Η προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή για την Παιδεία σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών ανέδειξε ορισμένα σημαντικά ζητήματα. Εκείνο που προέχει σήμερα είναι να προσδιοριστεί ο προσανατολισμός των επικείμενων αλλαγών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύγκλιση προς τα καλύτερα ευρωπαϊκά πρότυπα σε κάθε επίπεδο εκπαίδευσης πρέπει να είναι ο γνώμονας της εθνικής πολιτικής

Δεν έχω υπόψη μου καμία σοβαρή ανάλυση (πχ. ΕΕ, ΟΟΣΑ), η οποία να υποστηρίζει ότι μπορεί να είναι επιτυχής μία «εναλλακτική» πολιτική όταν αυτή στερείται επαρκούς τεκμηρίωσης σχετικά με τα πραγματικά αποτελέσματά της. Η εκπαιδευτική πολιτική δεν μπορεί να διαμορφώνεται σύμφωνα με ένα συνονθύλευμα σκοπών, αλλά αντιθέτως να στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα και καλές πρακτικές.

Κατά το διάστημα της θητείας μου στο υπουργείο Παιδείας (2004-2007) μέσα από εκτεταμένο διάλογο με τους φορείς εκπαιδευτικής πολιτικής, τους κοινωνικούς εταίρους, τις επιστημονικές οργανώσεις και προσωπικότητες του επιστημονικού χώρου, μορφοποιήθηκαν συγκεκριμένες προτάσεις στο πλαίσιο του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας που κατέληξαν ως προτάσεις νόμων που υιοθετήθηκαν από την Ελληνική Βουλή και ιδιαίτερα εκείνες, που αφορούσαν στην ανώτατη εκπαίδευση και που επέφεραν μεταρρυθμίσεις που μέχρι τότε η ελληνική πολιτεία δεν τολμούσε να πραγματοποιήσει. Η ποιότητα στην εκπαίδευση (αξιολόγηση), ο νέος νόμος-πλαίσιο, το άνοιγμα των ανωτάτων ιδρυμάτων σε διεθνείς συνεργασίες, η δυνατότητα ανάπτυξης προγραμμάτων σε ξένες γλώσσες, η συστηματοποίηση της δια βίου μάθησης και η παρακολούθηση των κανόνων του ευρωπαϊκού ανωτάτου χώρου εκπαίδευσης, έφεραν για πρώτη φορά ελληνικά πανεπιστήμια στην κατάταξη των 500 καλυτέρων του κόσμου και διασφάλισαν την ουσιαστική και τυπική αξία των ελληνικών πτυχίων. Οι αλλαγές αυτές ήταν επιτακτικές προκειμένου τα ελληνικά ιδρύματα να συμμετέχουν με ισότιμους όρους και καλύτερες προοπτικές στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο ανώτατης εκπαίδευσης.

Θεωρώ ότι οι μεταρρυθμίσεις που επήλθαν με επίκεντρο κυρίως την ποιότητα και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων δημιούργησαν μια νέα δυναμική. Αυτή αποτυπώθηκε στις νησίδες εξωστρέφειας, αριστείας και καινοτομίας, στα διεθνώς ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα που αναλαμβάνουν έλληνες ερευνητές, αλλά και στην ποιότητα των αποφοίτων, οι οποίοι επιτυχώς συνεχίζουν την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία τους στο εξωτερικό.

Μερικά από τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας είναι προγενέστερα της οικονομικής κρίσης. Ωστόσο η τελευταία τα επιδεινώνει, γιατί η περικοπή των δαπανών, η μείωση του ανθρωπίνου δυναμικού σε συνδυασμό με την παρακώλυση λειτουργικών μηχανισμών αξιολόγησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας και των υποδομών δεν μας επιτρέπουν να έχουμε μία ευκρινή απεικόνιση των πραγματικών προβλημάτων.

Aς ελπίσουμε ότι η προσπάθεια σύγκλισης προς τα καλύτερα ευρωπαϊκά πρότυπα θα συνεχιστεί και δεν θα υπονομευθεί από την αδυναμία συνεννόησης και τους περιορισμούς που θέτουν οι κομματικές και ιδεολογικές παρωπίδες.

Αν μάθαμε κάτι από την κρίση αυτό είναι ότι αποτύχαμε γιατί δεν διαγνώσαμε εγκαίρως τις αλλαγές που συνετελούντο διεθνώς, ότι ομφαλοσκοπούσαμε και δεν βρήκαμε πεδίο συνεννόησης, ώστε αυτές να γίνουν στον κατάλληλο χρόνο. Σήμερα, δεν έχουμε κανένα λόγο να κωλυσιεργούμε κάνοντας άσκοπες παρεμβάσεις. Σήμερα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων και πρέπει να αξιοποιηθεί η ευκαιρία αυτή, σε αντίθεση με την πρωτόγνωρη εναντίωση του παρελθόντος και την καλλιέργεια κλίματος ανυπακοής με στόχο τη μη-εφαρμογή της νομοθεσίας.

Το κράτος πρέπει να διαφυλάξει το κορυφαίο συλλογικό αγαθό της Παιδείας παρέχοντας τη δυνατότητα στους ανθρώπους της εκπαίδευσης να δημιουργήσουν νέα πρότυπα εφάμιλλα εκείνων που απολαμβάνουν οι πολίτες σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Είναι ζήτημα στάσης, και όχι αποκλειστικά δημοσιονομικό ζήτημα.


* Η Μαριέττα Γιαννάκου διετέλεσε υπουργός Παιδείας την περίοδο 2004-2007. Είναι πρώην βουλευτής και πρώην ευρωβουλευτής της ΝΔ.

 Το άρθρο της κυρίας Γιαννάκου δημοσιεύεται στο Protagon.gr