Εγκαίνια,  Πέμπτη 14 Ιανουαρίου στις 20:00. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 6 Φεβρουαρίου.

Μέ τήν τελευταία ἑνότητα ἔργων της ἡ ζωγράφος Νατάσα Μεταξᾶ φαίνεται νά διερευνᾶ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο αἰσθητηριακά εἰσερχόμενα παρόμοια μέ προγενέστερα πού ἤδη καταναλώθηκαν στό παρελθόν ἀπό ἕναν παρατητρητή, διεγείρουν μνῆμες μέ ὅλο τό δικαίωμα πού αύτές διατηροῦν στήν ἀπόκλιση από τό πραγματικό καί στήν παραμόρφωση. Ἄν ὅμως ἀντιμετωπίσῃ κανείς τά ἔργα της δομικά καί ὄχι θεματικά – ὅπως ἄλλωστε ἀξίζει σέ δουλειά μέ τόσο ἰσχυρό σχέδιο καί ἐπάρκεια τονικῆς ὀργάνωσης – τότε θά παρατηρήσῃ πώς ἡ καλλιτέχνης ἐπιστρατεύει τό ὑφολογικά ἀναγνωρίσιμο ρεπερτόριο τῶν τεχνικῶν της λύσεων, γιά νά ὑπηρετήσῃ δύο σημαντικά αἰσθητικά ζητήματα στά ὁποῖα ἐμμονικά σχεδόν ἐπανέρχεται.

Τοῦτα εἶναι άφ΄ ἑνός ή ἀναίρεση τοῦ τελάρου ὡς ὀπτικοῦ χώρου ἀποκλειστικά αὐτοαναφερόμενου. Ἀφ΄ετέρου τά ρευστά ὅρια τῆς ἀφηγηματικότητας τῆς εἰκόνας ὁποτεδήποτε τοῦτα διαλύονται μέ σουρεαλιστικά κυρίως ἢ καί συμβολοποιητικά εργαλεῖα εἰκονοπλασίας.

ΝΑΤΑΣΑ ΜΕΤΑΞΑ_ ΤΕΧΝΟΧΩΡΟΣ

Τήν ἀναίρεση τοῦ τελάρου τήν ἐπιτυγχάνει ὂχι μέ χειρονομιακές καταστροφές, οὒτε ἐνθέτοντας μικρότερα τελάρα ἢ ἀντικείμενα. Ἀλλά ἐπιζωγραφίζοντας τελάρα πότε ὡς αὐτοτελῆ ζωγραφικά περιστατικά καί πότε ὡς ἀνεξάρτητα σχέδια, ἒχουμε δηλαδή πίνακες μέσα καί πάνω σέ πίνακα. Τό ὃτι ζωγραφίζει τούς διαλύτες τῆς συνοχῆς ἑνός ζωγραφισμένου τελάρου ἀποτελεῖ μία ἰσχυρή μεταμοντέρνα λύση γεννημένη ἀπό τις κατακτήσεις τοῦ πιό σκληροπυρηνικοῦ μοντερνισμοῦ.

Τά ὃρια πάλι τῆς ἀφηγηματικότητας τά ὠθεῖ μελετημένα πρός τήν ἀστάθεια, ἐπειδή οἱ τονικές λύσεις πού ἐπιλέγει (κυρίως σέ σημεῖα πού ἡ σύνθεση καταδεικνύει τό μεγαλύτερο βάθος) καταλήγουν νά ἀποκόπτουν συγκεκριμένα κομμάτια τῆς εἰκόνας, ὣστε νά μᾶς ἀναγκάζουν νά τά δοῦμε ὡς ἀφηρημένα ἢ τουλάχιστον ἀμφίσημα. Ἒχουμε καί πάλι δηλαδή πίνακα μέσα στόν πίνακα, δίχως αὐτό νά δηλώνεται μέ τήν εὐκρίνεια πού συμβαίνει στήν περίπτωση τῶν πολλαπλῶν τελάρων, ἀλλά μέ ὑφέρπουσα διαφοροποίηση τῆς υφῆς καί τῶν κορεσμῶν.

Ὡστόσο καί στή μία καί στήν ἂλλη περίπτωση ἡ Μεταξᾶ παραλαμβάνει τά διδάγματα τοῦ μοντερνισμοῦ καί τά ἐξωθεῖ στά ἂκρα καταφεύγοντας στήν κυριολεκτική τους ἐφαρμογή. Μέ αὐτό τόν τρόπο ἀποδεικνύει ὃτι ἡ κυριολεξία μπορεῖ νά ἀναδειχθεῖ σέ ἐξαιρετικά ἰσχυρή μεταφορά, καθώς καί ὃτι οί φαινομενικά παραδοσιακἐς εἰκονοπλαστικές πρακτικές, ἂν χρησιμοποιηθοῦν μέ ἀνορθόδοξη σύνταξη τῆς αναμενόμενης παράθεσής τους, καταφέρνουν νά ἀναδείξουν καινοφανεῖς τρόπους ὀπτικοῦ (ἢ μάλλον ἀντιληπτικοῦ) σχολιασμοῦ τῆς πραγματικότητας.

Τό γεγονός πώς ἡ ζωγράφος δέν καταφεύγει στίς εὒκολες συνταγές τῆς ἒκπληξης ἢ τῆς πρόκλησης γιά νά διαταράξῃ τίς τοπολογικές, ἄλλά καί τίς χρονικές ἀλληλουχίες τῶν εικόνων, ἀποτελεῖ ἒνδειξη τῆς ὡριμότητας τοῦ δημιουργοῦ, καθώς ἐξελισσόμενος ἐγκαταλείπει τά ὀπτικά πυροτεχνήματα, ἀκόμα καί ὃταν γνωρίζει νά τά χρησιμοποιῇ πολύ ἐπιδέξια.

Ρεγγίνα Αργυράκη

Καθηγήτρια Φιλοσοφίας τῆς Τέχνης, Σχολή Καλών Τεχνῶν, Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης