Ποιες ήταν οι καταγγελίες της νεωτερικότητας για τις αυθαιρεσίες και τις καταχρήσεις του ancien régime; «Ο,τι πληρώνει ο φτωχός το χάνει για πάντα και παραμένει ή επιστρέφει στα χέρια του πλουσίου∙ και καθώς οι πλούσιοι είναι οι μοναδικοί άνθρωποι που συμμετέχουν στην κυβέρνηση ή που βρίσκονται εγγύτερα σε αυτήν και στους οποίους, αργά ή γρήγορα, τα έσοδα των φόρων θα καταλήξουν, έχουν σαφές συμφέρον αύξησης των φόρων ακόμη και όταν πληρώνουν το ποσοστό τους» (Ζ.-Ζ. Ρουσό). Μερικοί, όμως, δεν θέλουν να πληρώνουν ούτε το ποσοστό τους.

Πρόσφατα, τα LuxLeaks είχαν αποκαλύψει τις συμφωνίες του Λουξεμβούργου με τις πολυεθνικές ώστε να μεταφέρουν εκεί κέρδη για να μη φορολογηθούν παρά ελάχιστα (tax ruling). Πριν από εβδομάδες, τα Panama Papers αποκάλυπταν τις χιλιάδες offshore που είχαν στήσει κυβερνήτες, αξιωματούχοι και εταιρείες για να φοροδιαφεύγουν νομίμως.

Η αντίδραση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ήταν να σπεύσει να ψηφίσει τη νομική προστασία των εταιρικών μυστικών στις μελλοντικές πιθανές απόπειρες να δίνονται στη δημοσιότητα με το σκεπτικό του πιθανού διασυρμού των εταιρειών (Σόιμπλε) και της… προστασίας του ανταγωνισμού (Φέρχοφστατ).

Την περασμένη εβδομάδα, στο πρωτοσέλιδό της, η «Εφ.Συν.» αναδείκνυε το ηθικό ζήτημα της εξαίρεσης -από τις περικοπές που θεσπίζονται- των συντάξεων των εκλεγέντων βουλευτών, δημάρχων και περιφερειαρχών πριν από το 2012.

Πότε χωνεύτηκε η ψίχα του Διαφωτισμού; Εγινε σημαία, αλλά δεν χωνεύτηκε ποτέ.

Εξού ο νέος Μεσαίωνας∙ η αναβίωση της Σκοτεινής Ηπείρου, με το πλέον συντηρητικό και αντιδραστικό τμήμα της Ευρώπης και της Ελλάδας να επιλέγει το χειρότερο σενάριο των φθινουσών προσδοκιών σε οικονομικό και κοινωνικό ορίζοντα, με αναδρομικό χαρακτήρα.

Οι νέοι να βρίσκονται με κομμένα φτερά και οι ονειροπόλοι και αισιόδοξοι του χθες να ενοχοποιούνται, γενικευτικά, έως ότου παραδεχτούν ότι το όνειρο για μια καλύτερη ζωή ήταν ένα είδος αμαρτίας που, αναγκαστικά, όχι μόνον θα πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά να εξαγνιστεί, να αποκηρυχθεί ή, επιτέλους, να πληρωθεί. Με τους λοιπούς να είναι αόρατοι: άνεργοι, έξω από την παραγωγή και την κοινωνία, να ζουν από τη φιλανθρωπία των φίλων και των συγγενών.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ύβρις από το να απονομιμοποιείται ιδεολογικά, κοινωνικά και πολιτικά ό,τι μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «νόμιμη προσδοκία». Με την αυθαίρετη μάλιστα ερμηνεία ότι το όνειρο μιας δυνητικά καλύτερης ζωής συνέβαλε στη σημερινή κοινωνική παρακμή και κατάπτωση.

Και οι πραγματικά υπεύθυνοι; Αυτοί, διαρκώς μετακινούμενοι και αυτόμολοι προς την κατεύθυνση της εξουσίας, του οκαζιονισμού, του χρήματος και των προνομίων, είτε μένουν στο απυρόβλητο αβάδιστα και κληρονομικά είτε –οι νεόκοποι― εισβάλλουν και εγκαθίστανται στο προσκήνιο της πολιτικής και της οικονομίας και συνεχίζουν από δεσπόζουσες θέσεις να διδάσκουν μιντιακά το χειρότερο μάθημα: «Θέλουμε να σας σώσουμε, αλλά βλέπετε είναι πολύ δύσκολο… και μέχρι να σας σώσουμε θα κρατήσουμε εμείς τα προνόμιά μας, ελαφρώς αφορολόγητοι, κάνοντας καλά αυτό που ξέραμε να κάνουμε πάντα: τίποτα».

Γιατί τα λέω ξανά όλα αυτά; Γιατί νομίζω ότι η πρόσκαιρη (;) κυριαρχία του πολιτικού και οικονομικού ανθρωπότυπου, αυτής της νέας φυλής των αρπακτικών που συνομιλούν με ανόητους πολιτικούς -που μόνο νέα δεν είναι-, που νομιμοποιεί τη φτώχεια και την ανισότητα ενοχοποιώντας μάλιστα τους φτωχούς, δεν σημαίνει την εξάλειψη της παλιάς φυλής που μοχθεί και εργάζεται συλλογικά για την παραγωγή του πλούτου, της ανθρωπιάς, της αρετής και της προκοπής.

Αυτή η παλιά φυλή -που δεν άλλαξε ούτε θα αλλάξει- είναι σήμερα παραγκωνισμένη και απελπισμένη. Είναι τραυματισμένη και τσουρουφλίζεται, ως μη όφειλε, στον βωμό της σωτηρίας των σωτήρων.

Σίγουρα, δεν υπάρχει μαγικός τρόπος εξάλειψης των δεινών της κοινωνίας, αλλά υπάρχουν δυνατότητες άμβλυνσης των προβλημάτων και βελτίωσης της ευημερίας. Και αυτές δεν συζητούνται.

Και γιατί είμαστε ακόμα εδώ; Για να ξαναμάθουμε την Πολιτική. Είμαστε εδώ γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς μία διαλογική πορεία σε διαρκή κίνηση ανάμεσα στην πολικότητά μας του demens και του sapiens. Σαν αυτή τη νέμεση-μοίρα του ποδηλάτη που βαράει ορθοπεταλιά για να μην πέσει. Με το αίτημα να ελευθερωθεί αυτή η παλιά φυλή που ξέρει απ’ το ασήμαντο να τεχνουργεί ευτυχίες, που ζυμώνει τη λάσπη και φτιάχνει αγαθά.

Οσοι επιστρέφουν στην Ελλάδα για το ορθόδοξο Πάσχα μαζί με όλες τις μη κατατάξιμες αστικές καρδούλες (νεοδημοκράτες ή συριζαίοι, μνημονιακοί ή όχι, ευρωσκεπτικιστές ή φιλοευρωπαίοι) συζητούν για όλα αυτά: για κυβερνήσεις που λάτρευαν τα δάνεια και το χρέος, γι’ αυτούς που εμφανίζονται ως ειδικοί ή ως θεραπευτές της νόσου, ενώ είναι μόνιμοι φορείς και οι κύριοι μέτοχοι της μετάδοσής της.

Και θα ξεχυθούν στην επαρχία για να ζήσουν τα πάθη του έαρος «ως εκείνοι οι όχλοι και οι Παίδες, οι εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενοι∙ λαβόντες τα της νίκης σύμβολα, τους κλάδους των δένδρων και τα βαΐα των φοινίκων την ανάστασιν προεμήνυαν…»

Υπάρχει ελπίδα στη συλλογική απελπισία; Επουλώνεται το τραύμα; Κάθε φορά που το ρωτάω, κάθε φορά μου έρχεται στο νου ο Χ. Μαρκούζε που έκλεινε τον «Μονοδιάστατο Ανθρωπο», με αυτό που είχε πει ο Β. Μπένγιαμιν: «Αν έχουμε ακόμη μιαν ελπίδα, τη χρωστάμε σε αυτούς που δεν έχουν απολύτως καμιά»

Πηγη