεν έκαναν τις κουτσουκέλες τους, αλλά ποτέ μα ποτέ δεν τους πήρε κανείς είδηση.
  • Πόσο δίκιο έχεις, πόσο δίκιο έχεις! είπε συγκαταβατικά η Γλυκερία, όχι τόσο επειδή συμφωνούσε με τον Πελοπίδα, αλλά επειδή ήταν αδερφός της κι από την άλλη και ο μόνος που της έτεινε χείρα βοηθείας στη δύσκολη κατάσταση που είχε περιέλθει.

Κι ενώ στην τηλεόραση ο δημοσιογράφος ενημέρωνε ότι το απόγευμα θα γινόταν η ορκωμοσία!!! Δραματικό απρόοπτο: Χτυπά το κινητό του Πελοπίδα. «Που είσαι ρε Πέλο;;;», ακούστηκε από τη συσκευή μία δυνατή και μάλλον χαζή φωνή, «Χρόνια έχουμε να τα πούμε! Χάθηκες ρε άνθρωπε!!!». Δεν ήταν άλλος από τον πρωθυπουργό… Η Γλυκερία έχωσε το αυτί της δίπλα στο κινητό ενώ ο Πελοπίδας άκουγε αποσβολωμένος τη φωνή να του ανακοινώνει ότι η παράταξη είχε αποφασίσει να τον χρήσει υπουργό, ως παλιό και έμπειρο πολιτικό, αν και εν αποστρατεία.

Ο Πελοπίδας τρισευτυχισμένος έκλεισε το τηλέφωνο φίλησε την Γλυκερία και έφυγε τρέχοντας να αλλάξει κοστούμι για να παραστεί στην ορκωμοσία που θα γινόταν μόλις σε 40 λεπτά. Η Γλυκερία με τη σειρά της άρπαξε την Τερψιθέα, την φίλησε και την παράτησε βιαστικά στα χέρια της Ραΐσα.

  • Τι να μαγκειρέψει να φάμι, κυρία; ρώτησε η δύστυχη αλλοδαπή που είχε να πληρωθεί πάνω από 5 μήνες.
  • Σκατά, δεν με νοιάζει! Αχ, καλή μου Ραΐσα, να ήξερες πόσο χαρούμενη είμαι! Επιτέλους και λίγη αίγλη σε όλη αυτή τη μιζέρια… Και που ξέρεις; Ίσως πληρωθείς και εσύ… Αχ, να ήξερες πόσο χαρούμενη είμαι! Θα πάω στην ορκωμοσία… Μονολογούσε καθώς κατευθυνόταν προς το δωμάτιό της.

Μέσα σε λίγα λεπτά είχε κιόλας ετοιμαστεί. Φορώντας ένα midi μαύρο φόρεμα (αυτό που είχε βάλει και στην κηδεία του Παπουτσάνη), από πάνω ένα μακρύ μαύρο παλτό, ένα σωρό χρυσαφικά και τιμαλφή (όσα δεν είχε ξεπουλήσει βασικά, ένεκα της κρίσης), βαμμένη σαν ξενυχτισμένη μπουζουκτσού και με ένα κασκόλ στο χέρι ξεπρόβαλε από το δωμάτιό της. Έτρεξε στον διάδρομο, έδωσε το κασκόλ στην Ραΐσα (που συνέχιζε να κρατά την Τερψιθέα) κι έφτιαξε τα μαλλιά της. Μετά, με βιασύνη, άρπαξε το κασκόλ από την δύσμοιρη αλλοδαπή, το φίλησε με στοργή και το άφησε απαλά στον καναπέ. Πριν προλάβει να εξηγήσει η Ραΐσα, της άρπαξε την Τερψιθέα, την τύλιξε καλά στο λαιμό της κι έφυγε κλείνοντας δυνατά την πόρτα.

Βγήκε στη Σκουφά. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Κοίταξε γύρω της με έναν αέρα που χρόνια είχε να φανεί στο πρόσωπό της. Άρχισε να περπατάει πάνω στα ψηλά τακούνια της με καμάρι. Είχε αποφασίσει να πάει με τα πόδια στου Μαξίμου. Ο κόσμος την κοιτούσε κι αυτή καμάρωνε, ώσπου κατάλαβε ότι κοιτούσαν την γάτα που είχε γουρλώσει τα μάτια της και είχε γαντζωθεί για τα καλά πάνω στο παλτό της. Εκείνη προσποιήθηκε την αδιάφορη. Έφτασε στην πλατεία Κολωνακίου και κατέβηκε τις σκάλες. «Αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα» μουρμούρισε σαν άλλη Σκάρλετ Ο Χάρα. ‘Έστριψε στην Κουμπάρη και συνέχισε την πορεία της προς την Βασιλίσσης Σοφίας.

(Συνεχίζεται…)