Με το θέμα “ΜΝΗΜΗ”, η γκαλερί CITRONNE παρουσιάζει εφέτος στον Πόρο μία διπλή έκθεση με έργα του Κώστα Πανιάρα (1934– 2014), η οποία διεξάγεται ταυτοχρόνως στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πόρου και στον χώρο της Γκαλερί. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πόρου (Ι), σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων, υπό τον τίτλο η «Αμφιθυμία της Μνήμης», παρουσιάζονται τα περισσότερο πρόσφατα επιζωγραφισμένα γλυπτά του εικαστικού. Παραλλήλως, στον χώρο της γκαλερί (ΙΙ) εκτίθενται τα «Τοπία της Μνήμης», όπου τα τρισδιάτατα έργα του καλλιτέχνη συνυπάρχουν με τα δυσδιάστατα. Η διπλή αυτή έκθεση επιχειρεί να δώσει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα από την σύνθετη προσωπικότητα και την εικαστική αναζήτηση του διεθνούς αυτού καλλιτέχνη.

Εγκαίνια : Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου, Σάββατο 19 Μαίου, 19.00
Γκαλερί CITRONNE, Σάββατο 19 Μαίου, 20.30

 

Κύμα συγκίνησης προκάλεσε το 2014 η είδηση πως έφυγε από τη ζωή ο εκρηκτικός, σπουδαίος, χαρισματικός ζωγράφος Κώστας Πανιάρας. Ο εξωστρεφής, μαχητικός, σημαντικός καλλιτέχνης, που το κοινό αγάπησε και θαύμασε μέσα από σειρά εκθέσεων -αρκετές εκ των οποίων έγιναν στο Μουσείο Μπενάκη- αφήνει ανεξίτηλη την προσφορά του στον ελληνικό χρωστήρα και μια σημαντική παραγωγή σπουδαίων έργων.

Γεννήθηκε το 1934 στο Κιάτο. Μετά τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Θ. Λεκό σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα κοντά στην Ελένη Ζογγολοπούλου. Το 1956 πήγε στο Παρίσι, όπου σπούδασε λιθογραφία στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών, ζωγραφική με τον Andre Lhote και ψηφιδωτό και φρέσκο με τον Gino Severini. Στη γαλλική πρωτεύουσα παρέμεινε ως το 1975, με ενδιάμεσα ταξίδια στη Νέα Υόρκη, την Περσία και την Άπω Ανατολή, και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα. 

Το 1956 ξεκίνησε την εκθεσιακή του δραστηριότητα, παρουσιάζοντας την πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα. Ακολούθησαν άλλες ατομικές, ορισμένες σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Ιόλα, και συμμετοχές σε ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 1984 οργανώθηκε αναδρομική παρουσίαση του έργου του στην Πινακοθήκη Πιερίδη.

Στη ζωγραφική του, που αποτελείται από σαφείς ενότητες έργων, το χρώμα είναι το στοιχείο που κυριαρχεί και συντελεί στη δημιουργία συνθέσεων με μεγάλες επιφάνειες, ενώ η χρησιμοποίηση πτυχωτού πλαστικού σπάει την παραδοσιακή επιπεδότητα προσδίδοντας ανάγλυφη, κυματιστή υφή. Με την ίδια λογική χρησιμοποίησε το χρώμα και σε γλυπτικές συνθέσεις, επεμβαίνοντας στη φόρμα γνωστών κλασικών έργων και προκαλώντας μια διαφορετική ερμηνεία τους, καθώς και στις εγκαταστάσεις και τα γλυπτικά περιβάλλοντα που δημιουργεί και τα οποία συνδυάζουν τα βασικά στοιχεία της ζωγραφικής και της γλυπτικής του.

«Αν με ρωτούσαν τι κέρδισα τόσα χρόνια από την πείρα μου, θα έλεγα χωρίς δισταγμό: τίποτα! Οι αποκτημένες γνώσεις στην τέχνη γίνονται αμέσως άχρηστες, σαν πεθαμένες. Η ζωγραφική δεν εξασφαλίζεται με αυτές. Ξανα-εφευρίσκεται κάθε μέρα», είχε πει σε συνέντευξή του στην Athens Voice το 2010, όπου είχε εκφράσει και την πικρία του για τη σχέση των Αθηναίων με την τέχνη: «Η αναγκαιότητα της τέχνης είναι περιστασιακή, έως ανύπαρκτη. Όταν κλείνει ένα θέατρο, ένα βιβλιοπωλείο ή μια γκαλερί, ούτε που θα το πάρουν χαμπάρι οι Αθηναίοι. Ένα μαγαζί με ρούχα ή ένα εστιατόριο της μόδας που κλείνει προξενεί αμηχανία. Κάτι σαν ένα μικρό κοινωνικό κενό…».

(Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Εθνική Πινακοθήκη)