Ο​​ταν ένα φεστιβάλ επίσημης ελαφρότητας. Η επίσκεψη του πριγκιπικού ζεύγους παρήγαγε τον αναμενόμενο βόμβο: Τι φόρεσαν, τι ήπιαν, τι έφαγαν. Πολιτικό νόημα τής προσήψε μόνο ο «Ρουβίκωνας» – που αφιέρωσε στον Κάρολο μια εισβολή του· και ένα παρακλάδι της ζόμπι Δεξιάς, που στην υποδοχή και στα δείπνα είδε την Αριστερά να προσκυνά το στέμμα. Ομως, ούτε η συριζαϊκή εξουσία είναι ακριβώς αριστερή (ποια Αριστερά επιτρέπει στον εαυτό της τέτοια έκδηλη λαιμαργία για τα λούσα;) ούτε ο Κάρολος εκπροσωπεί ακριβώς τη μοναρχία. Εκπροσωπεί μια μοναρχία από την οποία έχει αφαιρεθεί εδώ και αιώνες η αρχή. «Αν η Βουλή το αποφασίσει, η βασίλισσα είναι υποχρεωμένη να υπογράψει ακόμη και τη θανατική της καταδίκη», έγραφε ήδη πριν από 150 χρόνια ο Γουόλτερ Μπάτζετ.

Ακόμη και ξεδοντιασμένος, αυτός ο θεσμός εξακολουθεί να έχει νόημα για τους Βρετανούς – για ένα έθνος, όπως λένε, με τέσσερις «εθνικές» ομάδες ποδοσφαίρου, αλλά μόνο ένα θρόνο. Ο θεσμός μαθαίνει. Και όπως είδαμε και στις εικόνες από την Ερμού, έχει μάθει να μεθοδεύει ελεγχόμενα ακόμη και τη χιουμοριστική υπονόμευση του εαυτού του. Μαθαίνει να επιστρατεύει την αγγλική τέχνη του αυτοσαρκασμού για να ανανεώνει την ακτινοβολία του: Ψωνίζει κουλούρια· ρουφάει φρέντο σαν να ήταν το απογευματινό τσάι· «ξηλώνει» το μουσειακό του κοστούμι με ξεκούδουνα μανικετόκουμπα. Ο θεσμός έμαθε μετά την Νταϊάνα ότι εξαρτάται από τα media και εξελίχθηκε έτσι ώστε να τα έχει με το μέρος του. Είναι ένας θεσμός που στην Ελλάδα είχε ιστορικά ανάποδη λειτουργία απ’ ό,τι στη νεωτερική εκδοχή του στο Ηνωμένο Βασίλειο: Εκεί συμβόλιζε την ομοψυχία. Εδώ τον διχασμό.

Σε μια συνέντευξή του στο Spiegel, ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας έλεγε πέρυσι ότι «οι Γάλλοι είναι ένα έθνος βασιλοκτόνων μοναρχικών». Αποκεφάλισαν τον βασιλιά τους, αλλά έκτοτε χάσκει στη δημόσια ζωή τους ένα συμβολικό κενό, το οποίο καλείται να αναπληρώσει πατρικά ένας πανίσχυρος πρόεδρος. Ο πρόεδρος καλείται να εκπέμψει την εκκοσμικευμένη μαγεία, χωρίς την οποία ακόμη και η δημοκρατικά νομιμοποιημένη εξουσία δεν μπορεί να συγκινήσει· δηλαδή να τελεσφορήσει.

Παρακολουθώντας τη συνάντηση της βρετανικής μοναρχίας με την ελληνική «ελίτ», είχε κανείς την ευκαιρία να φανταστεί πώς θα ήταν η ζωή αν δεν είχαμε εκθρονίσει τους βασιλιάδες. Δεν χρειάστηκε πολλή φαντασία. Τα ίδια πρόσωπα –σκυμμένα, χαμένα ή τραβηγμένα– ενσαρκώνουν, ούτως ή άλλως, την παλιά παρομοίωση του Ρενέ Ζιράρ: Παριστούν τη δημοκρατία σαν μεγάλη μικροαστική αυλή, όπου οι αυλικοί είναι παντού και ο μονάρχης πουθενά.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ