Τις τελευταίες μέρες το πολιτικό κλίμα μόνον απαντήσεις δεν δίνει στην υπαρξιακή κρίση που βιώνουν η κοινωνία, η οικονομία αλλά και η ίδια η πολιτική.

Και ενώ τα πράγματα κινούνται μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας ως προς την έκβαση της αξιολόγησης, στο εσωτερικό επιχειρείται ξανά όξυνση του δημόσιου διαλόγου – αν υποθέσουμε ότι γίνεται διάλογος.

Ομως, τα θέματα που συζητούνται –κυρίως όσα δεν συζητούνται– προμηνύουν διεθνοεγχώριες ταλαιπωρίες.

Θα μπορέσει η Ελλάδα; Εχει αποτραπεί οριστικά ο κίνδυνος κατάρρευσης της χώρας;

Η απάντηση στο πρώτο είναι, ναι, αλλά με προϋποθέσεις.

Η απάντηση στο δεύτερο είναι, όχι. Ομως, σε κάθε περίπτωση, αυτό που θα πρέπει να έχει κάποιος κατά νου είναι η διαφορετική ερμηνεία της επιτυχίας ή της αποτυχίας του προγράμματος της Ελλάδας στον εσωτερικό διάλογο, και η διαφορετική ερμηνεία, και για άλλους λόγους, μιας πιθανολογούμενης ανάκαμψης ή ενός Grexit στην ευρωπαϊκή και διεθνή σκηνή.

Η Ελλάδα δεν είναι μόνη, δεν είναι απομονωμένη και δεν είναι νησί.

Το Brexit, λόγου χάρη, δυσκολεύει την πρώην αυτοκρατορία να αποδείξει πως είναι νησί.

Ποια είναι τα πολιτικά πράγματα που τρομάζουν;

Πρώτον, ότι η Ελλάδα κινείται στο πλαίσιο μιας Ευρώπης που δεν αντιδρά άμεσα και αποφασιστικά στα ζητήματα που άπτονται των δυνατοτήτων της – ας πούμε, στα δημόσια οικονομικά των χωρών-μελών της.

Εδώ, η οικονομία υποτάσσεται στην κοντόφθαλμη πολιτική.

Δεύτερον, ότι η Ευρώπη αδιαφορεί για τα κύματα του πολιτικού εθνικισμού, επειδή έχει υποτάξει την πολιτική στην οικονομία.

Ετσι, από την ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία μέχρι το λαϊκιστικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), ο εθνικισμός, η μισαλλοδοξία και οι πολιτικές των ταυτοτήτων δρέπουν καρπούς με μεταλλάξεις της ακροδεξιάς και αντιευρωπαϊκής ρητορικής, άλλοτε κατά της πολυφωνίας και της Ε.Ε., άλλοτε κατά του πολιτικού φιλελευθερισμού, κατά της παγκοσμιοποίησης και –κυρίως– κατά των «άλλων» αδύναμων μεταναστών και προσφύγων.

Η Ευρώπη υπέστη πλήγμα από το Brexit και η εκλογή του Τραμπ στο τιμόνι των ΗΠΑ προκαλεί ήδη πολιτικοοικονομικούς παγκόσμιους τριγμούς και αβεβαιότητες.

Κι όμως, η ερμηνεία όλων αυτών των μεταβολών διατυπώθηκε, ξανά, στη γλώσσα της οικονομίας από τη mainstream πολιτική.

Οτι, δηλαδή, η παγκοσμιοποίηση άφησε τους περισσότερους εκτός, στη φτώχεια ότι η υποτονική ανάκαμψη από το 2008 έχει κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι η ζωή για τα παιδιά και τα εγγόνια τους θα είναι, για πρώτη φορά μεταξύ των γενεών, ουσιαστικά χειρότερη από ό,τι είναι σήμερα ότι ο πλούτος συγκεντρώνεται στο κορυφαίο 1% της κοινωνίας και ότι οι μεσαίες τάξεις φτωχοποιούνται κ.λπ. κ.λπ.

Ομως τι γινόταν το 2010; Οι πολιτικοί της Ευρώπης έδειξαν προς στιγμήν τρομαγμένοι από την υποταγή της πολιτικής στα στενά οικονομικά συμφέροντα.

Πανικοβλήθηκαν από τη διάχυση των αμερικανικών τοξικών ομολόγων στο ευρωπαϊκό σύστημα.

Πρώτη απ’ όλους η καγκελάριος Μέρκελ και, από κοντά, η τότε ομάδα που συγκροτούσε τον πυρήνα της Ευρώπης, ο Νικολά Σαρκοζί, ο Χέρμαν βαν Ρομπάι, ο αμίμητος Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο (νυν υπάλληλος της αμερικανικής τράπεζας επενδύσεων Goldman Sachs), από κοντά και ο πρωθυπουργός «των διεφθαρμένων» Γιώργος Παπανδρέου κ.ά., κατηγορούσαν τις αγορές, τα hedge funds, τους κερδοσκόπους, τους «άρπαγες και τους τιμωρούς των κρατικών ομολόγων».

Ο Αντερς Μποργκ (υπουργός Οικονομικών της Σουηδίας) ήθελε να οδηγηθεί στην πυρά ο «αγγλοσαξονικός καπιταλισμός των αγορών» και ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ μιλούσε «για οργανωμένη παγκόσμια επίθεση κατά του ευρώ».

Κανείς τους τότε δεν είχε παραδεχθεί ότι το ευρώ –για να χρησιμοποιήσω μόνο μια φράση του Κρούγκμαν– ήταν ένας ζουρλομανδύας.

Αλλά το χειρότερο ήταν ότι δεν το παραδέχθηκαν ποτέ.

Αντιμετώπισαν με μονομέρεια την κρίση οικονομικά, ενώ η αρχιτεκτονική της Ενωσης αλλά και οι αδυναμίες του ευρώ ήταν πολιτικές.

Γιατί φτάσαμε σε μέρες που τρομάζουν; Γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις επιδόθηκαν σε σενάρια «success story» και σε λατρείες κενών κρανίων –όπου οι μυημένοι μαζεύονταν και καταριούνταν τα μνημόνια που οι ίδιοι ψήφισαν– πράττοντας, πέραν τούτου, ουδέν.

Γιατί η ευρωπαϊκή αμφιθυμία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας εδραίωσε την πεποίθηση ότι οι ελίτ αποκρύπτουν την πραγματικότητα στους ψηφοφόρους τους.

Για την Ελλάδα, ιδιοτελώς πώς, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διά των εκπροσώπων των κρατών-μελών, ασπάστηκαν τον ντετερμινισμό της προτεσταντικής ηθικής, ότι οι Ελληνες δεν διαθέτουν το είδος των πόρων, τα στοιχεία της κουλτούρας ή τα εργαλεία που θα τους οδηγήσουν στην ευημερία.

Σύμφωνα με το «δόγμα Σόιμπλε», οι Ελληνες ακολούθησαν εσφαλμένες πολιτικές και στρατηγικές και, άρα, τιμωρούνται.

Ωστόσο, μελετώντας την πολιτική της Ευρώπης από το 2010 έως τις σημερινές εξελίξεις –που κανείς δεν προέβλεψε, κυρίως η Αριστερά–, μπορεί να συμπεράνει το εξής: δεν ήταν η διάσταση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας αλλά ένα ολόκληρο σύμπλοκο μετανεωτερικής πολιτικής οικονομίας που, πέραν της ρητορικής καταδίκης των ανεξέλεγκτων αγορών, όχι μόνο δεν έκανε κάτι, αλλά επέλεξε την τιμωρία των «Συβαριτών του ένοχου και εθελόδουλου Νότου», αποδιαρθρώνοντας οικονομίες, δημιουργώντας κοινωνικά ερείπια, απολιτική οργή, ενισχύοντας ευρωσκεπτικισμούς, καχυποψίες, εθνικισμούς αλλά και τον φασισμό – δηλαδή, ό,τι είχε συμβεί στον Μεσοπόλεμο που οδήγησε στον Β’ Παγκόσμιο.

Και όλα αυτά, σε μια ενεργό παγκόσμια καμπή, όπου –ιστορικά, πολιτισμικά, γεωπολιτικά– η Ευρώπη θα όφειλε να επιλέξει τα εντελώς αντίθετα, για πάνω από επτά δισεκατομμύρια λόγους.

Θανάσης Βασιλείου