O Tom Waits ( γεννήθηκε στην Καλιφόρνια το 1949) είναι ο καλλιτέχνης των καλλιτεχνών, ο δημιουργός με την αντισυμβατική και εκλεκτική άποψη. Η δουλειά του ταιριάζει εύκολα στο πειραματικό θέατρο του Robert Wilson (The Black Rider) και στο στυλ των film του Jim Jarmusch (Down by Law, Night on Earth). Τα κομμάτια του εμπνέουν διασκευές από μία πολυσυλλεκτική και συχνά αντιφατική ομάδα καλλιτεχνών: Η παιδική αφέλεια των Ramones (“I Don’t Wanna Grow Up”), το Holly Cole – ερμηνευτικά – folk/jazz, οι rock’n’roll διαφυγές του Bruce Springsteen (“Jersey Girl”) και ακόμα οι υποτιμημένες, όμορφες μπαλάντες από τους Eagles και τον Rod Stewart (“Ol’ 55″, “Downtown Train”). Γλίστρησε μέσα στη μηχανή του Hollywood παίζοντας σε films όπως Short Cuts & The Fisher King και κέρδισε το βραβείο Grammy το 1992, για το καλύτερο εναλλακτικό album (Bone Machine) – ίσως την τελευταία φορά που ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε σωστά.

Υπάρχουν δύο σταθερά νήματα σε όλες τις δουλειές του Waits, παρά τις πολλές μουσικές αλλαγές του. Το πρώτο έχει να κάνει με το δυνατό στιχουργικό του χάρισμα, το οποίο και χρησιμοποιεί συνέχεια στις ονειρικές καταστάσεις: Οι φανταστικές πλευρές του υποσυνειδήτου μας, αλλά και η δύναμη του ονείρου να μας απελευθερώνει, να μας απαλλάσσει (τον ακροατή ή τον χαρακτήρα του τραγουδιού) από την πραγματικότητα. Το δεύτερο νήμα έχει να κάνει με τη φωνή, το τραχύ όργανο που ουρλιάζει και αποτελεί συνήθως τον καταλυτικό παράγοντα που καθορίζει αν ο ακροατής είναι ικανός να εισέλθει στον κόσμο του Waits…..