Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι μετά τη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών, οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι αναδείχθηκαν οι δύο πιο ισχυρές δυνάμεις στην Ελλάδα, των Αθηναίων στη θάλασσα και των Λακεδαιμονίων στην ξηρά.

Ωστόσο, επειδή η Αθήνα βγήκε υπερδύναμη από τους Περσικούς πολέμους, η Σπάρτη ανησύχησε και κατόπιν αυτού χώρισαν τους Έλληνες σε δυο στρατόπεδα, μαχόμενοι οι μεν τους δε (εννοεί τον Πελοποννησιακό πόλεμο) για το ποιος θα έχει τα πρωτεία, πρβ:

«Και ενώπιον του επικρεμασθέντος μεγάλου κινδύνου, οι Λακεδαιμόνιοι, λόγω του ότι ήσαν το ισχυρότερον ελληνικόν κράτος, ανέλαβαν την αρχηγίαν των συμπολεμησάντων Ελλήνων, και οι Αθηναίοι, αποφασίσαντες καθ’ ον χρόνον επήρχοντο οι Πέρσαι να εγκαταλείψουν την πόλιν και παραλαβόντες τα κινητά των, επεβιβάσθησαν επί των πολεμικών πλοίων και έγιναν ναυτικοί. Και αφού, διά του κοινού αγώνος, απέκρουσαν τους Πέρσας, ολίγον χρόνον ύστερον οι Έλληνες, και όσοι είχαν αποσείσει τον ζυγόν του βασιλέως, και όσοι είχαν λάβει μέρος εις τον κοινόν κατ’ αυτού αγώνα, διηρέθησαν, και άλλοι μεν ετάχθησαν με τους Αθηναίους, άλλοι δε με τους Λακεδαιμονίους. Διότι τα δύο αυτά κράτη είχαν αναδειχθή ως τα ισχυρότερα, των μεν Αθηναίων επικρατούντων κατά θάλασσαν, των δε Λακεδαιμονίων κατά ξηράν. Ο εθνικός σύνδεσμος των Ελλήνων διετηρήθη ολίγον μόνον καιρόν, έπειτα όμως περιελθόντες εις διενέξεις οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι επολέμησαν με τους συμμάχους των εναντίον αλλήλων, και από τους άλλους Έλληνας, όσοι τυχόν περιήρχοντο μεταξύ των εις έριδας, ετάσσοντο του λοιπού με τον ένα ή τον άλλον εξ αυτών.» (Θουκυδίδης, Α. 18, μετάφραση Ελ. Βενιζέλου)

Η διαμάχη μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών που δημιουργήθηκε μετά τα περσικά κατέληξε με την επικράτηση της Σπάρτης, το 405 π.Χ. στους Αιγός Ποταμούς και έτσι άπλωσε περισσότερο την ηγεμονία της στον Ελληνικό κόσμο. Ωστόσο κάποιοι από τους σύμμαχους της Σπάρτης, όπως η Θήβα, δυσανασχέτησε απέναντι στη συμπεριφορά της Σπάρτης και δεν άργησε να τα βάλει τώρα εκείνη εναντίον των Σπαρτιατών. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος αναστάτωσης με πολλές πολεμικές εκστρατείες και συγκρούσεις ανάμεσα στη Σπάρτη και στον νέο πρωταγωνιστή των Ελληνικών πραγμάτων, τη Θήβα, που είχαν ως αποτέλεσμα την ηγεμονική συρρίκνωση της Σπάρτης και την επαναφορά των Αθηναίων στο προσκήνιο. Της διαμάχης όμως αυτής τελικά επωφελήθηκε μια άλλη Ελληνική πόλη, η πόλη Πέλλα της Μακεδονίας, η οποία από εκεί που ήταν μια άσημη πόλη σε μια από τις βόρειες γωνιές της Ελλάδας έγινε μετά η πρώτη παγκόσμια δύναμη.

«Η αληθεστάτη, πραγματικώς, αλλ’ ανομολόγητος αιτία (του Πελοποννησιακού Πολέμου, της διένεξις μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας) υπήρξε, νομίζω, η αυξανομένη δύναμις των Αθηνών, η οποία επτόησε τους Λακεδαιμονίους και τους εξώθησεν εις πόλεμον» (Θουκυδίδης Α 23, μετάφραση Ελ. Βενιζέλου)

Ο Πλούταρχος, σχετικά με τους λόγους παρακμής και πτώσης των Λακεδαιμονίων, αναφέρει τα εξής: «καθώς σιγά-σιγά δεν γίνονταν τήρηση των νόμων ενέδυσαν κρυφά η πλεονεξία και η φιλοπλουτία, ελαττώθηκε η δύναμής της Σπάρτης, διότι οι σύμμαχοί της εξ αιτίας αυτών αντιπαθούσαν του Λακεδαιμόνιους…. Έχοντας (οι Λακεδαιμόνιοι) περιφρονήσει τη νομοθεσία του Λυκούργου, γνώρισαν την τυραννία από τους ίδιους τους συμπολίτες τους, χωρίς να διατηρούν τίποτε πια από την πατροπαράδοτη πειθαρχία, και αφού έγιναν όμοιοι με τους άλλους, κατέθεσαν την πρωτύτερη δόξα και παρρησία, έπεσαν στη δουλεία και είναι σήμερα υπό τους Ρωμαίους, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες. (Πλούταρχος, Τα παλιά επιτηδεύματα των Λακεδαιμονίων, 239 Γ)

Ο Λυσίας («Επιτάφιος τοις Κορινθίοις βοηθείς), σχετικά με τα πράγματα στην Ελλάδα μετά τα Περσικά, αναφέρει μετά λύπης του ότι μετά τους Περσικούς πολέμους και εξαιτίας του ζήλου για τα γεγονότα και τον φθόνο για τα έργα, οι Έλληνες είχαν αλαζονική σκέψη και ο καθένας περίμενε μικρή αφορμή για πόλεμο ενάντια του άλλου.

Ειδικότερα μετά τα Περσικά, η Αθήνα αφενός βάζει φόρο υποτέλειας στους Θηβαίους, επειδή είχαν μηδίσει, και αφετέρου ως πρώτη δύναμη που είχε αναδειχθεί στη θάλασσα ήθελε να ηγεμονεύσει των Ελλήνων αντί των Σπαρτιατών. Προ αυτού οι Σπαρτιάτες, που δεν ήθελαν να χάσουν τα πρωτεία, ζητούν από τους Πέρσες και τους Θηβαίους να τους βοηθήσουν για να καταβάλουν τους Αθηναίους. Οι Θηβαίοι (επειδή ήθελαν την ελευθερία τους) και οι Πέρσες (επειδή αφενός ήθελαν να έρθουν και πάλι στο προσκήνιο και αφετέρου να ηττηθεί η Αθήνα και έτσι να πάψει να έχει στην κηδεμονία τις μικρασιατικές πόλεις, που η Σπάρτη τις παραχωρούσε στους Πέρσες) δέχονται και οι Σπαρτιάτες καταβάλουν τους Αθηναίους, ύστερα από μια μεγάλη σειρά εμφύλιων πολέμων, που πότε νικούσε ο ένας και πότε ο άλλος. Αποφασιστική ήταν η σύγκρουση των δυο πόλεων στη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς το 405 π.Χ. που κατέληξε με συντριβή του αθηναϊκού στόλου από τους Σπαρτιάτες και έτσι η Σπάρτη έγινε στο εξής η μοναδική υπερδύναμη και ο μοναδικός ηγεμόνας του αρχαίου γνωστού κόσμου.

Μετά οι Θηβαίοι, επειδή δεν είχαν τις απολαβές που περίμεναν από τους συμμάχους τους Σπαρτιάτες ή σωστότερα επειδή πίστεψαν ότι τώρα αυτοί μπορούσαν να γίνουν ηγεμόνες της Ελλάδας (λόγω και του ότι υποστηρίζονταν και οικονομικά από τους Πέρσες), εγκαταλείπουν τους Σπαρτιάτες και ζητούν τη συμμαχία των Αθηναίων εναντίον των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι στην αρχή το απέρριψαν, όμως μετά είτε γιατί ήθελαν να βγουν και πάλι στο προσκήνιο είτε γιατί δωροδοκήθηκαν από τους Πέρσες, καθώς λέει ο Πλούταρχος, δέχθηκαν και έτσι η Θήβα νικά τη Σπάρτη και γίνεται αυτή τώρα ο νέος ηγεμόνας των Ελλήνων και του κόσμου. Ο Πλούταρχος, σχετικά με τη δωροδοκία, αναφέρει τα εξής: «Καθώς το περσικό νόμισμα είχε χαραγμένους τοξότες, όταν διέλυσε το στρατόπεδο, είπε ότι ο βασιλιάς τον έδιωχνε από την Ασία με 30.000 τοξότες. Τόσοι ήταν οι χρυσοί δαρεικοί, που στάλθηκαν στη Θήβα και μοιράστηκαν στους πολιτικούς αρχηγούς, για να οδηγηθούν σε πόλεμο εναντίον των Σπαρτιατών. (Πλούταρχος, Αποφθέγματα Λακωνικά 40)

Διάλογος Ξενοφώντος και Χειρισόφου

Ένας προφητικός διάλογος μεταξύ του Αθηναίου Ξενοφώντος και του Λακεδαιμονίου στρατηγού Χειρισόφου.

Τώ μεν γαρ αληθεί πάντων συνάδει τα υπάρχοντα, τώ δε ψευδεί ταχύ διαφωνεί τ’ αληθές.
(Αριστοτέλης)

Ο Ξενοφών, ιστορικός συγγραφέας και εν δυνάμει φιλόσοφος αλλά πρωτίστως ικανότατος επαγγελματίας πολεμιστής και τιμημένος στρατηγός, γεννήθηκε στον Δήμο Ερχιέων της Αττικής από εύπορους γονείς που ανήκαν στην τάξη των Ιππέων.

Όταν ακόμη ήταν νέος συνάντησε τον Σωκράτη και τον ρώτησε: «Δάσκαλε, πως μπορώ να γίνω καλός και αγαθός;» Και εκείνος του απάντησε «Έπου και μάνθανε», δηλαδή ακολούθα με και μάθαινε.
Έτσι έγινε μαθητής του Σωκράτη, τον οποίο θαύμαζε και λάτρευε. Εκ φύσεως όμως αντιρρησίας, συχνά προέβαλε τις θέσεις του. Μα καλός στη φιλοσοφική ποτέ δεν κατάφερε να γίνει, γιατί τον κέρδιζε η ζωή στη φύση, η ζωή στα γυμναστήρια, η συμμετοχή στους αγώνες και ιδιαίτερα στην πάλη. Γνωστό βέβαια και σήμερα είναι, ότι όπου υπάρχει η μονόπλευρη άθληση του σώματος, εκεί και η καλλιέργεια του πνεύματος ενίοτε υστερεί.

Εκείνη την εποχή οι Πέρσες ήταν το “φαινομενικά” αντίπαλο αλλά στην πραγματικότητα συνεργαζόμενο στρατιωτικά και οικονομικά κράτος αλλά και ο βαφτιζόμενος – για λαϊκή κατανάλωση – εχθρός των Ελληνικών Πόλεων. Δυστυχώς αυτή η διγλωσσία και σήμερα δεν εξέλιπεν.

Έτσι παρουσιαζόταν τότε συχνά το φαινόμενο: οι Πέρσες να επιστρατεύουν Έλληνες μισθοφόρους ή μη, για να αντιμετωπίσουν τις εσωτερικές τους διενέξεις και συρράξεις αλλά και τις εξωτερικές πολεμικές συγκρούσεις και εκστρατείες εναντίον άλλων λαών ακόμα και εναντίον των Ελλήνων. Εξάλλου οι Πέρσες εκαλούντο συχνά από Ελληνικές Πόλεις για βοήθεια στις εσωτερικές μεταξύ των ελληνικών πόλεων διαμάχες. Με δυο λόγια οι Πέρσες με το χρήμα τους, είχαν διεισδύσει για τα καλά στα ελληνικά πράγματα και είχαν εύκολα διαβρώσει πατριωτικές συνειδήσεις ενώ οι Έλληνες εν ολίγοις είχαν αποβεί οι μισθοφόροι “ράμπο” της εποχής.

Ούτω πως, όταν ο Κύρος, “βασιλόπαις” ων, θέλησε να εκστρατεύσει εναντίον του Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη, για να του πάρει το θρόνο, που να σημειωθεί ότι ο Αρταξέρξης ετύγχανε να είναι και αδελφός του πατέρα του, ζήτησε βοήθεια από τους Έλληνες μισθοφόρους.

Ο Ξενοφών μαζί με άλλους λοιπόν παίρνει την πρόσκληση από τον Κύρο: «Έλα κοντά μου, σε χρειάζομαι». Διστάζει αλλά και θέλει. Πολιτικά είναι συντηρητικός. Δεξιός που θα λέγαμε σήμερα. Στην Αθήνα το κλίμα είναι αυστηρά δημοκρατικό και αυτό δεν τον σηκώνει. Σκέφτεται όμως το “πρέπον”. Ρωτά τον Σωκράτη. «Πράξε ό,τι σου απαντήσουν οι Δελφοί» τον συμβουλεύει. Ο Ξενοφών όμως το έχει αποφασίσει και ρωτά πονηρά τους Δελφούς «ποιά θυσία πρέπει να κάνω για να με αφήσετε να πάω». Έτσι “θυσιάζει” κατά τα πανάρχαια και σύγχρονα ειωθότα στο θεό για να παραβιάσει το “πρέπον” και να αποσπάσει την έγκριση του θεού. Πηγαίνει κατ’ αρχήν σαν στρατιώττης γρήγορα όμως προάγεται σε στρατηγός. Εκεί συναντά και τον στρατηγό Χειρίσοφο, απεσταλμένο από τη Σπάρτη με 700 άνδρες Σπαρτιάτες για βοήθεια. (401 π.Χ.) Ο Λακεδαιμόνιος Χειρίσοφος έχαιρε φήμης ανδρείου πολεμιστού και ικανοτάτου στρατηγού.

Γίνεται μάχη στα Κούναξα. Σκοτώνεται ο Κύρος και ο Πέρσης Σατράπης, δηλ. Διοικητής Τισσαφέρνης – που δεν χώνευε τους Έλληνες – συλλαμβάνει και σκοτώνει την ηγεσία των μισθοφόρων. Οι Έλληνες μένουν ακέφαλοι ηγετικά και εγκαταλελειμμένοι στην τύχη τους. Ο Ναπολέων στο “Εγχειρίδιο του Πολέμου” γράφει πως δεν υπάρχει τίποτα τραγικότερο θέαμα, από ένα στρατό που οπισθοχωρεί άτακτα και χωρίς ηγετική κεφαλή.

Για την αντιμετώπιση της δημιουργηθείσας έκρυθμης κατάστασης, συγκαλείται συμβούλιο στο στρατόπεδο των Ελλήνων μισθοφόρων. Εκλέγονται πέντε αρχηγοί στρατηγοί για να οδηγήσουν τους “Μυρίους” μισθοφόρους στην “Κάθοδο” τους δηλαδή στην ιστορική επιστροφή στην πατρίδα. Μεταξύ αυτών των στρατηγών επιλέγεται και ο Ξενοφών που από ιππέας προάγεται σε στρατηγό λόγω των ξεχωριστών πολεμικών ικανοτήτων του. Αυτοί τώρα οι στρατηγοί εντέλλονται να οδηγήσουν τους Μυρίους μισθοφόρους στην κάθοδό τους στη πατρίδα, περνώντας κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, μέσα από τα εδάφη του Κουρδιστάν, της Αρμενίας ως την Τραπεζούντα και τη Μαύρη Θάλασσα.

Σε κάποια στιγμή της πορείας τότε έγινε και ο ιστορικός διάλογος που οδήγησε σε ρήξη Ξενοφώντα και Χειρίσοφο.

«Χειρίσοφε, λέει ειρωνικά ο Ξενοφών, πες μου είναι αλήθεια αυτά που ακούω, ότι εσείς οι Σπαρτιάτες αν δεν ανήκετε στην τάξη των ευγενών, από μικροί εκπαιδεύεσθε στην κλοπή. Και αυτή την πράξη τη θεωρείτε νόμιμη και αξιέπαινη. Και όσοι κλέφτες συλλαμβάνονται μαστιγώνονται αλλά όχι για την αξιόποινη πράξη αλλά για την ανικανότητα τους που άφησαν να συλληφθούν;»

Και ο Χειρίσοφος:

«Ναι πραγματικά, ίσως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει, γιατί είναι μέρος της εκπαίδευσης για σκληρή επιβίωση. Αλλά και εγώ μαθαίνω πως και εσείς οι Αθηναίοι είστε ικανότατοι στην κλοπή των χρημάτων – και μάλιστα του δημοσίου – και ότι την ικανότητα αυτή την διαθέτουν οι καλύτεροι από εσάς, οι υψηλότερα ιστάμενοι στην εξουσία, αυτοί δηλαδή που διαχειρίζονται τις δημόσιες υποθέσεις». Και στον αρχαίο λόγο: «Καγώ υμάς τους Αθηναίους ακούω δεινούς είναι κλέπτειν τα δημόσια και τους κρατίστους μέντοι μάλιστα είπερ υμίν οι κράτιστοι άρχειν αξιούνται».

Πραγματικά τελικά φαίνεται τα γονίδια είναι κληρονομικά σε διαχρονική πορεία και μετάβαση η οποία βεβαίως ουδεμίαν χρείαν αποδείξεως έχει.

Τα φαινόμενα τα σημερινά και τα τρέχοντα των ημερών μας, επιβεβαιώνουν «το σοφόν και αληθές του λόγου του Χειρισόφου».

ΠΗΓΗ Palema.gr