assets_LARGE_t_942_44398515Μιχαήλ Μαρμαρινός, σκηνοθέτης
Είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς και πρωτοποριακούς σύγχρονους σκηνοθέτες με διεθνή φήμη. Εχει συμμετάσχει με παραστάσεις του σε πολλά εγχώρια και διεθνή φεστιβάλ, και έχει διακριθεί με βραβεία σκηνοθεσίας. Από το 2006 διδάσκει στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης. Η συνέντευξη εντάσσεται στο πλαίσιο συζητήσεων με ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, οι οποίοι μιλούν στην «ΗτΣ» για την παρούσα οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση.

Συνέντευξη στον Γιώργο Βαϊλάκη

 

Κύριε Μαρμαρινέ, σήμερα βιώνουμε το τέλος μιας εποχής. Ποιες είναι οι συνέπειες στην Ελλάδα;

«Ο όρος “τέλος” είναι πολύ θεαματικός και δεν θα τον έβαζα. Η ιστορία έχει βιώσει πολλών ειδών τέλη, και το τέλος είναι πάντα και μια αρχή. Αυτή είναι η διαλεκτική των πραγμάτων και το χρόνου- έτσι κι αλλιώς. Αλλά εμείς είμαστε στη φάση της μεταβάσεως που είναι δύσκολη. Πάντως, τα ίχνη της κρίσης υπήρχαν πριν εμφανιστεί. Και μπορεί να μην είμαστε μόνοι σε αυτή την κρίση, αλλά είμαστε μια ειδική περίπτωση με το πελατειακό κράτος και την ψεύτικη ευμάρεια. Η κρίση, όμως, δεν είναι μεταφυσική, είναι απολύτως φυσική. Εχει και όνομα και επώνυμο. Απλώς μέσα σε ένα τέτοιο όχι ιδιαίτερα δημοκρατικό πλέγμα συνδιαλλαγής ψηφοφόρων και πολιτικής δεν μπορούσε παρά να σταματήσει απότομα, έντονα, εκρηκτικά και πιθανόν με την παρέμβαση τρίτων. Θέλω, ωστόσο, να τονίσω κάτι: Αυτήν την επίπονη και ακραία κατάσταση που βιώνουμε δεν πρέπει να την μυθοποιήσουμε. Λίγο να κοιτάξουμε την Ιστορία βλέπουμε ότι αυτός ο τόπος και αυτός ο λαός έχουν ζήσει πολύ σοβαρότερες κρίσεις. Νομίζω ότι πρέπει να είμαστε όλοι πιο ψύχραιμοι. Εάν μυθοποιήσουμε την κρίση, την κάνουμε δυσθεώρητη και τότε το μέγεθός μας απέναντί της γίνεται συντριπτικά μικρό. Είναι όπως οι καθολικοί ναοί για τον πιστό του καθολικισμού, οι οποίοι με την κλίμακά τους τον κάνουν να νιώθει ασήμαντος και ένοχος. Χρειαζόμαστε μία συνθήκη όπου η δημιουργικότητα να μπορεί να συναγωνίζεται αυτήν την κρίση, ώστε να πάμε λίγο πιο μπροστά».

Το θέατρο του παραλόγου εκφράζει το ότι η ζωή είναι εμφύτως χωρίς νόημα. Ο κόσμος σήμερα έχει αυτήν την αίσθηση απουσίας νοήματος. Πιστεύετε ότι αυτή η απότομη ανατροπή που ζούμε σε σχέση με αυτά που ξέραμε συνάδει με τη λογική ή έχει κυριαρχήσει το παράλογο στην καθημερινότητά μας;

«Το παράλογο εμφανίστηκε ως αντίδραση στη λογική όταν εκείνη δεν επαρκούσε για να ερμηνεύσει τα πράγματα. Αλλά αυτό το στοιχείο της λογικής ανεπάρκειας δεν είναι πάντοτε καταστροφικό. Βέβαια, αυτό που χρειαζόμαστε στις κοινωνικές σχέσεις και στις πολιτικές σχέσεις είναι μία βάση εμπνευσμένου ορθολογισμού. Χρειάζεται δηλαδή ο ορθολογισμός να μην είναι στεγνός, αλλά διαφωτιστικός. Οσο για την τέχνη, είναι ένας διάλογος με το πραγματικό και μια υπέρβαση του λογικού- συνήθως».

Τις προηγούμενες δεκαετίες είχε επικρατήσει η φιγούρα και η υπερκατανάλωση. Πιστεύετε ότι η κρίση μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά σε επίπεδο αξιών;

«Αναμφίβολα. Μερικά πράγματα είναι αδιαμφισβήτητα. Και την πραγματικότητα οφείλεις να την δεχτείς και να την μετασχηματίσεις. Αυτός είναι ο ρόλος μας στη ζωή. Αυτό που ονομάζουμε ζωή είναι ένα μήκος χρόνου μετασχηματιστικού, από κάτι σε κάτι άλλο. Αυτό ονομάζεται σε εργατικότητα και δημιουργικότητα. Η κρίση πέρα από την απελπισία είναι μία δυνατότητα εξανθρωπισμού, ξανά. Είναι βίαιη, είναι απότομη, αλλά δημιουργούνται πάλι οι προϋποθέσεις για μικρές παρέες, για μικρές ομάδες, για μικρές κυψέλες. Και, επίσης, μπορούν να αναδυθούν και πάλι αξίες που κινδύνευσαν να χαθούν.

Ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας σε αυτήν τη συγκυρία;

«Πέρα από τους οικονομικούς δείκτες που είναι αποτρόπαιοι για κάποιες μερίδες του πληθυσμού, αυτό που εμένα με πληγώνει στην ελληνική κοινωνία είναι ότι αυτή τη στιγμή, σε αυτήν τη συγκυρία, υπάρχει ένα διχαστικό πνεύμα. Σχεδόν ψυχροπολεμικό. Σχεδόν άτυπα εμφυλιακό. Σαν να υπάρχουν δύο στρατόπεδα. Αυτό το θεωρώ ιστορικά ολέθριο. Υπάρχουν στην κοινωνία δύο αντίθετες δυνάμεις που σαν αποτέλεσμα έχουν την ακινησία. Περιμένω από μία κυβέρνηση αριστερή να κάνει αυτήν την ιστορική υπέρβαση που θα συνθέσει γρήγορα αυτές τις δύο δυνάμεις. Γιατί από την κάθε πλευρά υπάρχουν άνθρωποι δημιουργικοί, χρήσιμοι. Αυτό που περνάει η χώρα είναι κρισιμότερο από τις επί μέρους φράξιες- όποιες και αν είναι αυτές. Επαναστατική θεωρώ την κίνηση αυτή που θα συνθέσει απροόπτως δυνάμεις που μοιάζουν να μην ανήκουν στην ίδια περιοχή. Αυτό, για να κινηθούμε προς τα εμπρός».

Εμείς τι κάναμε λάθος ως κοινωνία; Ποιες αιτίες μας έφεραν σε αυτήν την οικονομική κρίση και στα Μνημόνια;

«Η εφαρμοσμένη πολιτική από τη Μεταπολίτευση και μετά άρχισε να εκπαιδεύει λάθος αυτόν τον λαό, να του δίνει δολώματα, να του δημιουργεί ιδανικά του στιλ “μπες στο Δημόσιο να αράξεις”. Απ’ την άλλη, έχουμε τα συμπλέγματα ενός μικρού λαού, αφού όποτε μπορούμε επικαλούμαστε ένα θριαμβευτικό και μεγαλειώδες παρελθόν. Κάποτε πρέπει να κοιτάξουμε να δούμε εμείς τι μπορούμε να κάνουμε.

Είχαμε μία Ολυμπιάδα το 2004 όπου η χώρα έλαμψε. Πολύ άμεσα μετά την Ολυμπιάδα, όλα σχεδόν άρχισαν να ερειπώνονται. Είναι σαν να δίναμε εξετάσεις στους ξένους και να μην μας ένοιαζε τίποτα για μετά και για εμάς εδώ».

Οι ιστορικοί του μέλλοντος σε ποια στοιχεία του παρόντος θα πρέπει να καταφύγουν για να μας καταλάβουν καλύτερα; Για παράδειγμα, οι Ελληνες δεν φημιζόμαστε για την ικανότητα να συνεννοηθούμε μεταξύ μας, ακόμα και όταν ο κίνδυνος είναι ορατός.

«Εχουμε πέσει σε αυτήν την προαιώνια παγίδα του ενός εναντίον του άλλου. Αυτό δεν βοηθάει κανέναν. Στο Πανεπιστήμιο στους φοιτητές έχω απαγορεύσει τον όρο ?δεν μου αρέσει? γιατί είναι εύκολος, γενικευμένος και κλείνει το αίσθημα και την ψυχή. Το ?μου αρέσει? είναι αντιθέτως μία κίνηση προς τα πράγματα και έχει μεγαλύτερη μετασχηματιστική λειτουργία. Και έτσι μπορεί να γίνει η προσέγγιση και, ακολούθως, η σύνθεση. Αυτό που μένει πίσω για να αποτιμήσει ένας ιστορικός είναι το επίτευγμα του ανθρώπου. Το επίτευγμα δεν μπορεί να προέλθει από μία φασαρία, από την ασυνεννοησία και την ακινησία. Τα επιτεύγματα προέρχονται από την τέχνη και την επιστήμη. Εάν δεν αφήσουμε τέτοια ίχνη, οι ιστορικοί του μέλλοντος θα αδιαφορήσουν για εμάς, για όλη αυτή τη μιζέρια και τον όλεθρο της εσωτερικής συγκρούσεως ενός έθνους».

Ποιο θεωρείτε το πιο επικίνδυνο φαινόμενο στην Ελλάδα της κρίσης; Τι σας φοβίζει περισσότερο; Κινδυνεύει σήμερα η δημοκρατία;

«Αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι ο διχασμός της κοινωνίας, αυτή η μετεμφυλιακή ατμόσφαιρα και η ακινησία. Δεν μπορούμε να επαναφέρουμε την πάλη των τάξεων με όρους 19ου αιώνα. Είναι ανόητο».

?Πώς μπορούν η τέχνη και ο πολιτισμός γενικότερα να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κρίσης;

«Η τέχνη δεν είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας. Την επισκέπτεται και στην επιστρέφει με δώρα. Δημιουργεί μία ελπίδα, μια ανάταση, αλλά και ένα αίσθημα συνύπαρξης, ένα αίσθημα συγκινησιακής συνάντησης με τον άλλον. Αυτό είναι ένα απαραίτητο καύσιμο για την υπόλοιπη διαδρομή μετά, μέσα στην πραγματικότητα».

Ενας σκηνοθέτης, αλλά και γενικότερα ένας καλλιτέχνης εξακολουθεί σήμερα να ασκεί επίδραση στον κόσμο;

«Η τέχνη πάντα είχε μία τάση, να διορθώνει λίγο την πραγματικότητα. Και, βέβαια, δεν πιστεύω καθόλου στην στρατευμένη τέχνη η οποία δημιουργεί τερατουργήματα, αλλά δεν μπορεί να μην υπάρχει πολιτικό βλέμμα στα πράγματα».

Δυστυχώς, είναι ελληνικός ο μύθος του Σίσυφου

Υπάρχουν περιθώρια για μία εμπράγματη αισιοδοξία; Πιστεύετε ότι η Ελλάδα θα καταφέρει να ανακάμψει σε ορατό ορίζοντα;

«Η Ελλάδα είναι οι άνθρωποί της. Αλλά για να ανακάμψεις πρέπει να μην γίνονται ενέργειες που αναιρούν την κίνηση προς τα εμπρός, τη δημιουργικότητα, την προοπτική. Δείτε, για παράδειγμα, μια μικρογραφία αυτού που περιγράφω, δείτε τι έγινε με το Φεστιβάλ Αθηνών. Ακυρώνεται με αυτόν τον άθλιο από πλευράς ηθικής τρόπο ο καλλιτεχνικός διευθυντής του, Γιώργος Λούκος, ένας άνθρωπος που έχει προκαλέσει όλη αυτή την κίνηση του πολιτισμού και μάλιστα σε επίπεδο πέραν τον ελληνικών συνόρων. Ο άνθρωπος αυτός έκανε μια επανάσταση στον χώρο του πολιτισμού, συνένωσε τόσο πολύ κόσμο στο δίμηνο που διαρκούσε το Φεστιβάλ Αθηνών. Δεν θα μπορούσε να προσφέρει ακόμα και στη διαδοχή του; Γι’ αυτό σας λέω, για να ανακάμψεις και να προχωρήσεις, χρειάζεται προηγουμένως η σύνθεση. Αλλά και μία συνέχεια. Οχι αυτό το on/off όποτε αλλάζει μια κυβέρνηση. Αυτό μου επιβεβαιώνει δυστυχώς ότι ο Μύθος του Σίσυφου είναι ελληνικός. Πρέπει να διακοπεί αυτός ο φαύλος κύκλος των ίδιων σφαλμάτων και της ασυνέχειας. Δεν μπορούμε να ξεκινάμε κάθε τρεις και λίγο από την αρχή. Ετσι, δεν γίνεται τίποτα».

 

Πηγη