Κανόνες υπό τους οποίους θα ελέγχεται η περιουσιακή κατάσταση των φορολογουμένων και θα προσδιορίζεται εάν η «προσαύξηση» της περιουσίας τους έγινε με χρηματικά ποσά αποκτηθέντα νόμιμα ή παράνομα έθεσε πρόσφατα η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του υπουργείου Οικονομικών με αναλυτική εγκύκλιο που εξέδωσε και κοινοποίησε στις αρμόδιες φοροελεγκτικές υπηρεσίες (την υπ’ αριθμ. πρωτ.: ΔΕΑΦ Α’ 1144110 ΕΞ 2015/5.11.2015).

Προσπαθώντας να καταστήσουμε ακόμη πιο κατανοητές τις διευκρινίσεις της συγκεκριμένης εγκυκλίου μπορούμε να πούμε καταρχήν ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία, ως «προσαύξηση περιουσίας», που μπορεί να τεθεί στο μικροσκόπιο των φοροελεγκτικών υπηρεσιών για να ελεγχθεί το νόμιμο ή το παράνομο ή το αφανές της προέλευσής της, θεωρείται κάθε μορφής αύξηση της συνολικής αξίας των ακινήτων και κινητών περιουσιακών στοιχείων, καθώς επίσης και των χρηματικών κεφαλαίων (μετρητών, καταθέσεων και λοιπών αποταμιεύσεων) που έχει στην κατοχή του ο φορολογούμενος.

«Προσαύξηση περιουσίας» μπορεί να επέλθει με την αγορά ή την αποδοχή δωρεάς ή την αποδοχή κληρονομιάς ενός ακινήτου ή ενός αυτοκινήτου ή γενικότερα με την απόκτηση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου – αντικειμένου μεγάλης αξίας. Σε κάθε περίπτωση που τα χρηματικά ποσά τα οποία δαπανήθηκαν από τον φορολογούμενο για την απόκτηση οποιουδήποτε ακινήτου περιουσιακού στοιχείου ή κινητού αντικειμένου μεγάλης αξίας δικαιολογούνται από νόμιμα αποκτηθέντα εισοδήματα και έσοδά του δεν τίθεται κανένα θέμα φορολόγησης της προσαύξησης της περιουσίας του.

Η προέλευση των χρημάτων για την απόκτηση ενός περιουσιακού στοιχείου μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση στοιχείων για τα εισοδήματα και τις τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης και απόκτησης περιουσίας που έχουν περιληφθεί στις υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις συνεχόμενων παρελθόντων ετών. Από τα στοιχεία αυτά μπορούν να σχηματιστούν συμπεράσματα για μη αναλωθέντα κεφάλαια (θετικές διαφορές μεταξύ αποκτηθέντων εισοδημάτων και τεκμαρτών δαπανών) που έχουν συσσωρευθεί τα έτη αυτά και μπορούν να καλύψουν τη δαπάνη της αγοράς ενός περιουσιακού στοιχείου.

Η προέλευση του τιμήματος απόκτησης ενός περιουσιακού στοιχείου μπορεί επίσης να δικαιολογηθεί με ληφθέν δάνειο ή με δωρεά χρηματικού ποσού ή με εισπραχθέντα έσοδα από την εκποίηση άλλου περιουσιακού στοιχείου ή με αποκτηθέντα κέρδη από λαχεία ή παιχνίδια του ΟΠΑΠ ΟΠΑΠ ή με τόκους και άλλες αποδόσεις αποταμιεύσεων και με κάθε έκτακτο εισόδημα ή έσοδο.

Για παράδειγμα, έστω ότι ένας φορολογούμενος για να αγοράσει ένα διαμέρισμα διέθεσε 100.000 ευρώ, εκ των οποίων τα 50.000 ευρώ προήλθαν από το τίμημα που εισέπραξε πωλώντας ένα άλλο διαμέρισμα που κατείχε και τα υπόλοιπα 50.000 ευρώ ήταν δωρεά από τον πατέρα του. Η «προσαύξηση» της περιουσίας του κατά 100.000 ευρώ μπορεί συνεπώς να δικαιολογηθεί στις φορολογικές αρχές με την προσκόμιση αφενός ενός αντιγράφου του συμβολαίου πώλησης του προηγούμενου διαμερίσματος, από το οποίο προκύπτει η είσπραξη του τιμήματος των 50.000 ευρώ, και αφετέρου της δήλωσης φόρου δωρεάς που υπέβαλε ο φορολογούμενος στην αρμόδια ΔΟΥ, από την οποία προκύπτει ότι ο πατέρας του τού έδωσε το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ.

«Προσαύξηση περιουσίας» μπορεί επίσης να επέλθει και με την είσπραξη ενός μεγάλου ποσού μετρητών από τον φορολογούμενο ή με την κατάθεση ενός ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό του. Συνήθως στην περίπτωση αυτή το ενδιαφέρον των φοροελεγκτικών υπηρεσιών εστιάζεται σε χρηματικά ποσά τα οποία είναι υψηλά σε σύγκριση με τα συνήθη μεγέθη κεφαλαίων τα οποία αποκτά αυτός ανά τακτά διαστήματα λόγω της εργασίας του.

Τα χρηματικά ποσά που συνήθως προσελκύουν τους ελεγκτές, όταν εντοπίζονται κυρίως σε τραπεζικές καταθέσεις του φορολογούμενου, είναι ποσά ασυνήθιστα υψηλά, δυσανάλογα και αναντίστοιχα προς το ύψος των συνήθων συναλλαγών του. Σε κάθε περίπτωση απόκτησης τέτοιων χρηματικών ποσών, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί από τους ελεγκτές να δικαιολογήσει την προέλευσή τους. Αν αυτός έχει στη διάθεσή του δικαιολογητικά έγγραφα και στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν τη νόμιμη πηγή προέλευσης των συγκεκριμένων χρημάτων, τότε αυτά δεν αντιμετωπίζονται ως μη νόμιμη ή αδικαιολόγητη «προσαύξηση περιουσίας» και δεν φορολογούνται.

Η προέλευση των χρημάτων για την απόκτηση ενός περιουσιακού στοιχείου μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση στοιχείων για τα εισοδήματα και τις τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης και απόκτησης περιουσίας που έχουν περιληφθεί στις υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις συνεχόμενων παρελθόντων ετών.

Για παράδειγμα, αν στον τραπεζικό λογαριασμό ενός φορολογούμενου με μέσο ετήσιο εισόδημα 25.000 ευρώ έχει κατατεθεί κάποια χρονική στιγμή ένα ποσό 50.000 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης ή ως εφάπαξ από ασφαλιστικό ταμείο ή ως αποζημίωση για απαλλοτρίωση ενός ακινήτου, θα πρέπει αυτός να έχει διαφυλάξει τα αντίστοιχα δικαιολογητικά έγγραφα (βεβαιώσεις, αποδείξεις πληρωμών κ.λπ.) ώστε να είναι σε θέση να τα προσκομίσει σε περίπτωση ελέγχου της περιουσιακής του κατάστασης.

Αν δεν έχει στη διάθεσή του τα δικαιολογητικά, μπορεί να αναζητήσει αντίγραφά τους στους φορείς που του κατέβαλαν τα ποσά και εφόσον λάβει τα αντίγραφα μπορεί να τα θέσει στη διάθεση των ελεγκτών και να γλιτώσει από τη φορολόγηση του ποσού με 33%. Αν όμως δεν τα καταφέρει για λόγους που συνδέονται με τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει από τη χρονική στιγμή της απόκτησης του ποσού μέχρι τη χρονική στιγμή του ελέγχου και σχετίζονται και με τη δυνατότητα ορισμένων φορέων να κρατούν αρχεία για πάρα πολλά παρελθόντα έτη, τότε μόνο υπάρχει κίνδυνος να κληθεί να πληρώσει φόρο 33% για το συγκεκριμένο ποσό.

Υπάρχουν και περιπτώσεις καταθέσεων σχετικά μεγάλων χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς λόγω δωρεών από γονείς ή άλλους συγγενείς ή ακόμη και φίλους. Σε κάθε τέτοια περίπτωση η δικαιολόγηση του ποσού μπορεί να γίνει με προσκόμιση του αντιγράφου της δήλωσης φόρου δωρεάς που θα πρέπει να έχει υποβάλει ο αποδέκτης του ποσού φορολογούμενος. Σε περίπτωση απώλειας του αντιγράφου της δήλωσης δωρεάς θα πρέπει αυτό να αναζητηθεί από την αρμόδια ΔΟΥ, η οποία όμως μπορεί και να μην το έχει πλέον στο αρχείο της αν έχουν περάσει παρά πολλά χρόνια και η φορολογική υπόθεση της δωρεάς έχει παραγραφεί! Στην περίπτωση αυτή υπάρχει και πάλι ο κίνδυνος το ποσό να θεωρηθεί αδικαιολόγητο και να φορολογηθεί με 33%!

Επίσης η κατάθεση ενός σχετικά μεγάλου ποσού σε έναν τραπεζικό λογαριασμό μπορεί να έχει γίνει με μεταφορά από άλλο τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο το ποσό αυτό μπορεί να έχει συσσωρευθεί από σταδιακές καταθέσεις μικροποσών ανά τακτά διαστήματα και σε βάθος χρόνου, με σκοπό την αποταμίευση.

Σε μια τέτοια περίπτωση ο φορολογούμενος μπορεί κατ’ αρχήν να δικαιολογήσει την εμφάνιση του μεγάλου αυτού ποσού στο νέο λογαριασμό προσκομίζοντας την κίνηση του προηγούμενου λογαριασμού από την οποία θα προκύπτει η ανάληψή του σε χρονική στιγμή λίγο πριν από την κατάθεσή του στο νέο λογαριασμό και από κει και πέρα οι καταθέσεις που γίνονταν επί πολλά έτη στον προηγούμενο λογαριασμό μπορούν να δικαιολογηθούν με βάση τις διαφορές ανάμεσα στα ποσά των εισοδημάτων και των τεκμαρτών δαπανών που έχουν περιληφθεί στις φορολογικές δηλώσεις των αντίστοιχων ετών.

Ελεγχος κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών

Γενικά σε ό,τι αφορά τις καταθέσεις και τις αναλήψεις από τραπεζικούς λογαριασμούς και τον τρόπο με τον οποίο αυτές θα πρέπει να ελέγχονται από τους αρμόδιους υπαλλήλους των φοροελεγκτικών υπηρεσιών αξίζει να παραθέσουμε επί λέξει τις παρακάτω ξεκάθαρες οδηγίες της εγκυκλίου της ΓΓΔΕ:

«Η προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς, καθόσον αναλήψεις/καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές-κινήσεις που δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη φορολογητέο εισόδημα. Περαιτέρω μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος που πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές μεταφοράς των ποσών αυτών αφού προσκομίσει ο φορολογούμενος τα σχετικά έγγραφα.

Δηλαδή το θέμα που πρέπει να εξετάζεται δεν είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης στον ίδιο ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό, αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά υπερκαλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών, έτσι ώστε να μη δικαιολογούνται μεταγενέστερες καταθέσεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό. Σ’ αυτήν την περίπτωση μπορεί να αποδειχθεί και να τεκμηριωθεί από τον έλεγχο ότι οι συγκεκριμένες αναλήψεις που έγιναν από τον φορολογούμενο από έναν ή περισσότερους λογαριασμούς δαπανήθηκαν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί εφικτή η επανακατάθεση των ποσών αυτών σε ίδιους ή άλλους λογαριασμούς.

Επιπλέον ο έλεγχος κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται ή όχι για “πρωτογενείς καταθέσεις”, δηλαδή για ποσά που προέρχονται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και δεν προέρχονται από αναλήψεις από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς».