Από τη Νάνσυ Δανέλη. [ποιήτρια-πεζογράφο. Έργα της: ΠΟΡΦΥΡΟ ΦΩΣ(ποίηση) και ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ (μυθιστόρημα), εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Οι ‘’Κραυγές Ζώσες’’ της Χριστίνας Κόλλια είναι ένα ποιητικό έργο, χωρισμένο σε τρεις ενότητες με τους εξής τίτλους:

‘’Κραυγή σε τέμπο θηλυκό’’, ‘’Κραυγή σε τέμπο αρσενικό’’ και τέλος ‘’Κραυγή σε τέμπο δυαδικό’’. Οι ζώσες κραυγές βγαίνουν από τα στόματα όχι μιας γυναίκας, αλλά της γυναίκας, όχι ενός άνδρα, αλλά του άνδρα, εκφράζουν τα αρχέτυπα της γυναίκας και του άνδρα. Ζώσες κραυγές είναι η γυναίκα και ο άνδρας που πασχίζουν στους αιώνες εναγώνια να λυτρωθούν, προσπαθώντας να εξισορροπήσουν τα πρέπει και τα θέλω τους, τα ναι και τα όχι τους, το σκοτάδι τους με το φως τους.

kraygesΚαι μόνο οι τίτλοι των ενοτήτων λένε πολλά. Και κυρίως λένε ότι αυτό το έργο έχει γραφτεί σε πλήρη εγρήγορση και συνειδητότητα από την ποιήτρια. Τίποτε δεν έχει γραφτεί τυχαία, ούτε μία λέξη. Υπάρχει μέθοδος στον τρόπο γραφής. Ξεκινάει από την κραυγή της γυναίκας, ‘’Κλαίω για τα παιδιά μου.  Όχι γι΄ αυτά που γέννησαν τα σπλάχνα μου, αυτά που γέννησε η καρδιά μου’’. Για το βαθύ της θέλω κλαίει, για την αληθινή αγάπη με τον άντρα, που μέσα στα πρέπει που της επέβαλαν, ακόμα είναι το ανεκπλήρωτο ιδανικό κι η αναζήτησή του γίνεται στους αιώνες ‘’εμμονή σ΄ αόρατη γραφή πάνω στην παλάμη του έρωτα’’.

Και μη μπορώντας να εκπληρώσει την ένωση με το άλλο φύλο, ‘’Εκλιπαρώ το Θεό μου: ‘’Είμαι όμορφη;’’ ‘’Σαν εμένα’’ καγχάζει ο Θεός. Η γυναίκα, λέει η ποιήτρια, φέρει μέσα της τη θεϊκή ομορφιά, αλλά δεν το γνωρίζει. Γι΄ αυτό ο Θεός καγχάζει, για την άγνοιά της, που είναι και η πηγή της δυστυχίας της. Και ‘’συλλαβίζει την αγάπη’’, μπερδεύοντάς τη με μια άλλη λέξη, που έχει τα ίδια φωνήεντα, έχει όμως άλλα σύμφωνα. ‘’Ουρλιάζει αντί γι΄ αγάπη, ανάγκη’’. Είναι ανάγκη της επιτακτική ν΄ αγαπήσει και ν΄ αγαπηθεί. Γιατί η φύση της είναι η αγάπη. Μόνο που ακόμα είναι αναλφάβητη, ακόμα ζει στις ‘’φυλετικές πλάνες’’, στα καλούπια που η κοινωνία, η ιστορία, ο πολιτισμός την έχουν εγκλωβίσει, αναζητάει ακόμα την αλήθεια σε ‘’κλεμμένα κατάστιχα’’. Σ΄ όλα αυτά που οι προηγούμενες γενιές κι όχι η ίδια έγραψαν. Ξέρει πως υπάρχει γύρω της η αντίσταση του συλλογικού ασυνειδήτου της ανθρωπότητας. ‘’Τ’ αδέλφια μου τρέμουν μη διαρρήξω τον κύκλο’’. Πόσο υπέροχα γραμμένη αυτή η πικρή αλήθεια.

Αλλά βλέπει τώρα ότι μπορεί να γίνει ‘’ένας καινούργιος δρόμος που θα κοροϊδέψει το χάρτη’’, το χάρτη που απεικονίζει την μέχρι τώρα γεωγραφία των ανθρώπινων σχέσεων. Κι όμως αμέσως μετά η ποιήτρια επαναλαμβάνει αυτό που είχε πει ως πρώτη φράση: ‘’Σε εμπόλεμη ψυχή ζω’’.  Και είναι μοναδική αυτή η επανάληψη γιατί αυτή είναι η αποτύπωση της ταυτότητας της σημερινής γυναίκας. Είναι η γυναίκα που αφυπνίζεται, που θέλει να υπερβεί τον κατεστημένο ρόλο της πλέον όχι από θέση αντιπαλότητας, αλλά αναζητώντας τον άνδρα ως συνοδοιπόρο στο δρόμο της αλήθειας, όμως αποδέχεται και ότι ακόμα ζει σε εμπόλεμη ψυχή. Κραυγάζει ακόμα νιώθοντας την ανάγκη να ‘’πυρπολήσει το νυμφώνα της με δάκρυα’’. Και κλείνει τον ποιητικό της μονόλογο η γυναίκα με μια απόφαση: ‘’Θα πετάξω αύριο’’. Αποφασίζει να πετάξει, να κάνει την υπέρβασή της, όμως αύριο. Ίσως γιατί δεν έχει πιστέψει στη δύναμή της, ίσως γιατί αισθάνεται πως δεν μπορεί μόνη της.       

Στη δεύτερη ενότητα του έργου, η ποιήτρια, με τη δύναμη της ενσυναίσθησης, διεισδύει στην ψυχή του άνδρα γίνεται ο ‘’αξιοζήλευτος άλλος’’, όπως μας έχει προϊδεάσει από τους τελευταίους στίχους του μονολόγου της γυναίκας. Κραυγάζει τη δική του απόγνωση, γιατί ο πόλεμος έχει πάντα δύο μέτωπα, όταν η γυναίκα ζει σε εμπόλεμη ψυχή, δεν γίνεται παρά να ζει κι ο άνδρας.

Ο άνδρας συμβολίζει τη δύναμη, ως αρχέτυπο. Όμως ποια δύναμη; Μια δύναμη που ο κοινωνικός, ο επιβεβλημένος σ΄ αυτόν ρόλος, διαπιστώνει στη συνέχεια πως στρέφεται ενάντια και στον ίδιο. Γιατί ‘’το όχι του δεν έμαθε να το λέει ακόμα’’ απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις, γιατί το ναι του ακόμα ‘’σέρνεται ανήμπορο’’. Δεν έχει μάθει ακόμα να λέει ναι στην αληθινή αγάπη, ναι στη ζωή. ‘’Με πόσες συρράξεις φαλλικές ενηλικιώνεται το Ναι’’ αναρωτιέται, χαρακτηρίζοντας συρράξεις φαλλικές την συνεύρεση με τη γυναίκα. Αγώνας κυριαρχίας είναι ακόμα το σμίξιμό του με τη γυναίκα, όχι πηγή ευτυχίας. Κι αυτός ακόμα δεν έχει κατανοήσει, ‘’συλλαβίζει την αγάπη με μεταλλαγμένα φωνήεντα, με υιοθετημένα σύμφωνα’’, ουρλιάζοντας τη λέξη ‘’επιβεβαίωση’’ αντί της λέξης αγάπη κι αναρωτιέται με ‘’πόση διόραση πολιορκείται η ευτυχία;’’. Πάλι με όρους πολεμικούς, πάλι πολιορκίες αναζητάει, για να την αιχμαλωτίσει την ευτυχία και να την ιδιοποιηθεί ως κατακτητής! Και, αναζητώντας την αλήθεια, συναντάει τα ‘’φθαρμένα κατάστιχα’’, τα όσα του έχουν παραδοθεί από τις προηγούμενες γενιές, που δεν είναι παρά ‘’δογματικές κάννες’’ που έχουν ορθωθεί μπροστά του, όλα αυτά τα στερεότυπα, ο άνδρας ο κυρίαρχος, αυτός που δεν κλαίει ποτέ, που δεν φοβάται, που του στερούν το άλλο του μισό, αφού τον εμποδίζουν να το πλησιάσει αληθινά. Κι ενώ αναγνωρίζει πλέον την αλήθεια, την ίδια στιγμή βλέπει πως ‘’τ΄ αδέλφια του προστάζουν να διαφυλάξει τον κύκλο’’. Εδώ υπάρχει μια λεπτή διαφορά, παρά τη φαινομενική επανάληψη των στίχων. Τ΄ αδέλφια, που συμβολίζουν το συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας, τρέμουν μήπως η γυναίκα διαρρήξει τον κύκλο, ενώ προστάζουν τον άνδρα να τον διαφυλάξει. Το συλλογικό ασυνείδητο αντιστέκεται. Ο φόβος που φωλιάζει σ΄ αυτό επιτάσσει να μείνουν τα πράγματα ως έχουν. Αλλά ο άνδρας έχει μπει πλέον στο δρόμο της αυτογνωσίας κι αυτός ο δρόμος δεν έχει γυρισμό. Γιατί τώρα βλέπει την αληθινή του φύση. Βλέπει ότι ο αληθινός του ρόλος είναι ‘’να αναγεννάει το φως’’, όπως η γυναίκα το κυοφορεί και το τίκτει.

Η κραυγή σε τέμπο αρσενικό κλείνει με την απόφαση του άνδρα να κόψει το γόρδιο δεσμό που συνειδητοποιεί ότι πνίγει, εκτός από τη γυναίκα και τον ίδιο. ‘’Θα αφανίσω το στρατώνα μου με δάκρυα’’, αυτή την απόφαση καλείται να πάρει ο άνδρας, όλη αυτή την κυριαρχία, τη βία του, να την αφανίσει, ‘’με δάκρυα’’, γιατί δεν μπορεί να γίνει ανώδυνα αυτό το πέρασμα, όπου η δύναμή του θα μάθει να υπηρετεί την αγάπη. ‘’Θα πετάξω αύριο’’ υπόσχεται στον εαυτό του.  Όλες οι μεγάλες αποφάσεις μας φοβίζουν, γι΄ αυτό λέει πως θα πετάξει αύριο, όχι τώρα. Και εδώ σωπαίνει η κραυγή του άνδρα, με μια απόφαση που δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί.

Και έρχεται η τρίτη ενότητα, ακούγεται η ‘’κραυγή σε τέμπο δυαδικό’’, γιατί μόνο κι οι δυο μαζί, μπορούν να υλοποιήσουν την απόφασή τους να κάνουν το μεγάλο πέρασμα. Δεν γίνεται να υπάρξει λύτρωση μόνο για τον ένα. ‘’Ή κανείς, ή κι οι δύο μαζί, μ΄ ακούς’’, λέει ο Ελύτης στο υπέροχο Μονόγραμμά του.

 Εδώ δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Εδώ δεν μιλάει το ηλιακό πλέγμα, δεν φλυαρούν τα συναισθήματα, δεν μεμψιμοιρεί η πίκρα, δεν παραληρεί ο φόβος, δεν επαίρεται η χωριστικότητα. Εδώ μιλάει η καρδιά. ‘’Πετάω τώρα’’, λέει η ενιαία κραυγή. Ένα βήμα είναι το πέρασμα. ‘’Ζω μαζί σου’’. Τρεις λέξεις μόνο, αλλά κρύβουν σοφία. Ζω, χαίρομαι τη ζωή, συμμετέχω στο τελετουργικό της, δεν σέρνομαι με τα ναι μου  αιχμάλωτα, δεν φοβάμαι να εκφράσω τα όχι μου, αυτό θα πει ζω. Μαζί σου, ως συνοδοιπόρος στο δρόμο της αγάπης, της ελευθερίας, Και όχι αύριο, τώρα. Δεν είναι τυχαίο που στο έργο η λύτρωση είναι μονάχα μια σελίδα. Μετά από τόση αγωνία και δυστυχία στους αιώνες, μετά από τόσες μοναχικές πορείες, όταν αποφασίζεις να περπατήσεις το δρόμο της αυτογνωσίας, να αναγνωρίσεις την αληθινή σου φύση και να την αποδεχτείς, η λύτρωση είναι μία. ‘’Πετάω τώρα. Ζω μαζί σου’’.

Πιστεύω πως αυτή είναι η αξία της αληθινής ποίησης. Να υπηρετείς την αναζήτηση της αλήθειας και της ομορφιάς. Και στο έργο αυτό η Χριστίνα Κόλλια καταφέρνει να τα συνδυάσει θαυμάσια και τα δύο. Η σοφία που κρύβεται πίσω από κάθε λέξη της θα χρειαζόταν έναν ολόκληρο τόμο για ν΄ αναλυθεί, αλλά η ποίηση οφείλει να έχει πυκνότητα και δύναμη και το έργο αυτό, αν και το πρώτο της ποιητικό στα εκδοτικά πράγματα, έχει αυτές τις αρετές, γιατί διαβάζοντάς το, νιώθεις να σε αποσβολώνει. Μένεις για λίγο εκστατικός κι αναρωτιέσαι ‘’Πώς το έκανε αυτό;’’ Πώς καταφέρνει με τόσο πυκνό, αφαιρετικό λόγο, χωρίς περιττά κοσμητικά επίθετα, να δίνει μέσα σε λίγες σελίδες ολόκληρο το πεδίο των σχέσεων των δύο φύλων διαχρονικά και μάλιστα όχι καταγγελτικά,  όχι μεροληπτικά,  αλλά βλέποντάς το και από την πλευρά του άνδρα, στην ολότητά του;

Ο λόγος του εκφράζεται μέσα από έναν εσωτερικό σταθερό, επαναληπτικό ρυθμό, θυμίζοντας αρχαία τραγωδία. Και το πιο σημαντικό είναι ότι, όπως στην τραγωδία, έτσι και στο έργο αυτό, και μακάρι και στην αληθινή ζωή, στο τέλος έρχεται η κάθαρση. Η λύτρωση είναι η ένωση. ‘’Πετάω τώρα. Ζω μαζί σου’’.

Η Χριστίνα Κόλλια, αναζητώντας την ένωση του ζευγαριού, ενώθηκε με τη μούσα της ποίησης και με τα αρχεία του ουρανού, με εκείνα τα κατάστιχα που δεν κρύβουν φθαρμένες αλήθειες, αλλά αιώνιες και πάντα ζώσες κραυγές για όποιον έχει αυτιά έτοιμα να τις ακούσει.