«Πώς σε λένε;»

«Μικρή».

«Μικρή; Δεν είναι όνομα αυτό».

Το ξέρουμε, αλλά πώς να αποκαλύψεις σ’ένα παιδί ότι «μικρή» είναι ένας γλυκός λόγος που συνοδεύει τις χαρές και τις ευαισθησίες της παιδικής ηλικίας, όταν δεν ξέρει τι σημαίνει αυτό;

Τι και αν την έλεγαν, στην πραγματικότητα, Emma Reyes; Λίγη αξία είχε.

Ούτε μπορούσε να ξέρει ότι θα γίνει διάσημη ζωγράφος. Αυτή ήξερε μόνο ότι στα μέρη της, στην Μπογκοτά, «γεννιέσαι ξέροντας τι πάει να πει πείνα, κρύο και θάνατος.» Τίποτα άλλο. Ούτε καν γονιός! Τους είχε χάσει.

Γι’αυτό αγωνιζόταν να καλύψει, ολομόναχη, τα δύο πρώτα και ενστικτωδώς ήξερε πως αν ήθελε να αποφύγει το τρίτο, έπρεπε να πάει ενάντια στην μοίρα της.

Έτσι, όταν η Emma / Μ.Πρωτόπαππα μονολογεί επί σκηνής πως ακόμα και ένα παιδί 4 ετών μπορεί να επιλέξει αν θα ζήσει ή αν θα πεθάνει, φαίνεται τόσο φυσική η διαπίστωσή της όσο καθηλωτική είναι η ερμηνεία της σ’αυτό το ρόλο.

Η μικρή Emma για τον θεατή φτάνει μόνο έως τα χρόνια της εφηβείας, αλλά οι περιγραφόμενες έως τότε εμπειρίες της του επιτρέπουν να την αντιμετωπίσει μόνο ως μεγάλη. Χρειάζεται όλο το θεατρικό μπρίο της Μ.Πρωτόποππα για να μην ξεχάσεις ότι ακούς ένα παιδί να σου διηγείται τη ζωή του, οι αέναες κινήσεις της όπως αυτές που κάνουν τα παιδιά και οι σπασμοί του προσώπου της  για το κλάμα χωρίς δάκρυ που προκαλεί το βάρος που κουβαλάει μέσα της και που εν τέλει αποτελούν την μοναδική βαλίτσα που θα πάρει μαζί της όταν θα αφήσει για πάντα την ήπειρό της.

Η παράσταση «Emma» που παίζεται στο «Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας», βασισμένη στις «Αναμνήσεις δι’αλληλογραφίας» της Emma Reyes (1919-2003) (εκδ.Ίκαρος), σε μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου, ευτύχησε ερμηνευτικά, σκηνοθετικά, αλλά και μουσικά.

Ακούγοντας τον Y.Montand να τραγουδά το “sous le ciel de Paris” περίπου με την αρχή της παράστασης, το μόνο που προσδοκάς είναι η μικρή να καταφέρει να δει έναν ξάστερο ουρανό. Και οι Emma / Μ.Πρωτόποππα τα καταφέρνουν άψογα.

 

Μ. Πρωτόπαππα