Ο κατάλογος αυτός, εκδίδεται με αφορμή την ομαδική εικαστική έκθεση «Τα Ωραία του Πέραν», η οποία, με μεγάλη μας χαρά φιλοξενείται στους χώρους του Σισμανογλείου Μεγάρου του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2018.

Υπό την επιμέλεια της κυρίας Ίριδας Κρητικού, η συλλογική αυτή έκθεση ενσωματώνει έργα δεκαπέντε πολύ σημαντικών Ελλήνων εικαστικών, οι οποίοι συνδέονται με την Κωνσταντινούπολη τόσο πνευματικά όσο και βιωματικά.

Μέσα από τα έργα τους, θα μας ταξιδέψουν στην πιο κοσμοπολίτικη γειτονιά της Πόλης, στο Πέραν, με την ελπίδα ότι η γειτονιά αυτή θα συνεχίσει να αποτελεί το σταυροδρόμι των πολιτισμών, όπως και άλλωστε το αποτελεί εδώ και χρόνια.

 

 

Ευάγγελος Σέκερης

Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη

 

«’Τί ώμορφη!  τί ώμορφη!’ σκέφθηκε. Έπλασε τότε, για μια στιγμή, όνειρα χρυσά, που σαν καπνός διαλυθήκανε όταν ρώτησε τους παρακαθημένους του κέμαθε ποία ήταν εκείνη. Είχε ακούσει πολλά για την «Ωραία του Πέραν». Είχε μάθει μάλιστα ότι ωνομαζότηνε «Ερμιόνη» και ότι ήτανε κόρη του πλούσιου τραπεζίτη Χριστοπούλου, που είχε έρθει τελευταία απ’ την Ευρώπη, αλλά δεν του έτυχε ποτέ να την αντικρύση κατά πρόσωπο».

 

Τυμφρηστός (Δημήτριος Παπαδόπουλος), «Η Ωραία του Πέραν», εκδ. Ι.Ν. Σιδέρης, Αθήνα 1921

 

«Στην κεντρική πλατεία ήτανε δυο κτίρια, το οίκημα του καφενείου, που αντιλαλούσε συνεχώς από ξεφωνητά των γκαρσονιών, κι η πέτρινη εξέδρα της μεγάλης ορχήστρας, ψηλή, ανοιχτή από τα πλάγια και σκεπασμένη μ’ έναν τρούλο σαν εκκλησία. Εκεί, τις Κυριακές, οδηγούσε την ορχήστρα ο περίφημος Τούρκος μαέστρος Ισχάν μπέης και μαζευότανε από κάτω μεγάλο πλήθος και τον σεριάνιζε, γιατί έκανε τέτοια σκέρτσα με την μπαγκέτα του, που ήτανε σωστό θέαμα. Από κει και πέρα ήταν άλλος κόσμος. Ήταν τα τραπεζάκια του καφενείου, κάτω από τα πλατάνια και τις καστανιές, το μεγάλο υπαίθριο μπαρ με τις ψάθινες πολυθρόνες και τα τραπεζάκια του στολισμένα με λουλούδια, οι κομψοί νέοι με ψαθάκι, σκληρό κολάρο, σκούρο σακάκι και άσπρο λινό παντελόνι, οι ωραίες κυρίες, σφιχτοδεμένες μες στους κορσέδες, με στενόμακρα φουστάνια και πελώρια καπέλα φορτωμένα ψεύτικα λουλούδια και πουλιά, ήταν οι οικογένειες, ήταν οι βοερές πολιτικές συζητήσεις, τέλος πάντων ο κόσμος των μεγάλων. Τα τραπεζάκια έπιαναν μεγάλη έκταση κι έφταναν ίσαμε την άκρη του Κήπου, που σχημάτιζε σαν ένα μπαλκόνι κι έβλεπε από κάτω του το Βόσπορο κι αντίκρυ την όχθη της Ασίας και το Σκούταρι. Δεξιά ξανοιγότανε ο ορίζοντας της Προποντίδας με τα Πριγκηπόνησα, μισοσβησμένα μες στην ελαφριά ομίχλη. Ήταν ένα πανόραμα που σου γέμιζε το μάτι κι οι ξένοι περιηγητές στεκόντανε και το θαύμαζαν με τις ώρες. Εκεί έπαιζε το καλοκαίρι ο υπαίθριος κινηματογράφος και, κάθε βράδυ, σαν ήτανε να αρχίσει, γινότανε ένα είδος ιεροτελεστίας…».

 

Γιώργος Θεοτοκάς, «Λεωνής», (1940), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004

 

Πίττας Κωνσταντίνος

Πετρίδης Πάρης  

«Στις δυο πλευρές του δρόμου υπάρχουν σαλόνια, μαγαζιά, καταστήματα που προσπαθούν να κάνουν τους ανθρώπους περισσότερο ευτυχισμένους, να τους διασκεδάσουν, να τους χορτάσουν και να τους ντύσουν. Δεν μπορώ να συγκρατήσω τον εαυτό μου και να μη βυθιστώ σε πελάγη φαντασίας, σαν τους παρακολουθώ να στέκονται μπροστά στις βιτρίνες των καταστημάτων….Όλα τούτα τα καταστήματα, σαν να πουλάνε ευτυχία σε όλους αυτούς τους περαστικούς ανθρώπους. Αυτή η ποικιλία χρωμάτων και ειδών στα τρόφιμα που πουλάει ο μανάβης, όπως αυτά τα τεράστια κίτρινα με το τσόφλι φαίνεται να μην είναι πορτοκάλια, προσφέρουν μια άλλη γεύση που θα προσθέσει ευτυχία στο τραπέζι, η ευτυχία του αρώματος και της φρεσκάδας. Αυτοί εκεί οι πωλητές βροντοφωνάζουν θέλοντας να πουν: Πάρτε από αυτά που πουλάμε, για να γίνετε ευτυχέστεροι. Και μάλιστα με την μποζά. Αυτό το ποτό αν δεν αποτελεί αποκλειστική ευτυχία για τον πατέρα τον ίδιο τι άλλο μπορεί να είναι, αφού ελάχιστες ώρες μετά το φαγητό θα προσφέρει την μποζά προσθέτοντας κανέλλα και στραγάλια από πάνω, για να γευτούν όλα τα μέλη της οικογένειας;

 

 Σε αυτή τη λεωφόρο ως τώρα πόσοι φωτογράφοι έχουν συγκεντρωθεί, σε πόσες βιτρίνες στάθηκα για να δω φωτογραφίες…».

 

Ziya Osman Saba, «Το φωτογραφείο των ευτυχισμένων ανθρώπων»,  Ανθολογία της νέας τουρκικής λογοτεχνίας. Διήγημα, Αριστοτέλης Μητράρας (ανθ. – μτφ.), Εκδόσεις Παπαζήση, Θεσσαλονίκη, 2014

Η ιδέα της έκθεσης «Τα Ωραία του Πέραν», που υλοποιείται με την αμέριστη συμπαράσταση του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη και ειδικότερα, του Γενικού Προξένου κυρίου Ευάγγελου Σέκερη, γεννήθηκε από την επιθυμία της απόπειρας έκφρασης αυτού που αισθανόμαστε όλοι όσοι ζήσαμε και αφουγκραστήκαμε σε χρόνο μονάκριβο αλλά δανεικό, για διαστήματα μεγαλύτερα ή μικρότερα αλλά πάντοτε φορτισμένα με ανεξίτηλες εικόνες και ανεξίτηλες εμπειρίες το μοναδικό αυτό κυριολεκτικό και μεταφορικό σταυροδρόμι της Κωνσταντινούπολης.

 

Ενταγμένα στο τρυφερό αυτό λογοπαίγνιο που αποτελεί προφανή αναφορά στο δημοφιλές μελόδραμα του Τυμφρηστού «Η Ωραία του Πέραν» (1920) και στη βασισμένη σε αυτό και αντίστοιχα επιτυχημένη ομότιτλη ταινία του Ορέστη Λάσκου (1953) που γυρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, τα έργα των 15 εικαστικών που συμμετέχουν στην έκθεση, γεννήθηκαν σε μεγάλο βαθμό υπό το στιγμιαίο κλίμα μιας εντατικής πρωτοειδωμένης και καθηλωτικής εικόνας.

Συγγενεύουν μεταξύ τους με τον συνθηματικό και συμπυκνωμένο τρόπο που συγγενεύουν και οι γεωγραφικές και συναισθηματικές μνήμες όλων των ανεξάντλητων προορισμών.

Στα έργα της Όλγας Αλεξοπούλου όπου συνεκτικό ιστό αποτελούν οι ημιαστικοί χώροι της Πόλης, τα νεότερα στρώματα του δομημένου χώρου διαλύονται σταδιακά, σαν το μελάνι που χρησιμοποιεί στην ενότητα αυτή η ζωγράφος, ανασκάπτοντας τα αστικά αρχιτεκτονήματα, αποκαλύπτοντας τις πρώιμες δομές της περιοχής και τη χαμένη χλωρίδα της πόλης που επιχειρούν να επανακυριεύσουν το χαρτί και τη ζωγραφική αφήγηση.

àé†ù

Περπατώντας στο Πέραν, ο Τάσος Βενετσανόπουλος επιχειρεί να αποδώσει το διηνεκές πνεύμα της Πόλης στη βοερή καθημερινότητά της. Στις έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, όπου η ζωηρή ανάμνηση της Art Nouveau συγχέεται με το ευτελές ή το υπό κατεδάφιση, «η ζωή διαπλέκεται με την ιστορία, αποκλείοντας τα εφήμερα για να φανεί αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει από τις άλλες σύγχρονες μεγαλουπόλεις».

«Τα σπαράγματα της ψυχικής επαφής μου με το Πέρα, με πλήρη τη μυθολογία του και τους θυρεούς της νοσταλγίας, και τις στάσεις μιας διαδρομής ενηλικίωσης μέσα από επάλληλες διηγήσεις και βιωματικές επαληθεύσεις, οργανώνονται σε μία μικρή επιλογή φωτογραφικών στάσεων», σημειώνει ο Νίκος Βατόπουλος, αποκαλώντας τις αισθαντικές φωτογραφίες του «μικρούς βωμούς που τρεμοσβήνουν σε ένα άχρονο φως, σε διαρκή και ηθελημένη υποστολή, που φωτίζει με παραμορφωτικές σκιές τα αποστάγματα οικογενειακών διαδρομών». Ανάμεσα στο Ταξίμ και το Τουνέλ, σε χιαστί άξονες από την Αγία Τριάδα στο Σαντ΄Αντόνιο, «πηγάζουν σαν ντεκουπαρισμένες μνήμες η πανσιόν της προγιαγιάς μου στο Μις Σοκάκ και η πρώτη κοινωνία της Νόννας μου… Βηματισμοί που απρόσκοπτα και σχεδόν αιφνιδιαστικά γίνονται ένας κοινός τόπος και μια κοινή πατρίδα», γράφει ο ίδιος

 

Στη δίπτυχη οικογενειακή μνήμη της Ειρήνης Βογιατζή, με τίτλο «La premiere communion», απεικονίζονται ολόσωμα και με νοσταλγική, φωτογραφική σχεδόν ακρίβεια τα νεαρά αδέλφια Jean και Yolanda. Πρόκειται για τον πεθερό της ζωγράφου Γιάννη Φίσσερ και την αδελφή του Γιολάντα, κατά τη διάρκεια της πρώτης τους μετάληψης στον Ναό του Αγίου Αντωνίου, στο Πέραν, λίγα χρόνια προτού επιστρέψουν οριστικά με τους γονείς τους στην Αθήνα.

Ο Ανδρέας Γεωργιάδης, με τον τρόπο του επίμονου περιηγητή, εξαντλώντας κάθε επιτόπια δυνατότητα πρόσβασης και χρησιμοποιώντας παράλληλα δυσεύρετες ιστορικές και πρωτογενείς πηγές, ανασυνθέτει στο έργο του πολύτιμα σπαράγματα προγενέστερου χρόνου. Η επίπονη αυτή τοπογραφία, αποτυπωμένη με σπάνια σχεδιαστική ευχέρεια, ζωγραφική πυκνότητα και χρωματική ενάργεια, ξεδιπλώνεται από τη γέφυρα του Γαλατά ως τη Μεγάλη Οδό του Πέραν με τα τραμ και τις μυρμηγκιές των φυλών και των ανθρώπων, με τη μεγαλειώδη αρχιτεκτονική και τη σκονισμένη ανθρώπινη μνήμη, αποτυπώνοντας μεθοδικά και ηδονικά μαζί τον διηνεκή χρόνο της Πόλης.

Η Κατερίνα Ζαχαροπούλου δημιουργεί ένα σημαντικό έργο-ντοκουμέντο, με αφετηρία μια πολύτιμη οικογενειακή φωτογραφία που «φυλούσε όλη της τη ζωή» περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να αφηγηθεί την ιστορία της. Μια ιστορία μεταμφιεσμένου ενυπνίου σχεδόν φανταστική, που, 60 χρόνια μετά, αποτελεί ταυτόχρονα κομμάτι της πολυσχιδούς μαγικής μνήμης του Πέραν αλλά και της προσωπικής δικής της.

Με ευαίσθητη χρωματική παλέτα και δεινή σχεδιαστική ικανότητα, ο Μηνάς Καμπιτάκης ζωγραφίζει τη διακεκομμένη μνήμη του Πέραν με επίκεντρο την πανοραμική και επιμέρους Art Nouveau μνήμη του ζαχαροπλαστείου Lebon, που ξεκίνησε την υπερεκατονταετή πορεία του για να μετονομαστεί αργότερα σε Cafe Markiz –τόπο συνάντησης διανοουμένων, καλλιτεχνών αλλά και κλειστών κοσμικών κύκλων από το 1940 έως και το 1977. Το διατηρητέο πια κτήριο με το οποίο «συναντάται» ο ζωγράφος, λειτουργεί σήμερα ως εστιατόριο ταχυφαγίας, συγκρατώντας με έναν παράδοξο τρόπο το σκληρό κουκούτσι της ιστορίας του και της σύνδεσής του με τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της Κωνσταντινούπολης.

Στα έργα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, οι παλιοί χάρτες του Πέραν, ζωγραφισμένοι με ακρίβεια και κατάστικτοι από συμβολικές εικονοποιήσεις, χρησιμοποιούνται ως φιλόξενα πεδία για την εναπόθεση μικρών αναμνηστικών αντικειμένων, ζωγραφισμένων με εξαιρετική ενδελέχεια από τη ζωγράφο που διαχειρίζεται τη συγκίνηση της δικής της και της δικής μας μνήμης με επάλληλες διαφανείς ενθέσεις στοιχείων και αποτέλεσμα σχεδόν απτικό.

Οι φωτογραφίες της Ένης Κούκουλα, αποτελούν μια λεπταίσθητη συνομιλία δύο εποχών. Δύο αναγνώσεις «ανάμεσα στο τότε και το τώρα μιας αγαπημένης πάντοτε Πόλης» που ο φακός της απαθανάτισε για πρώτη φορά ασπρόμαυρα και αποσπασματικά, την παγωμένη Πρωτοχρονιά του 1990, καταγράφοντας ανεξίτηλα πρόσωπα ανθρώπων και λαβυρινθώδεις διαδρομές. Η επιστροφή στο Πέραν 25 σχεδόν χρόνια μετά, οδήγησε σε μια έγχρωμη δεύτερη και «εξ επαφής» ανάγνωση: με αφετηρία τον τόπο διαμονής της στο ιστορικό κτήριο του Stories Hotel στον Γαλατά, αιχμαλώτισε δυσδιάκριτες λεπτομέρειες που αφηγούνται τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της Πόλης και διασώζουν την εύθραυστη φυσιογνωμία της στο μεταίχμιο Δύσης και Ανατολής.

«Ποτέ δεν πέρασε απ’ το μυαλό μου να μείνω οπουδήποτε αλλού από το Πέραν», γράφει σε συνάρτιση με το φωτογραφικό έργο του ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας. «Το Πέραν ήταν που με έφερε στην Πόλη, το Πέραν (και ο Γαλατάς) μου λείπουν περισσότερο όταν βρίσκομαι μακριά της. Θα μπορούσα σχεδόν να σου πω πως για μένα το Πέραν είναι η Πόλη – είναι το σπίτι μου και η ζωή μου. Είναι το «μικρό μας χωριό», όπου μένουν οι περισσότεροι φίλοι μου, όπου βρίσκονται τα περισσότερα στέκια μας, όπου έχω τις περισσότερες μνήμες μου από την Πόλη». Οι φωτογραφίες του, τραβηγμένες με οξυδερκή ενθουσιασμό, αποτυπώνουν και διασώζουν τη μεγαλειώδη αρχιτεκτονική της Μεγάλης Οδού του Πέραν και την ευρωπαϊκή μνήμη στις συνήθειες των ανθρώπων, την εσωτερική ευγένεια των αφρόντιστων κτηρίων, τη γιορτή πίσω από τις σιωπηλές προσόψεις.

 

Τα έργα της Γεύσως Παπαδάκη, που δημιουργήθηκαν και παρουσιάζονται με τον τρόπο μιας επιτοίχιας εγκατάστασης, αποτελούν μια μικρή «αυτοβιογραφία», ένα ημερολόγιο του Πέραν των παιδικών χρόνων της ζωγράφου.

Με τη μέθοδο του κολλάζ, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, διασώζει σπαράγματα και αρχιτεκτονικά μέλη (πρόσοψη, σκάλες, πόρτες) της γενέθλιας οικίας της, του σχολείου της (Ζάππειο) και επαναχαράσσει οικείες διαδρομές στα καλντερίμια και στις εκκλησίες, στα σοκάκια και στις βιτρίνες του αλλοτινού Πέραν που εξακολουθεί να στοιχειώνει το βλέμμα και το νου.

 

«Αντικρίζοντας για πρώτη φορά τα υπό λειτουργία ρωμαίικα σχολεία της Πόλης τον Ιούλιο του 2006, ένιωσα δέος», σημειώνει ο Πάρις Πετρίδης με αφορμή την ενότητα «Τα Ρωμαίικα Σχολεία της Πόλης» (Άγρα 2007). «Κτισμένα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα από την τότε ακμάζουσα ελληνορθόδοξη διασπορά, υπερασπίζονται, με συγκινητική αξιοπρέπεια, τον αστικό-κοσμοπολίτικο χαρακτήρα τους απέναντι σε μια αδήριτη πραγματικότητα. Τεκμήρια εθνικής ιστορίας ή στοιχεία από την εποχή του πραγματικού, χαμένες πατρίδες ή χαμένη παιδεία, σε κάθε περίπτωση η βουβή (τους) καταγραφή…είναι μια ακρόαση της μνήμης μας, μια ματιά στις γραμμές του χεριού μας».

 

Με αφορμή την έκθεση, ο Κωνσταντίνος Πίττας ανασυνθέτει φωτογραφικά και αφηγηματικά μια προσωπική ιστορία τυχαίας συνάντησης, επιστρέφοντας στο 1988. Η Πόλη και το Πέραν ως εντατικά πεδία δράσης, οι ανθρώπινες σχέσεις που δεν απολαμβάνουν πάντοτε της ευκαιρίας της οποίας αξίζουν, η αδυναμία του rewind, θίγονται με τρόπο δεξιοτεχνικό στην ιστορία μικρού φωτογραφικού μήκους του καλλιτέχνη.

«Η Κωνσταντινούπολη έχει μια διαχρονική ποιότητα», σημειώνει με αφορμή τη συμμετοχή του ο Βαγγέλης Πουλής. «Καθημερινές εικόνες, μυρωδιές και ήχοι, απηχώντας παλιότερες εποχές, ενώνονται  στο ίδιο σημείο του χάρτη όπου η Δύση συναντά την Ανατολή. Τα γηράσκοντα ψηλά κτήρια, με κάποιον παράδοξο τρόπο, αντανακλούν το φως αποκλειστικά στους στενούς δρόμους της πόλης. Οι σχεδόν πάντοτε πολυσύχναστοι δρόμοι, με έναν εξίσου παράδοξο τρόπο μοιάζουν να κινούνται με έναν βραδύτερο βηματισμό». Και η λέξη «hüzün», που δεν μπορεί εύκολα να μεταφραστεί, το είδος αυτό της  μελαγχολίας, που ο Ορχάν Παμούκ περιγράφει «ως τη συγκίνηση που μπορεί να νιώσει ένα παιδί κοιτώντας μέσα από ένα παράθυρο θολό από τον ατμό», αποτελεί προϋπόθεση «για να δει κανείς τις σκηνές και να επικαλεστεί τις μνήμες υπό τις οποίες η ίδια η πόλη μεταβάλλεται στην άυλη εικονογράφησή της».

 

Αφορμή για την ενότητα έργων της Βιργινίας Φιλιππούση, ήταν η ανακάλυψη μιας φωτογραφίας του προπάππου της σε φωτογραφείο του Πέρα, την εποχή που πρωτοεμφανίζονται τα φωτογραφικά στούντιο. Για τις ανάγκες της σύντομης εικαστικής αναδρομής που επιχειρεί, ζωγραφίζοντας πορτρέτα υπαρκτών προσώπων, τοποθετεί στον χάρτη τα φωτογραφεία εποχής (1845-1920), αντιστοιχίζοντας τις τότε ονομασίες δρόμων με τις τωρινές και σχεδιάζοντας εκ νέου πορτρέτα ανθρώπων που είχαν κάποτε φωτογραφηθεί σε αυτά.

Η αφήγηση συμπληρώνεται με την προσθήκη νεότερων φωτογραφιών από το οικογενειακό της αρχείο, με την πεποίθηση ότι ο ρόλος της αναμνηστικής φωτογραφίας πορτρέτου παραμένει ίδιος στην διάρκεια των αιώνων είτε σαν ντοκουμέντο είτε σαν προσωπική ενθύμιση.

 

 

Ίρις Κρητικού

                                    Επιμελήτρια της έκθεσης  ‘Τα Ωραία του Πέραν’