Κείμενο : Χριστίνα Κόλλια *

Ευγένιος Σπαθάρης: «Κείνο που με τρώει/κείνο που με σώζει/είναι π’ ονειρεύομαι/ σαν τον καραγκιόζη»

Ο Ευγένιος Σπαθάρης γεννήθηκε στην Κηφισιά τον Μάιο του 1924. Μαζί με το πρώτο φως, αντίκρυσε και τις φιγούρες του θεάτρου σκιών, λόγω του πατέρα του Σωτήρη που ήταν καραγκιοζοπαίχτης και πρωτοπόρος στο είδος του. Παρόλο που ο ίδιος δεν θα μπορούσε να “απεξαρτηθεί” από τη μαγεία της δουλειάς του καραγκιοζοπαίχτη, έχοντας ζήσει τις πίκρες της, προσπαθεί να  αποτρέψει το γιό του από το να γίνει ο συνεχιστής της και συμπαραστέκεται στην απόφασή του Ευγένιου να ακολουθήσει την αρχιτεκτονική. Όμως οι νεφελώδεις μέρες της κατοχής οδηγούν το 1942 τον Ευγένιο Σπαθάρη στο μπερντέ για την αποκάλυψη ενός λαϊκού καλλιτέχνη, μοναδικού στο είδος του.

 

 

 

«Η τέχνη του Σπαθάρη είναι στη βάση της λαϊκής ψυχής και ζωής και μακάριος όποιος την αντικρίζει με τη σοβαρότητα που της οφείλεται…»

Άγγελος Σικελιανός

Ο Καραγκιόζης, πρωταγωνιστής της δημιουργικής – εικαστικής και σατυρικής αφήγησης του Ευγένιου Σπαθάρη, κάνει το γύρο της Ελλάδας και του κόσμου. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι φιγούρες του ενσαρκώνονται από μεγάλους ηθοποιούς όπως ο Θανάσης Βέγγος και δραματοποιούνται σε θεατρικές παραστάσεις.  Το 1950 συμμετέχει για πρώτη φορά στην κινηματογραφική ταινία «Πικρό ψωμί» του Γρηγόρη Γρηγορίου και ταυτόχρονα σκηνοθετεί και σκηνογραφεί για το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλούς Μάνου, με μουσική του Μάνου Χατζδηδάκι, το «Μεγαλέξαντρο και το καταραμένο φίδι». Το 1954 επαναλαμβάνει την ίδια παράσταση με τη Σοφία Βέμπο. Το 1962 ηχογραφεί όλες τις κλασσικές του παραστάσεις στην Κολούμπια.

«Εάν έδιναν τότε χρυσούς δίσκους, θα είχα ήδη δέκα τέτοιους» θα πει ο ίδιος ο Σπαθάρης.

 

«Ο Τσαρούχης λάτρευε τον Καραγκιόζη, όπως και όλα τα αυθεντικά λαϊκά…»

Το 1966 η κρατική τηλεόραση άρχισε να παίζει έργα του και το 1972 σκηνογραφεί, την παράσταση σταθμό της εποχής, το «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ι. Καμπανέλλη. Το 1973 κυνηγήθηκε από τη χούντα για τη συμμετοχή του στη μουσική παράσταση του Διονύση Σαββόπουλου, στη μπουάτ Κύτταρο. Το 1979 κυκλοφορεί το μνημειώδες βιβλίο του «Ο καραγκιόζης των Σπαθάρηδων». Ταξιδεύει συνέχεια στο εξωτερικό και συμμετέχει σε διεθνή φεστιβάλ θεάτρου σκιών. Στην Κοπεγχάγη οργανώνει δύο σχολές. Το 1980 ανεβάζει τους «Βάτραχους» του Αριστοφάνη και το 2001 θα πρωταγωνιστήσει στον «Πλούτο» στην Επίδαυρο. Διετέλεσε μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και του Ινστιτούτου Παγκοσμίου Θεάτρου. Ως ζωγράφος έλαβε μέρος σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, εγχώριες και διεθνείς.

Το 1991 ιδρύεται το «Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών» στο Δήμο Αμαρουσίου όπου εκτίθεται η πλούσια συλλογή που μας κληροδότησε. Το έργο του απαρριθμεί πολλές βραβεύσεις και το 2007 τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, λαμβάνοντας τον τίτλο του μεγάλου δασκάλου του καλλιτεχνικού χώρου που με τόση αφοσίωση υπηρέτησε.

«Θα έπρεπε να φτιάξουν ένα άγαλμα του Καραγκιόζη. Όλη η Ελλάδα θεατρίστηκε μαζί του. Οι άνθρωποι με αυτόν έμαθαν να γελούν και να ονειρεύονται…»

Ίσως μια μερίδα της αστικής διανόησης να είχε τις ενστάσεις της για την τέχνη του Καραγκιόζη, όμως, αναντίρρητα, ήταν η φιγούρα που ταυτίστηκε με τον αγώνα της επιβίωσης των καθημερινών ανθρώπων. Μπορεί να ήταν χάρτινος, αλλά δεν ήταν φτηνός. Σίγουρα ήταν απλός, ποτέ όμως δεν υπήρξε απλοϊκός. Ήταν πνευματώδης και ταυτόχρονα αγνός. Όλες οι γενιές που μεγάλωσαν μαζί του άκουγαν στη φωνή του τη φωνή της διπλανής πόρτας να συνομιλεί θυμοσοφώντας τόσο με την ιστορία και τη μυθολογία, όσο και με την τρέχουσα πραγματικότητα. Όλοι αναγνώρισαν ένα κομμάτι του εαυτού τους και της εποχής τους στον λαϊκό ήρωα με το μακρύ χέρι, που χρησιμοποιεί το πηγαίο πνεύμα του για να διεκδικήσει όλα όσα του στερούν. «Το χέρι είναι μακρύ για να δίνει καμμιά καρπαζιά ή για να αντιμετωπίζει αυτόν που τον καταδιώκει. Πολλές φορές ενοχοποιούν τον Καραγκιόζη πως είναι κλέφτης γιατί έχει μεγάλο χέρι. Όμως κανένας φτωχός δεν είναι κλέφτης» θα πει ο ίδιος ο Σπαθάρης.

 

*Χριστίνα Κόλλια – Εμψυχώτρια εργαστηρίων Αυτοβελτίωσης & Δημιουργικής Γραφής. Συγγραφέας/Ποιήτρια