Ας ρίξουμε μια ματιά στον Μονταίνιο που, το 1588, αποτύπωνε την εποχή του: «Στο χάος που ζούμε, κάθε Γάλλος (διάβαζε, σήμερα, κάθε Ελληνας ή Ευρωπαίος), προσωπικά αλλά και συνολικά, βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με μια κατάσταση που μπορεί να σημαίνει την απόλυτη ανατροπή της μοίρας του» (Stefan Zweig, «Μονταίνιος», εκδ. Αγρα 2015).

Ας δούμε τον γέρο κοινωνιολόγο Εντγκάρ Μορέν (γεν. το 1921 στο Παρίσι) να λέει για το 2006: «Η Γαλλία, φημισμένη για το ευ ζην της, είναι η μεγαλύτερη καταναλώτρια αντικαταθλιπτικών στον πλανήτη».

Ας μεταφερθούμε στη Σκοτία το 1759, σε ένα επίσης παλιό μάθημα: «Οσο εγωιστής κι αν υποθέσουμε πως είναι ο άνθρωπος, υπάρχουν αποδεδειγμένα στη φύση του ορισμένες αρχές, σύμφωνα με τις οποίες τον ενδιαφέρει η τύχη των άλλων και του είναι τόσο αναγκαία η ευτυχία τους, ακόμα κι όταν δεν αντλεί άλλο κέρδος από αυτήν πλην της χαράς να τη βλέπει».

Ο Ανταμ Σμιθ, που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης Ηθική Φιλοσοφία (δεν λεγόταν ακόμα Πολιτική Οικονομία), μιλούσε για ηγεμονία των αρετών, για φαντασία, δίκαιο, κάλλος, δημόσιο συμφέρον, για αξιομισθίες αλλά και ψευδολογίες, ακόμα και για ερωτοδουλειές∙ μιλούσε για αισθηματικές επενδύσεις, για ευάρεστα των αισθημάτων, για έλεγχο και αποθάρρυνση της φιλαυτίας. Σιχαινόταν τον εναγκαλισμό της πολιτικής από τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Αυτά, λ.χ., ποτέ δεν τα σχολίασε ο Μαρξ, γιατί απλώς συμφωνούσε.

Κάτι έγινε στις κοιτίδες της νεωτερικότητας –σε ό,τι ονομάζουμε πολιτικό πολιτισμό μας. Είπαν στους λαούς ότι είναι κυρίαρχοι και αυτοί δεν το πίστεψαν ποτέ. Ισως αυτό να εξηγεί και το γιατί «Το κεφάλαιο», όταν πρωτοδημοσιεύτηκε, διαβάστηκε λιγότερο από την εργατική τάξη της Αγγλίας και της Ευρώπης αλλά είχε γίνει μπεστ σέλερ μεταξύ των σπεκουλαδόρων της Νέας Υόρκης, που έψαχναν στις σελίδες του πώς θα αυξήσουν τα καπιτάλια τους.

Πόσο ανεπίκαιρα για τον 21ο είναι τα συμπεράσματα που γράφτηκαν περίπου το 1867 για το παιχνίδι της τραπεζοκρατίας του 19ου αιώνα; «Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης… προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, που δεν είναι υποχρεωμένο να εκτεθεί σε κόπους και σε κινδύνους…

Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, αυτού που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού, είναι το δημόσιο χρέος τους».

Και αν ισχύει το τελευταίο, για να προσγειώσω το σλάλομ στο σήμερα, ο καθηγητής Ζαφείρης Τζαννάτος σε πρόσφατη μελέτη («Η Ελλάδα των μνημονίων 2010-2012», εκδ. Gutenberg 2016) έκανε μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση:

Αν στις εκθέσεις αξιολόγησης που εκπονήθηκαν από το ΔΝΤ και την Κομισιόν (όταν το πρόγραμμα προσαρμογής πήρε τη μορφή που καθόρισε τον προϋπολογισμό του 2012) βάλεις ένα σύστημα αναζήτησης με λήμματα κοινωνικού περιεχομένου, όπως δικαιοσύνη, ισότητα, κοινωνική προστασία, ευάλωτες ομάδες κ.ά., προκύπτει η καθολική απουσία της χρήσης τους.

Αυτό, συμπληρώνει ο Τζαννάτος, είναι αρκετά ενδεικτικό, γιατί οι λέξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία και αντανακλούν την κοινωνική ευαισθησία των προγραμμάτων με ευρύ μεταρρυθμιστικό περιεχόμενο (διάβαζε, αποπληρωμή του χρέους).

Τελικά, τι χάνουμε στα κοινωνικά ανάγλυφα; Τι δεν βλέπουμε στο κάδρο;

Δεν βλέπουμε τα μη μετρήσιμα. Τις αρετές και την παλιά σοφία που σήμερα, παρότι πολύτιμη, δεν δίνει μισθό και κέρδος όπως «τα Νόμπελ της κρίσης».

Η υπόσχεση της υλικότητας –αυτής του πολιτισμού για τη μετανεωτερική ζωή– δεν συνδέθηκε με την ευζωία. Κι εφόσον η ευζωία ταυτίστηκε με το μετρήσιμο (με την κατοχή αγαθών, όσων προσμετρώνται στο ΑΕΠ και τους λοιπούς δείκτες), φαίνεται εύλογο αυτό που δεν έχει τιμή (η ευτυχία, μια η μοίρα των άλλων που υπερασπιζόταν ο Σμιθ) να μην έχει καμία αξία. Ομως, σκεφτείτε, τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι: Κάποτε αυτό που είχε αξία δεν είχε τιμή.

Ποιο είναι το μήνυμα που περιμένουμε; Ποιος ο δρόμος που δεν διαβαίνουμε; Η μεταρρύθμιση της ζωής, λέει ο Εντγκάρ Μορέν στο «Ο δρόμος» (Εκδόσεις του 21ου, 2016). Ισως. «Η μεταρρύθμιση εκείνη όπου θα είναι παρούσα η πραγματική ζωή, το όριο προς το οποίο θα πρέπει να συγκλίνουν όλες οι άλλες μεταρρυθμίσεις και, ταυτόχρονα, η μεταρρύθμιση που θα πρέπει να τις διατρέχει και που δεν θα μπορεί παρά να προωθεί τη ζωή με τη μείωση της δύναμης του χρήματος και του κέρδους».

Το άβαταρ του κοινού καλού ήταν παλιό. Και τώρα, εξίσου σημαντικό, προοικονομεί την πρόκληση: να το ανασύρουμε από τα ερείπια.

Ο Γαλλολιβανέζος συγγραφέας Αμίν Μααλούφ το λέει με άλλα λόγια: «Η μάχη για να “κρατήσουμε τον κόσμο” θα είναι δύσκολη, αλλά ο “κατακλυσμός” δεν είναι αναπόφευκτος.

Το μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο, σ’ εμάς εναπόκειται να το γράψουμε, να το οικοδομήσουμε∙ με τόλμη, επειδή πρέπει να εγκαταλείψουμε οριστικά συνήθειες αιώνων∙ με μεγαλοψυχία επειδή πρέπει να συγκεντρώσουμε, να καθησυχάσουμε, να αφουγκραστούμε, να μοιραστούμε∙ και, πριν απ’ όλα, με σωφροσύνη.

Αυτό είναι το καθήκον που βαραίνει τους συγχρόνους μας κάθε προέλευσης, και δεν έχουν άλλη επιλογή από το να το επωμιστούν» (Amin Maalouf, «Η απορρύθμιση του κόσμου», στο «Κρίση εποχής ή εποχή της κρίσης», εκδ. Αλεξάνδρεια, 2016).