Του Γιώργου Παπαγεωργίου*

Ανοιχτός πόλεμος μαίνεται μεταξύ Γερμανίας και Μάριο Ντράγκι για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ, τη λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση, ο οποίος ενδεχομένως θα επηρεάσει και τα σχέδια της Ελλάδας να ενταχθεί σε αυτήν.

Προς το παρόν, ο πρόεδρος της ΕΚΤ δεν δείχνει να κάμπτεται από τις αντιρρήσεις των Γερμανών και άλλων «γερακιών» και έτσι την περασμένη εβδομάδα ανακοίνωσε ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν χαμηλά για όσο χρειαστεί – και πάντως μέχρι το τέλος του προγράμματος στο τέλος του χρόνου, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει ανέβει κοντά στο 2% που είναι ο στόχος, ενώ και οι προοπτικές για το ΑΕΠ βελτιώνονται. Δεν απέκλεισε επίσης την πιθανότητα το πρόγραμμα να επεκταθεί είτε σε διάρκεια είτε σε μέγεθος εάν οι οικονομικές προοπτικές χειροτερέψουν, δίνοντας την εντύπωση ότι η σκληρή γραμμή των «γερακιών» για εγκατάλειψη της χαλαρής νομισματικής πολιτικής δεν περνάει.

Το ζήτημα είναι για πόσο ο κ. Ντράγκι θα αντιστέκεται στους Γερμανούς, οι οποίοι θεωρούν ότι η στάση της ΕΚΤ να διατηρεί μηδενικά επιτόκια και να αγοράζει μαζικά ομόλογα από την αγορά είναι καταστροφική και ζητούν να σταματήσει το πρόγραμμα διότι έτσι δημιουργούνται μεγάλα ρίσκα για το μέλλον, ενώ οι καταθέτες χάνουν χρήματα, γεγονός που εξελίσσεται σε μείζον πολιτικό πρόβλημα, καθώς η χώρα οδεύει προς τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Το πρόβλημα μάλιστα διογκώνεται καθώς ο πληθωρισμός στη Γερμανία έχει ήδη φτάσει το 2,2%, με αποτέλεσμα οι συνολικές καταθέσεις, που φτάνουν τα 5 τρισ. ευρώ, να χάνουν σε πραγματικούς όρους περί τα 100 δισ. ευρώ ετησίως. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, είναι προφανές ότι εάν το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης περατωθεί, θα περιοριστούν και τα οφέλη που θα έχει η χώρα, εφόσον ενταχθούν και τα ελληνικά κρατικά ομόλογα σε αυτό. Επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να αρχίσουν αγορές ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ μόλις κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, έτσι ώστε να υποχωρήσουν οι αποδόσεις τους (επιτόκια) και το υπουργείο Οικονομικών να μπορέσει να δανειστεί από την αγορά εκδίδοντας νέα ομόλογα. Οσο μικρότερη όμως θα είναι η διάρκεια του προγράμματος τόσο λιγότερο και το όφελος. Ο πληθωρισμός ανεβαίνει συνολικά στην Ευρωζώνη – έχει ήδη φτάσει κοντά στο 2%, όριο που αποτελεί και τον στόχο της ΕΚΤ. Δεδομένου ότι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης δημιουργήθηκε ακριβώς για να αυξηθεί ο πληθωρισμός και να αποφευχθεί ο κίνδυνος του αντιπληθωρισμού που συνοδεύεται από ύφεση, οι Γερμανοί βρίσκουν επιχειρήματα για να ζητούν τη σταδιακή παύση της ποσοτικής χαλάρωσης. Το πρόγραμμα έχει ήδη παραταθεί μέχρι το τέλος του 2017, με τον μηνιαίο ρυθμό αγορών να πέφτει στα 60 δισ. ευρώ από τα 80 δισ. ευρώ από τον Απρίλιο.

Το ζήτημα βέβαια είναι ότι ο δομικός πληθωρισμός βρίσκεται ακόμη στο 0,9% και το υπόλοιπο οφείλεται στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου, οπότε οι υποστηρικτές της ποσοτικής χαλάρωσης (QE – Quantitative Easing) πιστεύουν ότι είναι ακόμη νωρίς για να γίνει το λεγόμενο tapering, δηλαδή το «μάζεμα» των αγορών ομολόγων από την αγορά, αλλά και ότι η όποια πρόοδος είναι ακόμα εύθραυστη και δεν πρέπει η ΕΚΤ να ενεργήσει και πάλι βιαστικά, όπως έκανε το 2008, αλλά και το 2001, όταν βιάστηκε να αυξήσει τα επιτόκια, με αποτέλεσμα να οδηγήσει την Ευρωζώνη σε δεύτερο κύκλο ύφεσης. Πολύ περισσότερο που το επόμενο διάστημα η συνοχή της Ε.Ε. και η ακεραιότητα του ευρώ θα δοκιμαστούν από τις πολιτικές εξελίξεις και τις εκλογές στη Γαλλία και τη Γερμανία. Το πρόβλημα με το QE είναι ότι η ρευστότητα που διοχετεύει η ΕΚΤ κατανέμεται άνισα, καθώς τελικά το μεγαλύτερο μέρος των ομολόγων που αγοράζονται είναι γερμανικά, τη στιγμή που η Γερμανία είναι η χώρα που πρακτικά δεν χρειάζεται τις αγορές. Αντίθετα, για χώρες όπως η Πορτογαλία ο όγκος των αγορών περιορίζεται. Επιπλέον, οι συνέπειες της ποσοτικής χαλάρωσης δεν κατανέμονται ομοιόμορφα, καθώς ευνοούνται οι επενδύσεις σε «χαρτιά» και οι μεγάλες εταιρείες που δανείζονται απευθείας από την αγορά εκδίδοντας εταιρικά ομόλογα, αλλά η ρευστότητα δεν φτάνει στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Αλλωστε την ώρα που στη Γερμανία οι καταθέτες χάνουν τον τόκο, το κράτος και οι μεγάλες επιχειρήσεις εξοικονομούν πολύ σημαντικά ποσά από τα χρηματοικονομικά κόστη. Υπολογίζεται ότι από το 2008 το γερμανικό κράτος έχει εξοικονομήσει 100 δισ. από πληρωμές τόκων (20 δισ. ευρώ μόνο για το 2017), ενώ οι μεγάλες εταιρείες αύξησαν το περιθώριο κέρδους τους προ φόρων από 5,1% το 2008 σε 6,7% το 2015. Η γερμανική πολυεθνικής BASF, για παράδειγμα, κατέβασε το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων της συνολικού ύψους 11 δισ. ευρώ στο 2,6% από το 4,1%.

Αλλά και η εξαγορά του αιώνα της αμερικανικής Monsanto από τη γερμανική Bayer, η οποία θα χρηματοδοτηθεί με δανεισμό 50 δισ. ευρώ, είναι αμφίβολο εάν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τα χαμηλά επιτόκια.

*Αναδημοσίευση από το Business Stories της εφημερίδας ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ (12-3-2017)

Related Post