Γράφει ο Νίκος Βατόπουλος  – Κάθε φορά που αντικρίζω το ογκώδες, για τα μέτρα της Αθήνας, μέγαρο γραφείων, στη γωνία Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους, αναλογίζομαι πόσα κτίρια σπάνιας θέσης προβολής παραμένουν άγνωστα, μισοφωτισμένα και αγνοημένα στην ιστορία της πόλης.

Και φυσικά, κάθε φορά, ανακύπτει το ερώτημα για όλα αυτά τα οικοδομήματα που μόνη φιλοδοξία είχαν να δώσουν μία αξιοπρεπή λύση σε μία επένδυση εκμετάλλευσης. Πολλά από τα εμπορικά μέγαρα της δεκαετίας του 1950 θα περάσουν στο σύστημα κατανόησης της πόλης όταν οι περισσότεροι από όσους τα αντίκρισαν αστραφτερά και υπερμοντέρνα θα έχουν αποβιώσει. Είναι οι κύκλοι της αστικής ιστορίας αυτοί που καθορίζουν τις συναισθηματικές θερμοκρασίες και τις κοινωνιολογικές αποτιμήσεις.

Ετσι, και με αυτό το κτίριο, που φέρει το όνομα «Μέγαρον Παλλάδος», όπως ονόματα είχαν και οι βίλες της εποχής, θα έρθει η ώρα που θα αξιολογηθεί όχι ως μνημείο αλλά ως ψηφίδα μίας ορισμένης αστικής ατμόσφαιρας. Χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 με σχέδια του αρχιτέκτονα Σπύρου Στάικου (1913-2012), που εκείνη την εποχή (και αργότερα) είχε μελετήσει πολλά κεντρικά κτίρια (ήταν και ένας από τους συνεργάτες αρχιτέκτονες του Χίλτον). Για τους Αθηναίους του ’50 που έβλεπαν την πόλη να αλλάζει θεαματικά, και σταδιακά να βελτιώνει τις υποδομές της, το τεράστιο αυτό κτίριο, δίπλα στην Εθνική Βιβλιοθήκη, είχε έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Πρώτα από όλα αντικαθιστούσε ένα από τα παλαιότερα διώροφα του κέντρου, που ήταν το μοναδικό που είχε κλειστό, καφασωτό εξώστη επί της Πανεπιστημίου. Στη θέση αυτή το οκταώροφο κτίριο γραφείων, με την εσωτερική στοά, τους ανελκυστήρες και τα πάμπολλα γραφεία και καταστήματα, ερχόταν να πει ορισμένα πράγματα για το μέλλον της Αθήνας. Ερχόταν να σωματοποιήσει μία πεποίθηση και να οργανώσει μία τάση.

Θα υπάρχουν αναρίθμητες ιστορίες όλα αυτά τα 60 χρόνια, μέσα στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τα γραφεία στη σειρά, τις κρυμμένες αποθήκες, τις βιοτεχνίες, τα μικρά και μεγάλα μαγαζιά στη στοά. Θα υπάρχουν αναρίθμητες αναμνήσεις από βιώματα και εμπειρίες όπως και ατέλειωτα βλέμματα από όλα τα παράθυρα που τραβούν όλο το αττικό φως και υπνωτίζονται από τη θέα προς την αθηναϊκή τριλογία.

Αλλά εκείνο που μοιάζει χαρακτηριστικό αν δει κανείς το κτίριο αυτό εξωτερικά είναι ο βαρύς όγκος και η επανάληψη της μονοτονίας, όπως όριζε και ο κανονισμός, σε συνδυασμό με μία υπαινικτική, ή όχι και τόσο, φιλαρέσκεια, που εξέβαλλε σε αυτήν την κλασικότροπη πρόσοψη. Αυτές οι προσόψεις, στις οποίες ήταν μάστορας ο Σπύρος Στάικος (όπως και ο Κων. Καψαμπέλης, κ.ά.), ήταν σε μεγάλη ζήτηση ανάμεσα στο 1950 και τις αρχές του ’60 σε πολλά αστικά μέγαρα και πολυκατοικίες. Υπήρχε μια διάθεση ρήξης με την κληρονομιά του ’30, που συνεχίστηκε θαμπή και άσημη στα χρόνια 1947-1950. Και επιπλέον, η αστική τάξη ζητούσε λίγη επισημότητα μετά τον πόλεμο, και μία διακριτική επαναφορά του κλασικού κανόνα. Αυτά τα κλασικότροπα μοντέρνα κτίρια, όταν ήταν από καλούς αρχιτέκτονες και μηχανικούς, επέλεγαν καλής ποιότητας υλικά και γρήγορα έγιναν ταυτόσημα της «νέας ζωής».

Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους. Ενας άσημος, γκρίζος «κολοσσός», ήδη 60 ετών, σε μία εντυπωσιακά προνομιούχο θέση στην καρδιά της Αθήνας. Κάθε φορά τού στέλνω έναν βουβό χαιρετισμό.

images

Πηγή, Καθημερινή