Από την θεωρία…

Και περνώντας δια πυρός και σιδήρου (η επικαιρότητα γαρ), φτάνουμε στο έβδομο και τελευταίο θανάσιμο ελάττωμα, αυτό του φθόνου. Η ζήλεια (άλλως ο φθόνος) είναι ένα συναίσθημα βαθύ και ασήκωτο, καθώς ο  παθών  (ήτοι ο ζηλόφθων) υποφέρει ουχί επειδή ο ίδιος δεν έχει αυτά που επιθυμεί, αλλά γιατί οι γύρω του έχουν αυτά που θα ήθελε να έχει για τον εαυτό του. Αυτό το αγριευτικό συναίσθημα (που συχνά αποκαλείται και σαράκι, καθότι σιγοτραγανίζει από κορφής μέχρις ονύχων τον κακιασμένο) συνοδεύεται από την μισαλλοδοξία και την διάσημη ψοφοκατσικίαση του γείτονα. Διότι, αγαπητοί φίλοι, αν δεν ψοφήσει η κατσίκα του γείτονος, και που την έχω εγώ τι να λέει; Χιλιάδες ιστορίες μας δίνουν ένα δείγμα ζήλιας… Από την «Αλεπού με την κομμένη ουρά» του Αισώπου μέχρι και την Λέλα από την Άνω Βαρβαρίτσα. 

… Στην πράξη!

 Η Λέλα κάθισε και πάλι στο μπαλκόνι και κοίταξε για λίγο την κορυφή του βουνού της Άνω Βαρβαρίτσας που είχε πνιγεί στον καπνό… Εκτός από το δάσος υπήρχαν και σπίτια εκεί. Βασικά υπήρχε μόνο ένα, αυτό της Στάσας, της κολλητής της φίλης από την εποχή του δημοτικού κιόλας. Κι ενώ κοιτούσε με λύπη την πυρκαγιά που έκαιγε το δάσος, κάποια στιγμή έσκασε, ασυναίσθητα, ένα χαμόγελο… Ω, ναι… Κι αν δεν είχαν βάλει την φωτιά εμπρηστές, με βεβαιότητα θα μπορούσε να είχε βάλει η Λέλα τον φόκο. Όχι από μίσος προς τα δάση. Όχι, προς Θεού. Αλλά και αυτή η Στάσα το είχε παρακάνει!

Τι χωράφια, τι αμπέλια, τι πρόβατα και αγελάδες είχαν οι γονείς της! Το μισό βουνό και ο μισός κάμπος (ο διάσημος κάμπος της Άνω και της Κάτω Βαρβαρίτσας) ήταν δικός τους. Αυτό πια καταντούσε σκάνδαλο! Η Στάσα είχε όλα τα καλά. Όχι ότι η Λέλα πεινούσε. Και οι δικοί της μια χαρά τα έφερναν βόλτα. Και τα φροντιστήριά της την έστειλαν για να δώσει πανελλήνιες, και σπίτι της νοίκιασαν στην Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει… Όμως η Στάσα έκανε ιδιαίτερα. Και όταν σπούδασε στην Αθήνα νοίκιαζε δυάρι, ενώ η Λέλα γκαρσονιέρα. Και αφού τελείωσαν και οι δύο τις σπουδές τους, επέστρεψαν στην Άνω Βαρβαρίτσα και έμειναν η καθεμία στο πατρικό της.

Μόνο που το πατρικό της Στάσας παραήταν ωραίο και μεγάλο. Δίπατο, πέτρινο, με ένα παλιό σιντριβάνι και έναν τεράστιο κήπο με δέντρα πάσης φύσεως που δημιουργούσαν σκιές και ξέφωτα. Και στην άκρη του οικοπέδου έβλεπες όλο τον κάμπο… Ενώ το σπίτι της Λέλας ήταν μέσα στο χωριό, μαζί με όλα τα υπόλοιπα. «Λογικά, αυτό το ρημαδόσπιτο θα αρπάξει και θα γίνει σαν το Κούγκι!» σκέφτηκε η Λέλα και μια μικρή ανακούφιση, μαζί με μια ιδιόρρυθμη τύψη που ξεπεράστηκε σε ένα δευτερόλεπτο, ξεπετάχτηκαν από το μυαλό της και έγιναν καπνοί που ενώθηκαν με αυτούς του δάσους.

Τέρμα, έπρεπε να δει το θέαμα από κοντά. Την έτρωγε και η περιέργεια. Μια και δυο, έβαλε το φόρεμά της, με τις πορτοκαλί φλόγες στο στρίφωμα (να είναι ασορτί με την ημέρα) και ξεκίνησε με τα πόδια για να δει το Στασέικο να λαμπαδιάζει. Πλην, δραματικόν απρόοπτον: Οι αστυνομικοί δεν την άφησαν να περάσει τον δρόμο, ώστε να την προστατεύσουν σε περίπτωση που φούντωνε η φωτιά. Η Λέλα, όμως, δεν το έβαλε κάτω. Πήγε στο σπίτι, βρήκε την αποκριάτικη στολή του πυροσβέστη (είχε ντυθεί κάποτε, σε ένα πάρτι της Στάσας) και ξεκίνησε μπας και ξεγελάσει τους αστυνομικούς και πλησιάσει το σπίτι της «αγαπημένης» φίλης της. Και πράγματι, το κόλπο έπιασε.

Όμως, λίγα μέτρα παρακάτω άκουσε μια αντρική φωνή να την φωνάζει: «Έι! Εσύ! Εσύ! Ναι, σε σένα μιλάω! Τι χαζεύεις; Έλα κατά δω να βοηθήσεις». Ένας πραγματικός πυροσβέστης την σταμάτησε και την φόρτωσε μία μάνικα. «Έλα! Προχώρα. Δεν έχουμε χρόνο για καθυστερήσεις». Η Λέλα τι να κάνει; Άρπαξε την μάνικα και άρχισε να σέρνεται μέσα στα λαγκάδια, ενώ από πίσω της ο πυροσβέστης της έδινε οδηγίες για την κατάσβεση. Κάποια στιγμή κοντοστάθηκε σε ένα ξέφωτο και προσπάθησε να δει το σπίτι της Στάσας, όμως εκείνη την στιγμή άνοιξε το νερό στην μάνικα. Χωρίς να το πάρει είδηση, άρχισε να ταρακουνιέται ολόκληρη. Η δύναμη του νερού τίναξε την μάνικα και αυτή, με την σειρά της, άρχισε να τινάζει στον αέρα την Λέλα. Μία ουρανό, μία χώμα, η Λέλα άρχισε να ανακατεύεται, και πάνω στην κίνηση έφυγε το ψεύτικο καπέλο του πυροσβέστη που φορούσε και βγήκαν έξω οι δύο παχιές πλεξούδες της.

Λίγο οι τρίχες της κεφαλής, λίγο που η στολή δεν ήταν πραγματική, άρα και ούτε αντιπυρική, μέσα σε λίγα λεπτά η Λέλα άρχισε να μεταμορφώνεται σε καιόμενη βάτο που ανεβοκατέβαινε σαν δαιμονισμένη στην μέση του δάσους. «Καλέ, φωτιά! Φωτιά! Άρπαξα» ούρλιαξε όταν κατάλαβε ότι κομψές φλόγες, σαν εκείνες που ήταν στο φόρεμά της, άρχισαν να την τυλίγουν στις άκρες. «Ε, γι’ αυτό ήρθαμε εδώ, ρε χαμένε» απάντησε ο πυροσβέστης προσπαθώντας να πιάσει τον φλεγόμενο χαρταετό. Όμως, η δύναμη της φίλης μας άρχισε να εξαντλείται, και μετά από λίγο τα χέρια της γλίστρησαν από την μάνικα και εκτοξεύτηκε μέτρα μακριά, καιόμενη και οδυρόμενη, σαν εικόνα της Αποκάλυψης.

Η πτήση της ήταν μακρά και δυσάρεστος. Τερματίστηκε, εντελώς τυχαία, στο πέτρινο σιντριβάνι της Στάσας. Μόλις την είδε η κολλητή της να σκάει μέσα στα ρηχά νερά, άρπαξε το λάστιχο και άρχισε να την καταβρέχει. «Ήρθα να σε βοηθήσω με τις φωτιές» είπε ξεψυχισμένα η Λέλα, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την παρουσία της μέσα στο Στασέικο. «Με τρόμαξες! Κάναμε αμάν και τι να γλιτώσουμε το σπίτι και όταν είδα να προσγειώνεται αυτό το πράμα στο σιντριβάνι φοβήθηκα για αναζωπύρωση! Γι’ αυτό και σε πήρα με το λάστιχο! Καλέ, εσύ έχεις αρπάξει από παντού!» συμπέρανε η Στάσα με έκπληξη και περιέργεια.

Η φωτιά έσβησε και λίγες ώρες αργότερα η Λέλα επέστρεψε στο σπίτι της, σώα και μαυρισμένη… Η τσίκνα έκανε να φύγει από πάνω της τέσσερις μήνες.  Δεν την πλησίαζε άνθρωπος. Της έβγαλαν το παρατσούκλι «ψησταριά» και γελούσαν πίσω από την πλάτη της. Τα πλούσια μαλλιά της είχαν γίνει σαν το καμένο δάσος της Άνω Βαρβαρίτσας και μάκρυναν και πάλι μετά από ένα χρόνο. Και το χειρότερο; Σαν να μην έφταναν όλα τα άλλα, χρωστούσε και χάρη στην Στάσα, μιας και εκείνη την μέρα της πυρκαγιάς της έσωσε την ζωή βρέχοντάς την με το λάστιχο… Η Λέλα δεν ξαναέβαλε το φόρεμα με τις φωτιές. Ούτε και πλησίασε το φημισμένο δάσος της Άνω Βαρβαρίτσας. Έμεινε στο χωριό, σαν στοιχειωμένη, να καταριέται τα μεγάλα σπίτια με τα πέτρινα σιντριβάνια.

Νίκος Σίσκας