Το βιβλίο του  Τάκη θεοδωρόπουλου “Βερονάλ” παρουσιάζεται την Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου στις 8.30 το βράδυ στο βιβλιοπωλείο Ιανός , Σταδίου 24. Εκδόσεις Μεταίχμιο και εξώφυλλο, φωτ. της Ανθής Ξενάκη.

κατάλογος

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1937, περί την δεκάτην πρωινήν, ο διευθυντής του ξενοδοχείου «Κεντρικόν» στην Κόρινθο χτύπησε την πόρτα του δωματίου όπου την παραμονή είχε καταλύσει ο υφηγητής του πανεπιστημίου Ιωάννης Συκουτρής. Στην αρχή χτύπησε διακριτικά, μετά πιο δυνατά, μπορεί να φώναξε κιόλας «κύριε υφηγητά!», ή απλώς «κύριε Συκουτρή!», κι όταν δεν πήρε απάντηση, ανήσυχος, έσπευσε να ειδοποιήσει την αστυνομία. Το Τμήμα δεν ήταν μακριά από το ξενοδοχείο οπότε προτίμησε να πάει αυτοπροσώπως παρά να υποστεί τη δοκιμασία του τηλεφωνήματος με τη μανιβέλα, του τηλεφωνικού κέντρου και των παρασίτων της γραμμής.

Ο αστυνόμος Τασσόπουλος ο οποίος έσπευσε να τον ακολουθήσει επανέλαβε τα ίδια. Χτύπησε την πόρτα, όχι και τόσο διακριτικά αυτός, και αντί για «κύριε υφηγητά!» φώναξε: «Ανοίχτε! Αστυνομία!». Αμέσως μετά ζήτησε από τον διευθυντή του ξενοδοχείου αντικλείδι.

Το φως του πρωινού, γενναιόδωρο, ξεχυνόταν ανεμπόδιστο από τα ανοιχτά παντζούρια σε όλο τον χώρο. Η μέρα ήταν ζεστή, το καλοκαίρι επέμενε, και η άπνοια έκανε την υγρασία αποπνικτική, αναδεύοντας, μαζί με τα μόρια της σκόνης, μια μυρουδιά ξινίλας. Δυο τρεις μύγες πετούσαν γύρω από το σώμα του άνδρα, ξαπλωμένου ανάσκελα στο πάτωμα. Ο αστυνόμος Τασσόπουλος, αποστρέφοντας το πρόσωπό του σαν να ’θελε να αποφύγει την ενοχλητική μυρουδιά, έπιασε τον σφυγμό του και μετά από μερικά δευτερόλεπτα, κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του, σουρώνοντας τα χείλη εις ένδειξιν απογοήτευσης, ψιθύρισε: «Είναι νεκρός».

Καταμετρώντας τα προσωπικά του αντικείμενα η προσοχή του αστυνόμου στράφηκε σε ένα άδειο φαρμακευτικό μπουκαλάκι με την ετικέτα Βερονάλ. Εκτός από τα ματογυάλια του που ήταν πεσμένα δίπλα του στο πάτωμα, στο κομοδίνο υπήρχε και ένα βιβλίο. Στο εξώφυλλο έγραφε: Πλάτωνος Φαίδων.

Η αϋπνία ήταν σκληρή. Άδειαζε το μυαλό του και του έκλεβε την πυκνότητα της σκέψης σ’ έναν γαλακτερό ορίζοντα που ισοπέδωνε τη δύναμή του. Το πρώτο πρωινό –ένα σμάρι από τιτιβίσματα στην αλάνα– τον βρήκε έτσι ακίνητο, με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι, συντροφιά με τα σκόρπια χαρτιά της μοναξιάς του. Ο ορίζοντας της πρώτης άνοιξης ήταν ακόμη παγωμένος. Η ξυλόσομπα είχε σβήσει εδώ και ώρα, τα πόδια του, που στην αρχή αντιδρούσαν στην παγωνιά με κράμπες πεζοπορίας, τώρα δεν τα αισθανόταν πια. Το κρύο ανέβαινε προς τον κορμό του.

Με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι –γεμάτο με χαρτιά, βιβλία ξαπλωμένα μπρούμυτα, ανοιγμένα στη σελίδα όπου είχε αφήσει το διάβασμα– προσπάθησε να συμπυκνώσει τις σκέψεις του. Έψαχνε τη δύναμη για να βγει απ’ το σαρκίο που ο ίδιος είχε φτιάξει για τον εαυτό του. Είχε περάσει μια ζωή σαν περιηγητής στους ερειπιώ-νες των κειμένων, παλεύοντας με τα αδρανή υλικά των λέξεων – απόκρυφα σημεία, μηνύματα που τα είχε φθείρει το πέρασμα του χρόνου. Χρωστούσε ευγνωμοσύνη στην υπομονή με την οποία τον όπλισε η θητεία του στα κατάβαθα της αρχαιότητας. Τώρα όμως ήθελε να βγει στην επιφάνεια, να πάρει μια βαθιά ανάσα και να δει το φως του ήλιου, να κοιτάξει κατάματα τα σχήματα της ζωής, να νιώσει τον παλμό του κόσμου.