Θα μπορούσα να το πω ετήσιο προσκύνημα στο νησί. Τελικά θα επιλέξω να το πω προσκύνημα στην τέχνη. Στην τέχνη που αντέχει τον χρόνο, που κρύβει λόγια απ’ τους πολλούς και αφήνεται στους λίγους. Κάποιος είπε πως η τέχνη δεν είναι παρά η λευκή επουλωτική γάζα που ακουμπάμε πάνω στο τραύμα μας και ελπίζουμε στην επόμενη μέρα. Μπορεί να’ ναι κι έτσι. Ποιος θα σφραγίσει τις έννοιες και ποιος θα τις ερμηνεύσει ;

 Από τέτοιες σκέψεις κατακλύζομαι καθώς το φέρι μποτ δένει στο λιμάνι του Πόρου και ένα πολύχρωμο πλήθος ξεχύνεται στο νησί. Γυρίζω το βλέμμα και αντικρίζω με κάποιο δέος τη βίλλα Γαλήνη, ανασύροντας από βιβλία εποχής την εικόνα του Σεφέρη σε καιρούς πολεμικούς (Αύγουστος 1946). Κι ύστερα με βήμα ταχύ και παρέα τους φίλους κατευθύνομαι προς τον προορισμό μου που δεν είναι άλλος από τη γκαλερί Citronne και τον προσκεκλημένο του Ιούλη και του Αυγούστου, εικαστικό Γιάννη Αδαμάκο.

 

 Στην πόρτα της φωταγωγημένης γκαλερί, η οικοδέσποινα, ιστορικός τέχνης Τατιάνα Σπινάρη. Η σταθερά του καλοκαιριού θα πω, δίνοντας έμφαση στο υπέροχο χαμόγελο της και στη μοναδική δεξιότητά της να ανοίγει μεγάλες αγκαλιές για όλους. Δεν είναι λίγα αυτά, αν δεν θέλω να σταθώ μόνον στην ικανότητά της να εκπλήσσει ευχάριστα τον επισκέπτη του καλοκαιριού!

 

Ο Γιάννης Αδαμάκος λοιπόν, ο φιλοξενούμενος. Πληθωρικός, αν και δεν το δείχνει, με δυο μάτια φωτεινά που πασχίζουν να ερμηνεύσουν τις εκφράσεις στο πρόσωπο των ανθρώπων που στέκονται μπροστά στα μικρά ή μεγάλα εικαστικά δημιουργήματά του.

 

 Όλοι θέλουν να ακούσουν κάτι από αυτόν τον αρνητή της δημοσιότητας, τον φύλακα μιας ιδιόμορφης σιωπής που δεν ξέρω αν είναι έμφυτη ή αν είναι απόρροια μιας μοναχικής συναλλαγής με την τέχνη. Κι όσοι τον συναντούν για πρώτη φορά τον ρωτούν : Από που κρατάει η σκούφια του, πώς επέλεξε να ζωγραφίζει, πώς φτάνει να αγγίξει τα χρώματα, πώς επιλέγει τις θεματικές του, ποιες είναι οι απώτερες εικαστικές του βλέψεις, πώς υπερβαίνει τα θέλω του και πώς γυρίζει πίσω στην αρχή, γονατιστός, γεμάτος σεβασμό γι αυτό που τόλμησε να δημιουργήσει! Ποιος να απαντήσει εύκολα σε τέτοιες ερωτήσεις ;

 

Εκείνος απαντάει με λέξεις, όπως φως, καιρός, απώλεια, συγκίνηση… Θέλει η δουλειά του να συγκινεί και παρ’ ότι την αισθάνεται μοναχική, της δίνει περιθώρια να μετατραπεί σε οικουμενική, μέσα από τα συναισθήματα πάντα. Αν και όλον ο ίδιος,  γίνεται άνετα μέρος του όλου όταν μοιράζεται την αγάπη του για την τέχνη με φίλους, θαυμαστές ή ανθρώπους που θα ήθελαν να καθαγιαστούν όπως κι αυτός στα ύδατα του προσφιλούς ενδιάμεσου χρόνου. Γι αυτόν η τέχνη οφείλει να είναι υπαινικτική, όχι περιγραφική. Παραπέμπει στην ποίηση. Όπως η ποίηση σου αφήνει περιθώρια για υπερβάσεις, όχι υποχρεωτικά τις ίδιες με τον διπλανό σου, έτσι και η τέχνη δεν μπορεί απλά να περιγράφει, πρέπει να υπαινίσσεται κάτι. Κι ο Αδαμάκος το πετυχαίνει συχνά μέσα από τις αντανακλάσεις φωτός στα έργα του. Είναι στιγμές που φέρνει στο νου τον Πόλλοκ ή τον Τέρνερ, αλλά θα πω με το ανάλογο θάρρος της ηλικίας μου ότι ο Αδαμάκος αναδύεται εκ νέου (reemerge/re-emergence) μέσα από το δικό του όλον και αποδίδεται στην εικαστική τέχνη ως αναγεννημένος τεχνίτης της ακουαρέλας.

 

Έτσι όπως τον παρατηρώ να κινείται αθόρυβα ανάμεσα στους καλεσμένους, να συνομιλεί με την Τατιάνα Σπινάρη – Πολλάλη και τους φίλους της διακρίνω μια σταγόνα ιδρώτα να τρέχει άβουλη ανάμεσα στα φρύδια. Ίσως είναι η στιγμή που ο Αδαμάκος σκέφτεται τη διαφορά ανάμεσα στο δουλεύω στο εργαστήρι μου – άρα είμαι μόνος – και στο εκθέτω τη δουλειά μου – άρα είμαι ανάμεσα σε ανθρώπους που με κρίνουν. Αυτό το «εκτίθεμαι» είναι που καμιά φορά βαραίνει τους ώμους του και ταυτόχρονα τον προετοιμάζει για την επόμενη μάχη με τον χρόνο και το φως, το δικό του ξεχωριστό φως

 

Η βραδιά τελειώνει, οι φίλοι και οι καλεσμένοι κινούνται προς τις ταβέρνες και τα έργα του Γιάννη Αδαμάκου βυθίζονται στην απόλυτη σιωπή. Η Τατιάνα κλειδώνει την πόρτα της γκαλερί. Αλλά μόνο για το βράδυ. Ως τις αρχές Σεπτέμβρη, οι φίλοι του Γιάννη Αδαμάκου, αυτού του ψαρομάλλη γητευτή των χρωμάτων θα μπορούν να σμίξουν μαζί του και να αναδυθούν πάλι μαζί του σε έναν καλύτερο, έστω και στη φαντασία τους, κόσμο…

 

 

 Γιάννης Αδαμάκος, «Re-emergence», γκαλερί Citronne στον Πόρο  έως τις 4/9/2017.