[Το κείμενο αυτό γράφτηκε μετά το δημοψήφισμα στην Σκωτία και πριν το προηγούμενο δημοψήφισμα στην Καταλονία τον Νοέμβριο του 2014, το οποίο κηρύχθηκε άτυπο και μη δεσμευτικό ].

Πολλές οι ομοιότητες ανάμεσα στα δημοψηφίσματα για ανεξαρτησία της Σκωτίας το 2014 και της Καταλονίας , αλλά ως κοινοί παρονομαστές αναδεικνύονται δύο:

Η έμφαση που δίνουν οι υποστηρικτές της ανεξαρτησίας στην καθαρή “εθνική ταυτότητα” — έτσι όπως την αντιλαμβάνονται και την προσδιορίζουν οι ίδιοι. Το γεγονός ότι τόσο οι Σκωτσέζοι όσο και οι Καταλανοί έχουν μακραίωνους δεσμούς με τον βασικό κορμό των χωρών τους υποβαθμίζεται σκοπίμως από τους αποσχιστές.
Η αντινομία ανάμεσα στον κατακερματισμό που προκαλούν οι αποσχίσεις και την τάση για περιφερειακές συσσωματώσεις — με εξέχον παράδειγμα την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, παρά τις προφανείς δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο περιφέρειες θεωρούν αυτονόητη την εισδοχή τους στην ΕΕ, αν και τους ξεκαθαρίστηκε σε όλους τους τόνους ότι σε περίπτωση απόσχισης θα πρέπει να διανύσουν όλη την προενταξιακή διαδρομή ως υποψήφιες χώρες-μέλη της Ένωσης. Το Brexit προφανώς περιπλέκει τα πράγματα στην κατά πλειοψηφία φιλοευρωπαϊκή Σκωτία, αλλά αυτό δεν διευκολύνει την ένταξή της στην ΕΕ σε περίπτωση επαναληπτικού δημοψηφίσματος και ανεξαρτητοποίησής της από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Το γεγονός ότι οι δύο “απείθαρχες” περιφέρειες δεν κατάφεραν να ανεξαρτητοποιηθούν δεν σημαίνει ότι οι επιδιώξεις για τη δημιουργία νέων κρατών στην Ευρώπη είναι εξ ορισμού καταδικασμένες σε αποτυχία. Είδαμε το 2008 το Κόσοβο να αναγνωρίζεται, αν και όχι απ’ όλη την διεθνή κοινότητα, ως ανεξάρτητο πλέον κράτος. Ωστόσο, στην περίπτωσή του υπάρχουν τρεις σημαντικοί παράγοντες που το διαφοροποιούν από τη Σκωτία και την Καταλωνία:

Οι Κοσοβάροι όντως διαφέρουν από τους Σέρβους, με τελείως διαφορετική γλώσσα και άλλη θρησκεία — κάτι που δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό για τους Σκωτσέζους και τους Καταλανούς.
Οι Κοσοβάροι υπέστησαν πολύ πρόσφατα —από το καθεστώς Μιλόσεβιτς— άγρια καταπίεση που ούτε κατά διάνοια έχουν υποστεί Σκωτσέζοι και Καταλανοί από Λονδίνο και Μαδρίτη αντίστοιχα.
Της ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου προηγήθηκαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του 1999, με το Βελιγράδι σε διεθνή απομόνωση — είναι προφανές ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο ούτε στη Βρετανία ούτε στην Ισπανία.

Αυτή η σύγκριση καταδεικνύει πόσο υπερβολικά είναι τα επιχειρήματα των Σκωτσέζων και Καταλανών αποσχιστών. Είναι, επίσης, φανερό ότι η επιδίωξη για πλήρη ανεξαρτησία στο όνομα της “εθνικής ταυτότητας” έχει ως αφετηρία, αλλά και ως στόχο, την αναδιανομή οικονομικών πόρων προς όφελος των δύο εν λόγω περιφερειών. Στον βαθμό που η αποκέντρωση είναι θεμελιώδες συστατικό στοιχείο και του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ισπανίας, τα οικονομικά και άλλα συναφή θέματα είναι αντικείμενο μιας διαρκούς συζήτησης με τις κεντρικές κυβερνήσεις και δεν δικαιολογούν το ακραίο αίτημα για απόσχιση.

Επίσης, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι την αποσχιστική ρητορεία και στις δύο περιπτώσεις ενίσχυσαν αριστερά ή αριστερίστικα πολιτικά κόμματα. Στην Καταλωνία ξεχωρίζουν το CUP (Candidatura d’Unitat Popular), το ERC (Esquerra Republicana de Catalunya) και το Podem (τοπικό αδελφό κόμμα των Podemos), τα οποία συμμάχησαν με το δεξιό CiU (Convergència i Unió) στον αγώνα για ανεξαρτησία. Στη Σκωτία, πολλοί ψηφοφόροι του Εργατικού Κόμματος μεταπήδησαν στο SNP (Scottish National Party).

Η δε εθνική ταυτότητα είναι μια έννοια νεφελώδης στον σύγχρονο κόσμο και ιδίως στη Βαρκελώνη, ένα από τα πιο κοσμοπολίτικα μέρη στον πλανήτη. Ίσως την καλύτερη απόδειξη του πόσο σύνθετα είναι τα πράγματα την προσφέρει το παγκοσμιοποιημένο ποδόσφαιρο — η Μπάρτσα,που έχει μαζέψει την αφρόκρεμα της υφηλίου, αλλά και ο Γιώργος Σαμαράς που έκανε καριέρα στη σκωτσέζικη Σέλτικ.

Γι’ αυτό τον λόγο το δεύτερο μέρος του παρόντος σημειώματος είναι κάποιες παλιότερες σκέψεις του γράφοντος (από τον Σεπτέμβριο του 2014) για το ποδόσφαιρο και το δημοψήφισμα της Σκωτίας — αν μη τι άλλο, έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε τι συνέβη εκεί και εκ των υστέρων να αναγνωρίσουμε κι άλλες ομοιότητες μεταξύ των δύο περιφερειών:

Ο Σκωτσέζος Ikechi Anya
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2014, η εθνική Σκωτίας αντιμετώπισε στο Ντόρτμουντ τους Γερμανούς σε προκριματικό αγώνα εν όψει του Euro-2016. Οι παγκόσμιοι πρωταθλητές επικράτησαν δύσκολα με 2-1 και η αγωνία κορυφώθηκε στο 66ο λεπτό, όταν για τους φιλοξενούμενους ισοφάρισε προσωρινά ένας παίκτης τους με το εξόχως σκωτσέζικο όνομα… Ikechi Anya. Ο εν λόγω ποδοσφαιριστής είναι γιος Νιγηριανού και Ρουμάνας που χρόνια τώρα ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η συμμετοχή του Ikechi Anya στην εθνική Σκωτίας δεν θα έπρεπε καν να αποτελεί είδηση, αν δεν είχαμε πριν από λίγες μέρες το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της χώρας.

Μεταξύ σοβαρού και αστείου, θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς το εξής ερώτημα:

Γιατί, ενώ θεωρείται αποδεκτή —και καλώς είναι αποδεκτή— η σκωτσέζικη υπηκοότητα ενός ποδοσφαιριστή που δεν έχει σκωτσέζικο αίμα στις φλέβες του, φτάσαμε τόσο κοντά στην απόσχιση της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο; Για ποιο λόγο το 45% των ψηφοφόρων στη Σκωτία έκρινε ότι η εθνική τους ταυτότητα είναι ασυμβίβαστη με την ταυτότητα των Άγγλων στο πλαίσιο του ίδιου κράτους; Και, μάλιστα, δεδομένου των στενότατων δεσμών μεταξύ Σκωτσέζων και Άγγλων (πολλές μικτές οικογένειες, 800.000 Σκωτσέζοι ζουν μόνιμα στην Αγγλία κλπ.).

Είναι προφανές ότι το δημοψήφισμα ουδεμία σχέση είχε με ταυτότητες. Ενώ η εθνική ταυτότητα των Σκωτσέζων ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος του αιτήματος για ανεξαρτησία, η επίμονη επίκλησή της ήταν από προσχηματική έως και άκρως υποκριτική. Οι πραγματικές αιτίες είναι τελείως διαφορετικές και, μεταξύ άλλων, σχετίζονται:

Με την κατανομή πόρων και εξουσιών μεταξύ κέντρου και περιφέρειας στο Ηνωμένο Βασίλειο (που είναι υπαρκτό και σοβαρό ζήτημα).
Με αντιλήψεις για το ενδεδειγμένο οικονομικό μοντέλο και το κοινωνικό κράτος (που είναι πολύ πιο πλουσιοπάροχο στην Σκωτία απ’ ό,τι στην Αγγλία).
Με το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι του Εθνικού Κόμματος της Σκωτίας (SNP) είναι ως επί το πλείστον πρώην υποστηρικτές του Εργατικού Κόμματος του Ηνωμένου Βασιλείου, κάτι που ήδη φάνηκε ξεκάθαρα στις περιφερειακές εκλογές του 2011.

Με τη διάχυτη αίσθηση ότι έχουμε εισέλθει σε μια νέα εποχή, στην οποία τίθενται εν αμφιβόλω πολλές από τις μεταπολεμικές σταθερές στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των συνόρων και της συγκρότησης κρατών.

Με την ψευδαίσθηση ότι “καθαρά” εθνικά κράτη μπορούν να αντεπεξέλθουν καλύτερα στην τρέχουσα οικονομική κρίση, αλλά και στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Δεν ξέρω τι ακριβώς επιπτώσεις θα είχε η επικράτηση του “Ναι” στο πρόσφατο δημοψήφισμα, και προφανώς δεν θα το μάθουμε ποτέ. Ωστόσο, η ανεξαρτησία της Σκωτίας σίγουρα θα ήταν αρνητική εξέλιξη, αν λάβουμε υπόψη μας την ανάγκη για συστράτευση σε μια Ευρώπη που συνεχώς:

Χάνει έδαφος έναντι άλλων αναδυόμενων δυνάμεων στον πλανήτη και δεν έχει την πολυτέλεια να κατακερματίζεται σε περιφερειακά κρατίδια.
Γηράσκει δημογραφικά και χρειάζεται πολλούς Ikechi Anya, προκειμένου να παραμείνει ανταγωνιστική σε παγκόσμιο επίπεδο, να στηριχθεί το κράτος πρόνοιας, κλπ.

Ας ελπίσουμε ότι τον Νοέμβριο οι Καταλανοί ψηφοφόροι που ετοιμάζονται για αντίστοιχο δημοψήφισμα θα σκεφτούν ότι η αγαπημένη τους Barcelona πάντα βασιζόταν σε ξένους παίκτες. Εκτός από τον Αργεντίνο Μέσι, μόνο φέτος αγόρασε τον Κροάτη Ράκιτιτς, τον Ουρουγουανό Σουάρες και πολλούς άλλους. Και καλό θα ήταν να σκεφθούν ότι το καμάρι της Καταλωνίας στηρίζεται εν πολλοίς σε ξένα πόδια.

* Ο Πλάμεν Τόντσεφ είναι διεθνολόγος και πολιτικός αναλυτής.

    Το κείμενο δημοσιεύεται στο amagi.gr