Τι είναι τέχνη; Μα ήδη ξεκινάω με λάθος ερώτηση. Αναδιατυπώνω: Τι είναι τέχνη για ένα κοινό εθισμένο στην κουλτούρα της τηλεθέασης στην κατασκευή της οποίας έχει συνδράμει ο «αφρός» της πνευματικής, καλλιτεχνικής και πολιτικής ελίτ;

Ακόμη και σε μια χώρα τραυματισμένη και αιμάσσουσα οικονομικά και ηθικά, όταν φτιάχνεις τη λίστα του φεστιβάλ σου κάποιους θα προκρίνεις και κάποιους θα αποκλείσεις.

anthropos-texniΟταν όμως κάνεις εισαγόμενο το όλον φεστιβάλ, το πράγμα αλλάζει. Και αλλάζει περισσότερο όταν ο χώρος του ευυπόληπτου, του υψηλού, του μέτριου ή του συζητήσιμου είναι a priori περιχαρακωμένος από τη λογική του βελγικού must, του ευπώλητου, του πιασιάρικου -με συλλήβδην αποκλεισμένη την καθ’ ημάς ελληνική εναλλαγή πεζότητας και ποίησης και εκτός παραδείσου τις εκπλήξεις και τις πρωτοπορίες των ημετέρων δυνάμεων.

Αλλά πώς φτάσαμε εδώ; Χρόνια τώρα τα του πολιτισμού εδράζονταν σε μια κατασκευή επιβαλλόμενη και αναπαριστάμενη από την τηλεόραση και τα μίντια. Τι πλατσούριζε στα νερά του λάιφ στάιλ;

Αυτό, ναι. Αλλά επειδή -όπως τώρα- δεν έγινε μια συζήτηση επί της ουσίας για τον πολιτισμό, τους πόρους του και τη διαχείρισή τους, οδηγηθήκαμε σε ένα επιπλέον δημόσιο πρόβλημα.

Βέβαια η υπόθεση της κρατικοδίαιτης τέχνης και της σίτισης των ημετέρων δεν είναι νέα. Ούτε η υπόθεση της διαχείρισης του πολιτισμού –ακόμα και αυτού που υποκειμενικά ή ψευδαισθητικά νοείται ως τέτοιος.

Οταν όμως εμείς που μετέχουμε από τη σφαίρα του ιδιωτικού βίου στα θέατρα, τις συναυλίες, τα σινεμά, που πηγαίνουμε σε εκθέσεις και θεματικά ζουρ φιξ, αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών μας, τότε το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και για τη σφαίρα του δημόσιου βίου -ήτοι να υπάρχει ευθύνη και μάλιστα μεγαλύτερη- για τα λεγόμενα «μεγάλα πακέτα».

Ειδικότερα για τα πακέτα πολιτισμού∙ αυτά που αμπαλάρουν στον δημόσιο χώρο τα υπουργεία-χορηγοί, οι διάφοροι κρατικοί οργανισμοί, οι Α΄ και Β΄ βαθμοί τοπικής αυτοδιοίκησης μαζί με εταιρείες-χορηγούς, μίντια, καλλιτέχνες και ατζέντηδες.

Θυμηθείτε, δείτε αν θέλετε… Το modus operandi, η «φιλοσοφία» αυτών των πακέτων του Φεστιβαλ τα τελευταία 30-40 χρόνια: είναι ίδια. Μίκης και Μάνος και τα διάφορα σχήματα αυτών, Χαρούλα, Νταλάρας, Σαββόπουλος, Ανδριόπουλος, Μαρκόπουλος, Λεοντής και νεότεροι πρωταστέρες και όποια «βαριά κουλτούρα» περίσσευε από τα δρώμενα του άστεως και είχε χρείαν γενναίας χρηματοδότησης.

Ολα δίχως θέμα, χωρίς έρμα, άτακτα, σαν να μην υπήρχε κάποιος κανόνας, χωρίς καν διαίσθηση ή ένστικτο∙ τέλος, χωρίς καμία ουσιαστική αποτίμηση παρά μόνον την ελλειμματική ξινίλα που εγγραφόταν στα δημόσια ταμεία.

Το πεδίο του πολιτισμού ήταν και είναι υπόθεση par excellence εμπόρων και ατζέντηδων που συνεργάζονται με τα υπουργεία και τους δημάρχους –με αποτέλεσμα τη χρόνια διολίσθηση της τέχνης και του ρόλου της.

Και αν υποθέσουμε πως -πράγματι- υπάρχει κάποια πνευματικότητα σε μερικά έργα, αυτή περισσότερο καθορίζεται μάλλον φυσικά και συμβολικά από τους δημόσιους χώρους (αρχαία θέατρα, κάστρα, τόποι και χώροι φέροντες την αυτάξια αύρα της μαγείας τους) και λιγότερο από την ουσία του έργου των προαναφερθέντων που παρήλασαν και απόλαυσαν τη λαϊκή αποθέωση σαν σε πίστα για να δώσουν άνετα τη θέση τους στον Vangelis, στη Nana, στις φουστίτσες και τα φτερά του Sakis, στη Ρούλα, στον Λάκη και στους λοιπούς «του κόσμου των γραμμάτων και των τεχνών» με τα τσιφτετέλια, τα λαμέ, τους κομμωτές, τους σεφ και τις μανικιουρίστες.

Η υπόθεση Φαμπρ ήταν δεδομένη. Ηταν υπόθεση ενός highbrow τύπου με καλλιτεχνικές ακαμψίες και άγνοια, απότοκη της συνηθισμένης φεστιβαλικής πρακτικής, αλλά και ένδειξη της χρόνιας πενίας: να καταναλώνουμε πολιτισμό και όχι να βλέπουμε τον πολιτισμό ως μοχλό καλλιέργειας και ανάπτυξης.

Ηταν υπόθεση έμμονης βλαχοδημαρχίας και συνάμα ένδειξη της εισόδου μας, ως σύνολης κοινωνίας, στη νέα φάση της κυριαρχίας των επιδερμικών επιφαινομένων και της πρόκλησης αντιδράσεων –καλών ή κακών, αδιάφορο. Αρκεί να πλασάρονται τα προϊόντα, μισά ή ολοκληρωμένα λίγο ενδιαφέρει, με εικόνες και ιδέες κάθε είδους – όχι μόνον τηλεοπτικές… αλλά και εφαρμογών youtube με ημι-καν καν φαραωνικά ντάνσινγκ, κατά προτίμηση βελγικά που στην ούγια να γράφουν Φαμπρ.

Στην παγερή λογική της κοινοπραξίας του πολιτισμού τα πάντα είναι απαλλαγμένα από το ανθρωπολογικό-κοινωνικό φορτίο της ανθρώπινης περιπέτειας των παθών και των μύθων της… με απόν το ελληνικό καλοκαίρι του θερισμού, της θάλασσας, των χυμών, των τραγουδιών, των χορών και των τελετουργιών.

Τα πάντα κινήθηκαν πέρα από τα δύσκολα: «Τι είναι τέχνη;» «πώς βιώνουμε τον πολιτισμό μας;» «ποια η ασπίδα μας στη βαρβαρότητα;» «πού βρίσκονται οι καταφυγές μας;»

Το όλον φιάσκο δεν ήταν απλώς άλλος ένας κύκλος ή στάδιο των νεωτερικών διλημμάτων σχετικά με τον σχηματισμό του πολιτισμού και της συλλογικότητας. Ηταν μια καμπανάτη μετανεωτερική συνθήκη. Ενας πολλαπλασιασμός κόσμων με εικόνες β΄ βαθμού (περί τέχνης α λα Φαμπρ), με χάσματα και τεχνητούς χωροχρόνους ασύνδετων εμπειριών, χωρίς συνέχειες ούτε ιστορία, δίχως καν την αίσθηση του παρόντος, από μια μάλλον άξεστη φυλή διαχειριστών πολιτισμού.

Οταν και όπου τα νοήματα δεν οδηγούν σε κάποιο συμπέρασμα, οι άνθρωποι δεν σκέφτονται την εξέλιξη των πραγμάτων, ο πολιτισμός φτωχαίνει και η ενιαία εμπειρία του υψηλού και του ωραίου σε ανθρώπινη κλίμακα δεν θεωρείται πλέον δεδομένη∙ ούτε καν η κάθαρσις.