Λευτέρης Παπαδόπουλος: « Γράφω σχεδόν όπως ανασαίνω»

 

«Μεγάλωσα, από βρέφος, σ’ ένα δρομάκι κάτω απ’ την Πλατεία Κυριακού, την οδό Φωκαίας…

Πολυκατοικία, άσφαλτος και αυτοκίνητο, κατάργησαν ένα σωρό παιχνίδια, που βγάζαν το παιδί απ’ το σπίτι και το κάναν ευτυχισμένο…»

Από το βιλβίο του « Οι παλιοί συμμαθητές»

 

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1935, από γονείς πρόσφυγες  και μεγάλωσε, όπως ο ίδιος καυχιέται, σε ένα από τα οκτώ δωμάτια μιας αυλής, ανάμεσα σε σπουδαίους ανθρώπους. Ανθρώπους του μόχθου. Χτίστες, μαραγκούς, τσαγκαράδες, γιαουρτάδες.  Στους γύρω δρόμους έμαθε, με τους φίλους του, να σκαρώνει, παιχνίδια κι όνειρα. Στην αυλή, στις αλάνες και στους δρόμους, μέσα από μικρές και μεγάλες ιστορίες της «ηρωϊκής» καθημερινότητας, άγγιξε την παλάμη του κόσμου μέσα από τα βιώματα και τους στίχους του.

 

 «Γνώριζες τα βήματα ξέκρινα τους ήχους

και φωτιές ανάβαμε με σβηστή φωνή

Τις βραδυές συνθήματα γράφαμε στους τοίχους

πέφταμε φωνάζοντας κάτω οι γερμανοί

 

Κι όλα μοιάζαν ουρανός και ψωμί σπιτίσιο

κι όλα μοιάζαν ουρανός και πικρό πικρό ψωμί

 

Τάχα τι να ζήλεψαν στα χλωμά σου μάτια

που γιομαν τ’ απόβραδο γλύκα πρωϊνή

Ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια

κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή

 

Κι όλα γίναν κεραυνός πελαγίσια αρμύρα

κι όλα γίναν κεραυνός και πικρό πικρό ψωμί»

«Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» Σ. Ξαρχάκος – Γ. Μπιθικώτσης (α΄εκτέλεση)

 

Τέλειωσε το Β΄ Γυμνάσιο της Αθήνας και εγκατέλειψε τη Νομική για να αφοσιωθεί στη δημοσιογραφία. «Από το 1959 εργάζομαι στα «Νέα»: ρεπόρτερ, υπεύθυνος ύλης, υπεύθυνος ελεύθερου ρεπορτάζ, βοηθός αρχισυντάκτη, αρχισυντάκτης. Το 1963 καταπιάστηκα με το τραγούδι».

 

«Φτωχολογιά για σένα κάθε μου τραγούδι

για τους καημούς σου που σεργιανούν στη γειτονιά,

Φτωχολογιά που απ’ τον πηλό βγάζεις λουλούδι

και τους καημούς σου τους πλέκεις ψιλοβελονιά»

«Φτωχολογιά» Σ. Ξαρχάκος – Γ. Μπιθικώτσης

 

Αν και ο ίδιος θα πει πως είναι κυρίως δημοσιογράφος, ως στιχουργός αποτυπώνει, με το δικό του, μοναδικό τρόπο, τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Η μεταπολεμική ελληνική κοινωνία βγαλμένη από το κολαστήριο της κατοχής, του εμφύλιου και την τραγωδία της απώλειας σε κάθε επίπεδο, εξακολουθεί να πορεύεται με τη φτώχεια, την αδικία και τον έρωτα, σε ένα περιβάλλον που διαμορφώνεται και εξελίσσεται μέσα από καθοριστικά γεγονότα και τάσεις. Ταυτόχρονα, όμως, επιμένει να αγωνίζεται και να αναζητά την ελπίδα και τη δικαίωση. Αυτό το νέο κόσμο, τον αξεπέραστα παλιό, σκιαγραφεί με ακρίβεια η πένα του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Συμπορεύεται μαζί του ως θαμώνας – όχι ως θεατής κι αφουγκράζεται τους καημούς του. Η Ελλάδα ολόκληρη, σμίγει τη φωνή της, με τις φωνές του Καζαντζίδη, του Μπιθικώτση, της Μοσχολιού, του Στράτου Διονυσίου κι όλων των μεγάλων καλλιτεχνών που ερμήνευσαν τα τραγούδια του.

«Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι ο άνθρωπος του οποίου οι στίχοι έχουνε σημαδέψει τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές της ζωής μου. Κι όμως, κάθε φορά, καταφέρνει να μου πει κάτι καινούργιο» θα σχολιάσει ο Μίκης Θεοδωράκης με αφορμή το άλμπουμ «Πικροσάββατα».

Ξαρχάκος, Λοϊζος, Σπανός, Καλδάρας, Μαρκόπουλος, Μούτσης, είναι μερικοί από τους σημαντικούς συνθέτες που έντυσαν με τη μουσική τους, τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, συνοδοιπόροι του σε μια διαδρομή σταθερής αξίας, μετρώντας πάνω από σαράντα χρόνια.

 

«Αγαπώ κάποια βλέμματα

που σε φέρνουν θαρρείς

σε θλιμμένα απογέματα

βροχερής Κυριακής

 

Αγαπώ κάθε αμίλητο

κάθε κρύφιο καϋμό

το κορίτσι τ’ αφίλητο

το βαθύ στεναγμό»

«Αγάπη» Σταύρος Ξαρχάκος – Κώστας Χατζής

 

 

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος ερωτεύτηκε αμετανόητα τη ζωή και την έκανε λαϊκή ποίηση. Ξεδίπλωσε μέσα από τους στίχους του το μεγαλείο όλων των στιγμών της, δίχως επιτηδεύσεις και μεγαλοστομίες,. Γενναιόδωρα λυρικός, χωρίς να γίνεται γλυκερός, αγγίζει μύχιες χορδές και τα σώψυχα των ανθρώπων βρίσκουν απάγκιο στα τραγούδια του.   «Έδωσα ένα ποτήρι νερό σ’ όλο τον κόσμο, όπως όλοι οι άνθρωποι της τέχνης» θα πει σεμνά σε μια από τις συνεντεύξεις του. Τα λόγια του πάντα γνήσια και πηγαία, βγαλμένα από την καρδιά. «Γράφω σχεδόν όπως ανασαίνω» λέει ο ίδιος.

Το έργο του περιλαμβάνει χίλια διακόσια μελοποιημένα τραγούδια, απόδοση των ποιημάτων του Λόρκα και του Νερούδα στα ελληνικά, θεατρικά έργα, αξιόλογη πεζογραφία, τηλεοπτικές εκπομπές, δημοσιογραφικές αποστολές σε όλο τον κόσμο και μια ασυμβίσταστη γραφίδα, που σχολίασε την επικαιρότητα επί πενήντα και περισσότερα χρόνια.

«Αν δεν γράφω στίχους, αν δεν γράφω χρονογράφημα θα τρελλαθώ.»

 

«Παρίσι κι όνειρα

καρδιές κι αισθήματα

όλα είναι χάρτινα

όλα είναι ψεύτικα

Ρεκλάμες πράσινες

λαμπιόνια κίτρινα

η μόνη αλήθεια

είν’ η πίκρα μου»

«Ίρμα η γλυκειά» Γ. Σπανός – Ε. Λαμπέτη

 

Αναλλοίωτος μέχρι και σήμερα, καταγγέλει τον ευτελισμό των αξιών που καταδικάζει την έμπνευση σε αυτοεξορία.

 «Εμένα μ’ ενδιαφέρει το παιδάκι που ψαχουλεύει στα σκουπίδια να βρει κάτι να φάει.»

 

«Και όταν θάρθουν οι καιροί

που θα’ χει σβήσει το κερί

στην καταιγίδα

 

Υπερασπίσου το παιδί

γιατί αν γλυτώσει το παιδί

υπάρχει ελπίδα»

«Κάποτε θάρθουν» Μ. Θεοδωράκης – Π. Σιδηρόπουλος (α΄εκτέλεση)

Η Χριστίνα Κόλλια (φωτ.) είναι ποιήτρια, συγγραφέας και εμψυχώτρια εργαστηρίων Δημιουργικής Γραφής

 

Related Post