Τον Στράτο Δουκάκη τον γνώρισα στη Βαλένθια της Βενεζουέλας πριν από 20 περίπου χρόνια. Εκεί πρωταγωνιστούσε στον πολιτισμό των Ελλήνων στο περίφημο κλάμπ με την Ελληνορθόδοξη εκκλησία και την παροικία την χτισμένη γύρω από τις παραδόσεις  μας.

Ήταν κυριολεκτικά πρωταγωνιστής της παροικίας, ένας άνθρωπος που στέναζε μακριά από την Ελλάδα, ένας αγωνιστής που προσπαθούσε να φέρει την δορυφορική τηλεόραση της ΕΡΤ στη Βενεζουέλα. Πιστός ραδιοακροατής της ΕΡΑ 5 (ακουστής των βραχέων όπου έπαιζε η ΕΡΑ του Απόδημου Ελληνισμού) κυριολεκτικά έδεσε μαζί μου όταν κάναμε μια ζωντανή σύνδεση με τους Έλληνες της Βενεζουέλας για την ομογενειακή εκπομπή της Διαμαντένιας Ριμπά «Έλληνες Παντού», αν δεν με απατάει η μνήμη μου.

doukakisΜε τον Στράτο υπήρξε μεταξύ μας εξαρχής μια εξαιρετική χημεία, αλληλοαναγνωρίσαμε ο ένας τις μύχιες ευαισθησίες του άλλου κι έτσι κρατήσαμε μακρινή αλλά μόνιμη επαφή με το –email που μόλις είχε αρχίσει να διαδίδεται.

Όταν ο Στράτος μετεγκαταστάθηκε στην Ελλάδα αφήνοντας πίσω του τον τόπο της υλικής δημιουργίας, τη μακρινή Βαλένθια της Βενεζουέλας και επέστρεψε  στην Αθήνα με όλη την οικογένειά του, βρεθήκαμε πάλι. Και ήρθαμε πιο κοντά καθώς εκείνος περιέβαλε με αγάπη τη νέα μου λογοτεχνική υπόσταση κι εγώ τον παρακολουθούσα πλέον στις δημοσιεύσεις που έκανε στο μπλογκ του «Μηθυμναίος» με κείμενα κυρίως δημοσιευμένα σε εφημερίδες τοπικές της Λέσβου.

Ο Στράτος, λοιπόν, αρθρογραφούσε όλα αυτά τα χρόνια ορμώμενος από το δικό του κυρίως κάστρο και ολίγως πως επηρεαζόμενος από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ήταν ρομαντικός στο λόγο και στα κείμενά του, μάλλον στοχαστικός και μοναχικός αναζητητής της δικής του αλήθειας.

Πρόσφατα με ειλικρινή αγαπητική έκπληξη έλαβα ένα υπέροχο βιβλίο με τίτλο «Υστερόγραφα μιας διαδρομής», που αποτελεί την επιτομή των κυριοτέρων κειμένων του Στράτου Δουκάκη κατά την πορεία της γραφής του.

Πρόκειται για μια συλλογή άρθρων και στοχασμών του «Μυθημναίου», ο οποίος ταλανίζεται ανάμεσα στους δύο κόσμους που γνώρισε: την Ελλάδα και τη Βενεζουέλα. Και πάντα θα ζει μετέωρος ανάμεσα στις δυο πατρίδες ακόμη κι αν επέτυχε οριστικά και αμετάκλητα το νόστιμον ήμαρ.

Διαβάζοντας με μανία, ρουφώντας κυριολεκτικά τα υπέροχα ποιητικά του κείμενα (είχα την τύχη να διαβάσω τα περισσότερα μέσα στα χρόνια) ανακάλυψα ότι ο Στράτος αναζητούσε εκεί στον ξένο τόπο την ταυτότητά του όπως είχε προκύψει στο γενέθλιο τόπο, τη Μήθυμνα-Μόλυβο της Λέσβου. Λουσμένος στο φώς του Αιγαίου αναπολεί και μηρυκάζει στιγμές της παιδικής του ηλικίας αποτίοντας φόρο τιμής σε όσους τον έπλασαν αυτόν που είναι.

Προσωπικά ταυτίστηκα μαζί του στον πόνο και το άγος του για τις λέξεις. Μόνο εμείς που ζούμε στις ξένες πατρίδες, μακριά από την ομιλούμενη γλώσσα και προσπαθούμε να εκφραστούμε σ’ αυτήν, μόνο εμείς καταλαβαίνουμε το έρεβος της σιγανής και αμείλικτης απώλειας των λέξεων. Μόνο εμείς πανηγυρίζουμε με τα λεξικά των συνωνύμων και ανακαλύπτουμε την ηδονή στις νέες λέξεις, που σίγουρα υπήρχαν στο υποσυνείδητο μα χάθηκαν στη διαδρομή της ομιλίας μιας άλλης γλώσσας.

Θα πρέπει να πω ότι τα αυτοτελή αναγνώσματα του Στράτου Δουκάκη εμπεριέχουν τη γνησιότητα της πάλης του συγγραφέα τους με το παρελθόν, την ανάγκη του να ανακαλύψει στις μικρές σημειώσεις τις κιτρινισμένες από τον χρόνο, τον φόρτο και τον πλούτο μια ζωής, της δικής του. Και είναι πολύτιμα σαν τα σμαράγδια στη σημερινή λογοτεχνική σκηνή της συνήθους προσποίησης.

«Κι ενώ πασχίζω να πω πολλά, κομπιάζω. Ένας γλωσσοδέτης μου στραγγαλίζει τη μιλιά. Ο χρόνος τιμωρός της σκέψης μου κι ο χώρος στενός στης ψυχής μου την υπόσταση, μπλοκάρει την εκφορά του λόγου. Οι λέξεις… δεν βγαίνουν. Κι ίσως, τέτοιες στιγμές, δεν θα ‘πρεπε να βγουν. Άλλες φορές πάλι, απλά, δεν χωράνε πουθενά. Αρέσκονται στο να μένουν μισές, ανολοκλήρωτες, ασυνόδευτες. Πνίγονται… Πνίγουν. Ξεχνιούνται. Κι ενώ οι λέξεις αποσύρονται , εγώ ψάχνω να βρω ώμο ν’ ακουμπήσω».

Κι αλλού περιγράφει τη μοναχική διαδρομή του συγγραφέα, που ίσως δεν ολοκλήρωσε την πορεία του, κόβοντάς την μόνο σε τεύχη με δημοσιεύσεις σε εφημερίδες ή στο μπλογκ του:

«Είναι στιγμές που λέω να χαθώ. Να κλείσω τα παράθυρα, να μην μπαίνει αέρας, να μη με βρίσκει το φώς και μ’ ανακρίνει. Να μείνω γυμνός χωρίς μνήμες, χωρίς πληγές…Να μετρώ μόνο ανάσες. Μόνος..»

Ο Στράτος Δουκάκης που επιτέλους τόλμησε να εκδώσει τα υπέροχα κείμενά του είναι ένας αποτιμητής της πραγματικότητάς του αλλά και πολλών άλλων του ανήσυχου λογοτεχνικού περίγυρου.

Το βιβλίο του με συγκίνησε, με έκανε να δακρύσω, να ταυτιστώ, να ανακαλύψω τους πόνους και τις ευαισθησίες ενός άνδρα που έγινε εμιγκρές στη Βενεζουέλα, που πέτυχε ως επιχειρηματίας κι ως οικογενειάρχης και που σήμερα ζει με τη γυναίκα του, τα παιδιά και τα εγγόνια του μια κανονική ζωή στου Παπάγου.

Έπαινοι πολλοί για την τόλμη να εκτεθεί εν συνόλω ο Στράτος Δουκάκης της ευαίσθητης φύσης και της λογοτεχνικής πάστας! Κι εγώ βαθειά συγκινημένη που είχα μαντέψει από νωρίς την πάλη και τη νίκη του!