Αυτές τις μέρες που οι γιορτές απομακρύνθηκαν, όλο και βαθύτερα αισθάνομαι τη μοναξιά των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας και προπάντων εκείνων που βρίσκονται στα γηροκομεία. Κι αυτό γιατί πρόσφατα επισκέφθηκα μια παλιά οικογενειακή φίλη σε γηροκομείο του Μόντρεαλ. Παρατήρησα το γεγονός πως η μεταξύ τους συντροφιά γεννάει ένα αίσθημα αισιοδοξίας σ΄εκείνους αλλά και στους συγγενείς τους, αλλά μετά τη λήξη του επισκεπτηρίου η μοναξιά γίνεται μέγγενη που σφίγγει περισσότερο την καρδιά τους. Η δυσκαμψία στις κινήσεις, η απώλεια της ευεξίας, τα κενά μνήμης, το κοίταγμα στον καθρέφτη γεννούν την απογοήτευση στους ανθρώπους που οδηγούνται αργά και σταθερά προς την ολοκλήρωση του κύκλου της ζωής. Κι όμως αντέχουν και χαίρονται κάθε στιγμή σα νάναι η τελευταία.

  Όπως μου έλεγε ένας παππούς, φίλος της οικογένειας: «Βλέπεις τον Αλέξανδρο; Βιάζεται να τελειώσει η μέρα για να’ ρθει η επόμενη. Για μένα κάθε δύση είναι μια μέρα που δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ και θα μαζέψει περισσότερο το κουβάρι μου.» Αυτές οι σκέψεις κυριαρχούν μέσα μου και έξω μου καθώς βλέπω μακρόθεν αγαπημένα πρόσωπα να πληρούν τη νομοτέλεια της φύσης, που δεν είναι άλλη από το αναπόδραστο ταξίδι προς το θάνατο. Το βούλιαγμα της σάρκας μέσα στα μάγουλα, η εξασθένηση της ομιλίας, η θολή ματιά, το περπάτημα με δυσκολία, είναι τα χαρακτηριστικά του γήρατος στο τελευταίο στάδιο πριν από το τέλος. Κι όμως σηκώνονται και την επόμενη μέρα , δίνουν τη μάχη για ένα κομμάτι ζωής ακόμη.

Κι ενώ γνωρίζεις πως αυτός είναι ο δρόμος , πως δεν υπάρχει επιστροφή από την οριστική πορεία προς την έξοδο, εσύ αντιδράς.

Πονάς γιατί αρνείσαι να δεχτείς πως τα πρόσωπα που σε γέννησαν, που σ’ έμαθαν να περπατάς, που σε γαλούχησαν με τη γνώση τους και τη σοφία τους, αυτά τα ίδια πρόσωπα φθίνουν ολοένα, χάνοντας την επαφή με την πραγματικότητα.

Πονάς γιατί δεν αντέχεις τον εκφυλισμό του γήρατος όταν συμβαίνει στο δικό σου γεννήτορα. Αυτή η αργή και βασανιστική πορεία θανάτου είναι μια επώδυνη διαδικασία στα σωθικά σου. Είναι μια πληγή που την υποθάλπτει το όξος και το δηλητήριο της φθοράς.

Πονάς γιατί δεν μπορείς να προσφέρεις τίποτε. Γιατί ούτε το χαμόγελό σου ούτε η παρουσία σου ούτε τα λόγια σου είναι ικανά να αναχαιτίσουν έστω και για λίγο αυτόν τον κατήφορο…

Πονάς περισσότερο γιατί δεν μπορείς να αποδεχτείς τη φυσική φθορά στα δικά σου πρόσωπα, δεν μπορείς να συγχωρήσεις στον πανδαμάτορα χρόνο την καταστροφική του μανία στη σάρκα και στο πνεύμα τους.

Πονάς γιατί βλέπεις να απορρυθμίζεται σιγά και σταθερά ένα σώμα που κάποτε περπατούσε, ανεμίζοντας την ευλογία της νιότης.

Πονάς που το μυαλό δεν θυμάται όσα υπέροχα έμαθε και κατεργάσθηκε φωτίζοντας τις παιδικές σου μνήμες.

Πονάς γιατί δεν μπορείς να μοιραστείς το παρελθόν, τις υπέροχες ώρες που σε μάθαινε ετούτο κι εκείνο, που σε πήγαινε εκδρομές, που σου εμφύτευε τα όνειρα για τη ζωή σου.

Που δεν θυμάται ότι σε έπλασε να αγαπάς τις λέξεις, να αγαπάς το λόγο, να σέβεσαι το Θεό του και τους συνανθρώπους σου.

Πονάς που ξέχασε εκείνο το πελώριο Συν που κυριαρχούσε στη ζωή του και στη δική σου: Συνάνθρωποι, Συμπόνοια, Συνύπαρξη, Συμπάθεια…Συν! πάντα Συν χωρίς κανένα πλην.

Πονάς γιατί είναι το γήρας είναι ανελέητο, οδυνηρό, μοναχικό…

newsroom/globalview.gr