Για μένα η είδηση της 10ης Ιανουαρίου 2016 δεν είναι η επικράτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι του Βαγγέλη Μεϊμαράκη στη Νέα Δημοκρατία, αλλά ο θάνατος του θρυλικού Ντέιβιντ Μπόουι. Ο Ντέιβιντ Μπόουι δεν είναι μόνο τα τραγούδια του, οι μουσικές του, οι παραστάσεις του, οι αλλαγές της περσόνας του ανάλογα με την εκάστοτε δουλειά του. Είναι η ίδια η επανάσταση της ανθρώπινης φύσης, η μετάλλαξή της στη νέα εποχή.

12506701_10205618832289821_675087400_n

Ο Ντέιβιντ Μπόουι, ο Βρεττανός τραγουδιστής απο το Νότιο Λονδίνο, που ντυνόταν εκκεντρικά με γυναικεία ρούχα, που διακήρυσσε ότι ήταν ομοφυλόφυλος αλλά στην κρυφή του ζωή ήταν ετερόφυλος, προσέφερε στη γενιά μας αυτή την τρομερή μαγκιά να διαπράττει όλα τα κοινωνικά εγκλήματα κι αντί να τιμωρείται, να αποθεώνεται.

Κάθε κίνησή του, κάθε ενδυμασία του, κάθε εκκεντρισμός στη σκηνική παρουσία του γινόταν πρωτοσέλιδο στον τύπο και στις τηλεοράσεις σε μια κοινωνία βαθειά συντηρητική κι όμως φευγάτη. Ακόμη και η αποκάλυψη πως μια απο τις πρώην γυναίεκς του τον βρήκε στο κρεβάτι με τον Μίγκ Τζάγκερ δεν προκάλεσε κανενός είδους απογοήτευση στους θαυμαστές του, αλλά μάλλον άνοιξε ένα νέο περιπετειώδες κεφάλαιο της πολυσχιδούς προσωπικότητάς του.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι για μας που μεγαλώσαμε σε συντηρητικές εποχές ήταν αυτός που κατάργησε το πρότυπο του άνδρα-γυναίκας, δημιούργησε την περσόνα του ανδρόγυνου χωρίς να κατηγορηθεί απο το σύστημα. Πέρασε όλες τις ιδιομορφίες του στην κεντρική μουσική σκηνή χωρίς να έχει επιπτώσεις. Ηταν σαν κάποιος μουσικός θεατρίνος, που μπορούσε να αλλάζει πρόσωπα και οι θεατές του απλώς να τον απολαμβάνουν χωρίς να τον κρίνουν.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι μας ρόκεψε πολύ, μας έκανε να παραληρούμε παρακολουθώντας τις συναυλίες του. Ο ήχος της ηλεκτρικής κιθάρας ήταν έντονος στα τραγούδια του, εκκωφαντικά επαναστατικός, μοναχικά καλλιτεχνικός. Ο ήχος του ξεχώρισε ανάμεσα στους τόσους ήχους της εποχής του.

Αυτό το παλιόπαιδο, λοιπόν, τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε σαν ένας καλός οικογενειάρχης με την Ιμάν τη γυναίκα του, την κόρη του Αλεξάνδρα, απολαμβάνοντας το παρασκήνιο μιας λαμπρής και συνεχιζόμενης καριέρας. Δυστυχώς, ο ατρόμητος καρκίνος τον βρήκε, τον χτύπησε και τον καθήλωσε επι 18 μήνες στις θεραπείες μεταμορφώνοντάς τον σε ένα κανονικό θνητό.

Για μένα ο Ντέιβιντ Μπόουι θα παραμείνει το ίνδαλμα της γενιάς μου, το μοναδικό πλάσμα που λάτρεψα στη σκηνή με τις τόσες παραμορφωμένες εκτροπές του. Του τα συγχωρούσα όλα, μα όλα γιατί στο βάθος εκείνα τα μπλέ λαμπερά μάτια συντονιζόταν με τη μουσική, τους στίχους του και με όσα ήθελα να εκφράσω εγώ η μικροαστή θαυμάστριά του. Αν έμαθα να κατανοώ τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπων το οφείλω στον Ντέιβιντ Μπόουι και στον πατέρα μου. Αλλά γι αυτά όλα θα μιλήσω μια άλλη φορά.

Οι ροκιές του σκίζουν την καρδιά μου καθώς σκέφτομαι πως ο μαγικός Ντέιβιντ βρίσκεται πλέον στον κόσμο του μη υπαρκτού. Θα μείνει για πάντα στις μουσικές επιλογές μου ως ο πρώτος ροκάς που δεν κούνησε απλώς το κορμί μου, μα ταρακούνησε το μυαλό και τη γενιά μου.  Και η μνήμη του θα μείνει αυταπόδεικτα αιώνια μέσα απο τα φοβερά τραγούδια και τις μουσικές συναυλίες του.

Για την ιστορία, ο Ντέιβιντ Μπόουι, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Ντέιβιντ Ρόμπερτ Τζόουνς, γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1947. Υπήρξε και θα παραμείνει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ροκ μουσικής του 20ού αιώνα, κυρίως χάρις στη δουλειά του τη δεκαετία του 1970.

Έγινε αρχικά γνωστός το 1969, όταν το τραγούδι του Space Oddity έφτασε στο Βρετανικό Τοπ-5. Εμφανίστηκε ξανά το 1972 με το τραγούδι Starman και το alter ego, Ζίγκι Στάρνταστ. Στη συνέχεια άλλαξε ξανά το μουσικό στυλ και το 1975 έγινε διάσημος στις ΗΠΑ με το τραγούδι του Fame, που έφτασε στο νούμερο 1, από το άλμπουμ Young Americans.