Πρώτος μας προϊδέασε ο Φρόιντ, και οι επίγονοί του μας το επανέλαβαν σε όλους τους τόνους: οι αναμνήσεις μας έχουν επεισοδιακό χαρακτήρα. Τείνουμε να στραγγαλίζουμε τους τραυματικούς απόηχους, να συνθλίβουμε τις οδυνηρές στιγμές, να θεραπεύουμε τον πόνο λησμονώντας τον.

Ο,τι θυμόμαστε ίσως και να μην είναι παρά ανούσιες και τετριμμένες στιγμές, που ανασύρονται για να καλύψουν τα πιο ανησυχητικά ίχνη του παρελθόντος μας.

Και όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα τεκμήρια γεγονότων αλλοτινών, ίσως ο κόσμος μας όπως τον είχαμε συγκροτήσει –αποσιωπώντας, ερμηνεύοντας κατά βούληση χειρονομίες ή στάσεις, απωθώντας– να φαντάζει πια ξένος και ανοίκειος.

Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η Πιπίτσα, το κεντρικό πρόσωπο στο σπαρακτικό απομνημόνευμα του Κώστα Βρεττάκου, μητέρα και «νεροκουβαλητής της οικογένειας», σύντροφος ποιητή, έτοιμη πάντα να βάζει «άλλες προτεραιότητες πριν από τον εαυτό της», στο τέλος της ζωής της, όταν κατά προτροπή του γιου της αναλαμβάνει να ταξινομήσει την οικογενειακή αλληλογραφία, θα αρχίσει να συμπληρώνει τις επιστολές με τη δική της εκδοχή, ανασκευάζοντας τα γεγονότα, αντιδικώντας κάποτε ακόμη και με το βίωμα. Οσο κι αν ξέρει ότι ποτέ μια ζωή «δεν διορθώνεται εκ των υστέρων».

Το κονταροχτύπημα της μητέρας του με τη μνήμη καταλαμβάνει ένα από τα τελευταία κεφάλαια του συναρπαστικού βιβλίου του Κώστα Βρεττάκου, ένα σχόλιο στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ταυτότητα, η αίσθηση του εαυτού, η ύπαρξη της αυτοσυνειδησίας. Αλλά μήπως ολόκληρο το απομνημόνευμα δεν είναι παρά αυτό ακριβώς; Μια «αναμνημόνευση των γεγονότων που συγκροτούν τον μυθολογικό ορίζοντα» του συγγραφέα, αμφίθυμα τονισμένα και εν αμφιβόλω, πάντα, διατυπωμένα. Είναι μια ιστορία την οποία ο αναμιμνησκόμενος «προσπαθεί να αφηγηθεί», αλλά συχνά διαπιστώνει πως την αγνοεί, προχωρώντας «με υποθέσεις», καταφεύγοντας στην επινόηση, καταχρώμενος «λέξεις και εικόνες». Ανασκαφέας του «κάδου των αναμνήσεων», ευρέτης και συντηρητής τους, πασχίζει να ανασυστήσει από σπαράγματα ενθυμήσεων, προσωπικές εγγραφές, θραύσματα εικόνων και αισθημάτων μιαν εποχή, και κυρίως το ήθος της. Να αποσπάσει τη μητέρα του, Καλλιόπη Αποστολίδου, άλλως Πιπίτσα, άλλως Πιπιτσόνι, από τη σκιά του πατέρα του, του Νικηφόρου Βρεττάκου, και να της δώσει πρόσωπο – το πρόσωπο μιας μαχητικής γυναίκας, πρώιμης τροτσκίστριας, αγωνιστικής στα δύσκολα, αυτάρκους, ταγμένης στη μοναξιά.

Αλλά και να μνημονέψει «τους πέρσινους, τους φέτινους, τους αλησμονημένους», συμπυκνώνοντας στη γραφή την ουσία της παραδοσιακής τελετουργίας του τόπου του, ενός ιδιότυπου μνημοσύνου που στη Μάνη το λένε «ψυχούδι»· να τους δώσει μιλιά και σώμα. Με την επίγνωση των αλλοιώσεων, των παραποιήσεων, ακόμη και των ωραιοποιήσεων που συνεπιφέρει η μνημονική ανάκληση. Γιατί όπως το είπε και ο Πεσόα, «αυτό που βλέπουμε, δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε».

Εξ ου και δεν έχει νόημα να αναζητήσει ο αναγνώστης πίσω από τους ήρωες του βιβλίου τα πραγματικά πρόσωπα· καθώς από το κείμενο του Βρεττάκου απουσιάζει η «αισχρή αδιακρισία» για την οποία προειδοποιεί ο Σεφέρης όταν στη γραφή εμφιλοχωρεί το αυτοβιογραφικό στοιχείο, εύκολες ταυτοποιήσεις δεν χωρούν. Το γονεϊκό ζεύγος του αφηγητή είναι και δεν είναι οι γονείς του Κώστα Βρεττάκου. Είναι ένα ζευγάρι που γνωρίστηκε τον μεσοπόλεμο, πέρασε διά πυρός και σιδήρου μέσα από τις τρικυμίες της Ιστορίας, δοκιμάστηκε και επιβίωσε, μετρώντας μία μία τις απώλειες – ένα ζευγάρι όπως τόσα άλλα εκείνου του καιρού. Οι τόποι, τα σπίτια, είναι και δεν είναι εκείνοι οι τόποι, εκείνα τα σπίτια. Ανύπαρκτες είναι πια οι «βομβαρδισμένες ερημιές του Πειραιά», όπου τριγύριζε ο συγγραφέας παιδί, στα σκασιαρχεία του. Τα σπίτια όπου έζησε από καιρό γκρεμισμένα.

Κι αν από την Πλούμιτσα, το πατρογονικό χωριό της Λακωνίας όπου θα επιστρέψει ο συγγραφέας μετά από χρόνια απουσίας, δεν έχουν διαβεί θερίζοντας τα δρεπανηφόρα άρματα του Σεφέρη, κάνοντας «όλα τριγύρω να χαμηλώνουν κάθε τόσο», ο τόπος είναι αγνώριστος: «Ξαφνιάστηκα βλέποντας πόσο πολύ είχαν ψηλώσει γύρω τα δέντρα», γράφει ο Κώστας Βρεττάκος.

Κατερίνα Σχινά

 πηγη 

Related Post