Αθηναϊκές ιστορίες από το Νίκο Σίσκα – Έγκλημα πολλών Ρίχτερ (Μέρος 4ον)

(Η ιστορία διαδραματίζεται στην Αθήνα, αλλά σε μιαν άλλη διάσταση, καθώς αυτά δεν θα συνέβαιναν ποτέ στις μέρες μας και στην πραγματικότητα που ζούμε. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς τυχαία)

260434_125365357545310_3390811_n

Ο δαιμόνιος Μοχέρ στεκόταν στην πόρτα της ταράτσας κι έβλεπε το θέαμα: η Κλίμακα Ρίχτερ, με μακρύ μαύρο φόρεμα που σερνόταν, πλερέζα μακριά που έφτανε στο γόνατο, με τρεις γλαδιόλες καρφωμένες στο κεφάλι να ανεμίζουν, ανάμεσα στον καπνό, να θρηνεί τον Γουστάβο που καιγόταν μπροστά της. Στο βάθος, στην απέναντι ταράτσα, ανάμεσα στην ντούχνα, αχνοφαινόταν μια κυρία με φακιόλι και ρόμπα που φώναζε: «Ανώμαλη, διεστραμμένη! Θα φωνάξω την αστυνομία!». Η χήρα γύρισε και την κοίταξε για λίγο (ποιος ξέρει τι ύφος είχε… Δεν φαινόταν κάτω από την πυκνή δαντέλα), αποχαιρέτησε τις στάχτες και πλησίασε τον αστυνομικό. Γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά την γυναίκα της απέναντι ταράτσας, σήκωσε την πλερέζα και είπε, με κάποιο οίκτο, στον ήρωά μας: «Μικροαστή… Είναι όλοι τους μικροαστοί.. Θεέ μου, πόση μοναξιά… Πάμε να πιούμε κανένα κονιάκ, κύριε Τέτοιε μου;». Εκείνη κατέβηκε αργά τις μαρμάρινες σκάλες, αφήνοντας πίσω να σέρνεται η μακριά ουρά του φορέματος. Ο δαιμόνιος ακολούθησε σιωπηλά, ενώ η Μπελίντα, η οικιακή βοηθός, έσβηνε με το λάστιχο τους κατιμάδες, καθώς η στάχτη σκόρπιζε παντού από τον αέρα.

Λίγες στιγμές αργότερα, τα δευτερόλεπτα του μεγάλου ρολογιού έσπαγαν την σιωπή του αρχοντικού διαμερίσματος της Φωκίωνος Νέγρη: «Τικ τακ, τικ τακ». Η Κλίμακα ήπιε μια γουλιά κονιάκ και έπειτα, με βαθιά ανάσα άρχισε την συζήτηση.

-Θέλετε να πείτε ότι ο Γουστάβος ήτο δίγαμος;
-Ναι! Ήτο ο μακαρίτης, μουρμούρισε ο Νεοκλήμων.
-Που να σκορπίσει στον άνεμο, ο αλήτης, ούρλιαξε η χήρα. Σκόρπισε δηλαδή… Αλλά δεν φταίει κανένας, εγώ φταίω που τον σεβάστηκα. Τον έκοψα σε μεγάλα κομμάτια και τον έκαψα… Δεν έπρεπε! Του χρειαζόταν να τον κάνω κεμπάπ.

Ο δαιμόνιος έπιασε λίγο το στομάχι του, μέχρι την στιγμή που η χήρα, συμπλήρωσε: «Να τον κάνω κομμάτια! Αλλού τα μάτια, αλλού τα δάχτυλα, αλλού τα δόντια» κι εκείνος τινάχτηκε με αναγούλα, καθώς η Ρίχτερ συνέχιζε: «Να τρέχουν οι σάρκες του και να τις τρώνε τα κοτσύφια και τα γεράκια». Ο αστυνομικός κουλουριάστηκε με έντονη δυσφορία στον καναπέ. Η Κλίμακα τον κοίταξε και πλησίασε με κατανόηση.

-Αν θέλετε να κάνετε εμετό, σας παρακαλώ, όχι εδώ. Η μπουχάρα είναι ρώσικη και πανάκριβη.

Έπειτα, έσκυψε για λίγο στο χαλί, κοίταξε έναν μεγάλο λεκέ, και απηύθυνε τον λόγο στον άντρα: «Να! Κοιτάξτε! Μια κοιλάδα αίματος στο πέλος του χαλιού. Δεν θα βγει με τίποτα ο λεκές. Ούτε στο καθαριστήριο». Και ο Νεοκλήμων έτρεξε βιαστικά στην τουαλέτα. Σε λίγα λεπτά επέστρεψε χλωμός. Ρώτησε την γυναίκα τι έκανε το βράδυ του φόνου. «Μπιρίμπα, κύριε Τέτοιε μου. Μπιρίμπα μέχρι τις οκτώ το πρωί, στο διαμέρισμα της κυρίας Γκανιότα. Φωκίωνος Νέγρη 102. Μπορείτε να πληροφορηθείτε. Μα, τι νομίζατε; Ότι θα σκότωνα τον Γουστάβο; Τα χέρια μου είναι αδύναμα να σηκώσουν την κατσαρόλα Μέρκελ που βρέθηκε στο κεφάλι του. Πολύ περισσότερο να τρίψουν στον τρίφτη».

Τώρα πια είχε έρθει η ώρα να φανερωθεί όλη η αλήθεια στην Κλίμακα. Ο Νεοκλήμων της αποκάλυψε ότι η δεύτερη κυρία Ρίχτερ, η Μονσερά Φουαγιέ, βρισκόταν στο απέναντι καφέ και περίμενε. Η Κλίμακα ούρλιαξε: «Είναι αυτή εδώ; Και τι μου την φέρατε; Να την φιλοξενήσω;». Έπειτα, πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε με περιέργεια στα τραπεζάκια του πεζόδρομου.

-Αυτή, με την κόκκινη αφάνα στο ξερό, είναι;
-Αυτή, απάντησε ο αστυνομικός.
-Σας παρακαλώ, κύριε Τέτοιε μου, κάποιο λάθος θα έχει γίνει. Ο Γουστάβος ίσως να ήταν άτακτος, αλλά δεν θα πήγαινε με αυτό το πράγμα. Αυτή, καταρχάς, είναι σγούμπος. Αν πέσει στο δρόμο θα την καταπιεί ο υπόνομος!
Κι όμως, ο σγούμπος… Θέλω να πω: η κυρία είναι η κυρία Ρίχτερ. Και είναι τραγουδίστρια της λυρικής.
-Της Εθνικής, εννοείτε!
-Όχι, είναι της λυρικής.
-Είναι η Κάλλας; Δεν είναι. Άρα είναι της Εθνικής! απάντησε εκνευρισμένη η Κλίμακα.

Ο δαιμόνιος πλησίασε την χήρα. Της χτύπησε φιλικά τον ώμο και, αφού την διαβεβαίωσε ότι καταλαβαίνει απόλυτα την πίκρα της, την παρακάλεσε να δεχτεί την Μονσερά Φουαγιέ στο σπίτι, καθώς θα ήθελε να κάνει ερωτήσεις και στις δύο. Η Κλίμακα σήκωσε την πλερέζα και κοίταξε το ρολόι που μετρούσε βαριά την ώρα: «Τικ τακ, τικ τακ». Για λίγο έμεινε σιωπηλή. Το σαγόνι της άρχισε να τρέμει στιγμιαία.

-Στάχτη να γίνει, σαν τον Γουστάβο. Πέστε στην ελαφρολαϊκιά να έρθει.

Ο Νεοκλήμων, αφού την ευχαρίστησε έφυγε γρήγορα. Η Κλίμακα φώναξε την Μπελίντα. Η κοπέλα ήρθε με ταχύτητα στην κυρία της.

-Θα έχουμε επισκέψεις. Να είναι όλα τέλεια. Και να βάλεις κονιάκ… Ξέρεις, από το καλό, διέταξε με κάποιο υπονοούμενο.

Το κορίτσι εξαφανίστηκε υπακούοντας. Η Κλίμακα έμεινε μόνη στο αρχοντικό σαλόνι. Κοίταξε από το παράθυρο και είδε τον αστυνομικό να μιλάει στην Μονσερά. Άρχισε να γελάει δυνατά και νευρικά. Το γέλιο της ήταν τόσο δυνατό που διέκοψε την συζήτηση του αστυνομικού και της Φουαγιέ, που βρίσκονταν στον πεζόδρομο. Κοίταξαν με περιέργεια προς την πολυκατοικία. Και το γέλιο γινόταν όλο και πιο δυνατό, που αντηχούσε σε όλη την Φωκίωνος Νέγρη. Είχε έρθει η ώρα οι δύο κυρίες Ρίχτερ να αναμετρηθούν…
(Συνεχίζεται…)

 

newsroom/globalview.gr