Θυμάμαι, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, το πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας. Ηταν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ένας άνθρωπος που δεν σε γοήτευε με την παρουσία του. Επηρεασμένος κι εγώ από την αριστεροφροσύνη του συρμού, τον αντιμετώπιζα τότε με δυσπιστία. Τον έφερνα πάντα στο μυαλό μου συνοδεία με την κότα, έτσι όπως τον παρίστανε ο Φωκίων Δημητριάδης στις γελοιογραφίες του στα «Νέα». Την όρνιθα που την χρωστούσε στην απαγόρευση της παράστασης των Ορνίθων των Κουν, Τσαρούχη, Χατζιδάκι στο Ηρώδειο στη δεκαετία του ’60.

Η δεκαετία του εβδομήντα, στην πρώτη μεταπολίτευση δεν είχε καμία σχέση πολιτικά με την προδικτατορική Ελλάδα. Η εποχή της ευμάρειας δεν είχε εγκαινιασθεί και τα προβλήματα που απασχολούσαν τη χώρα ήταν τα ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό και η ένταξη στην τότε ΕΟΚ. Σ’ αυτά αναφέρθηκε στο διάγγελμά του ο Κ. Τσάτσος τη χρονιά εκείνη, ξεκινώντας από την πάγια διαπίστωση πως «Η Ελλάδα βρίσκεται σ’ ένα σταυροδρόμι της Ιστορίας της» – κάτι διόλου αξιοσημείωτο μιας και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου η Ελλάδα βρισκόταν πάντα σε κάποιο σταυροδρόμι της Ιστορίας της.

Την εικόνα του στην ασπρόμαυρη οθόνη της εποχής εκείνης, μάλλον υπογάλανη, την θυμάμαι ακόμη διότι αργότερα, όταν γνώρισα το έργο του μετάνιωσα για την απαξιωτική ιδέα που είχα κάποτε σχηματίσει γι’ αυτόν. Θα πω κάτι με κίνδυνο να παρεξηγηθώ. Το ενδιαφέρον μου για τον Τσάτσο το κέντρισε μια θυρωρίνα που είχα στο Παρίσι ως φοιτητής – και όποιος έχει ζήσει ως φοιτητής στο Παρίσι της εποχής ξέρει πως οι θυρωρίνες ήσαν οι μικροί Ναπολέοντες της ζωής σου. Αυτή ήταν από το Μπορντώ, με έντονη προφορά του Νότου, και ήταν οπαδός του Σιράκ, ο οποίος τότε ήταν δήμαρχος. Της είχαν δώσει πρόσκληση για την ομιλία του «Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας» στο δημαρχείο από την οποία επέστρεψε μαγεμένη. Μαγεμένη με τα γαλλικά του «Προέδρου σας», μαγεμένη με τον γοητευτικό λόγο αυτού του κοντού ανθρώπου. «Πρώτη φορά άκουσα να μου λένε πως η Ευρώπη είναι η σύνθεση της ελευθερίας που γεννήθηκε στην Αθήνα, της αγάπης που γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ και της κρατικής οργάνωσης που γεννήθηκε στη Ρώμη». Από τότε ήμουν το αγαπημένο της παιδί. Παραπονιόταν η γειτόνισσα ότι κάνω φασαρία μες στη νύχτα και της έλεγε: «αποκλείεται, ο Ελληνας διαβάζει».

Δεν ξέρω αν υποσυνείδητα αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισα να ξαναδιαβάσω με άλλο μάτι τον «Διάλογο για την Ποίηση» με τον Σεφέρη, και να διαβάσω το «Διάλογοι σε Μοναστήρι», το «Απολογία μιας Ζωής», ακόμη και την εισαγωγή στη μονογραφία του Γιέγκερ για τον Δημοσθένη, που αν δεν κάνω λάθος είναι δική του μετάφραση. Οφείλω όμως να πω πως όταν πέθανε, στη δεκαετία του ογδόντα, η κυρίαρχη νομενκλατούρα της διανόησης ξέχασε να τον τιμήσει με τους συνήθεις ύμνους που συνοδεύουν τις κηδείες δημοσία δαπάνη. Μάλλον γιατί δεν γνώριζαν το έργο του. Μόνη τιμητική εξαίρεση ήταν η «Καθημερινή».

Η αναφορά στον Κωνσταντίνο Τσάτσο και στο διάγγελμά του την Πρωτοχρονιά εκείνη της δεκαετίας του εβδομήντα δεν γίνεται για λόγους επετειακούς. Χωρίς καμία νοσταλγική διάθεση θέλω απλώς να επισημάνω μια λεπτή διάκριση ανάμεσα στο τότε και το σήμερα. Τότε, ασχέτως πολιτικών πεποιθήσεων, ακόμη κι αν θεωρούσαμε πως οι άνθρωποι που κρατούσαν τις τύχες της χώρας στα χέρια τους μας έλεγαν κοινοτοπίες, μπορούσαν να εμπνέουν κάποιον σεβασμό. Δημιουργούσαν απαιτήσεις για τον τόπο, ακόμη κι αν θεωρούσαμε πως οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση να τις ικανοποιήσουν. Ο Τσάτσος δεν υπήρξε μεγάλος πολιτικός, το αντίθετο μάλιστα. Υπήρξε όμως διανοούμενος ο οποίος λειτούργησε στη σκιά ενός μεγάλου πολιτικού όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής που διά του Τσάτσου κάλυπτε τα πνευματικά του κενά.

Προσπαθήστε να μεταφράσετε τη σχέση σε όρους σημερινούς για να αντιληφθείτε ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας το 2016 που μόλις ξημέρωσε. Η παρατεινόμενη οικονομική κρίση, η κοινωνική αφασία, η απομόνωση της χώρας, η πλημμυρίδα των μετακινούμενων πληθυσμών είναι προβλήματα. Η λειψανδρία όμως είναι το κατ’ εξοχήν πρόβλημα – και ας με συγχωρήσουν οι φεμινίστριες, αλλά έχει και η ελληνική γλώσσα τους νόμους της. Θέλω να πω η έλλειψη αξιόπιστου ανθρώπινου δυναμικού στην ηγεσία της χώρας.

Αν καταφέραμε κάτι στο 2015 είναι να χάσουμε και τα τελευταία ίχνη εμπιστοσύνης στις πολιτικές ηγεσίες της χώρας. Φτάνει η εκλογή του κ. Λεβέντη, αλλά και η ανάδειξή του σε ρυθμιστή της πολιτικής κατάστασης για να το αποδείξει. Προηγήθηκε η καιροσκοπική σύμπραξη του Τσίπρα με τον Καμμένο, ανυπόστατη και ιδεολογικά και πολιτικά, και ο διεθνής διασυρμός της χώρας από ένα πρόσωπο όπως ο Γιάνης Βαρουφάκης που ξέρει να διαπραγματεύεται μόνον με τον καθρέφτη του.

Αν μπορούμε να ελπίζουμε σε κάτι το 2016 είναι η αποκατάσταση κάποιας σχετικής πολιτικής αξιοπιστίας. Βλέπετε είμαι σεμνός, και χρησιμοποιώ προσεκτικά τις λέξεις. «Κάποιας σχετικής». Ούτως ή άλλως δεν πιστεύω στις παρθενογενέσεις. Επειδή όμως ο πήχυς έχει πέσει πολύ χαμηλά όλο και δικαιούμαι να ελπίζω. Χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω το γεγονός ότι η παραγωγή γελωτοποιών στην πολιτική σκηνή είναι εξίσου γόνιμη με την παραγωγή ιών και ιώσεων στον φετινό αλλοπρόσαλλο χειμώνα.

Αντε και καλή χρονιά.

 

Καθημερινή