Κατερίνα Ανέστη για το BHMAgazino
Η νεαρή φωτορεπόρτερ με την πολύτιμη προϋπηρεσία στο CERN και την πολυετή θητεία στις εστίες του Προσφυγικού μιλάει στο BHMAgazino για τη νέα επαγγελματική της πρόκληση: εννέα μήνες στο Νότιο Σουδάν με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα
Το «Newsweek» με το πολυσέλιδο φωτορεπορτάζ της 26χρονης Αννας Παντελιά για το «Βρώμικο μυστικό της Ελλάδας» με εικόνες Αποκάλυψης από τις εγκαταστάσεις εξόρυξης λιγνίτη στην Πτολεμαΐδα μυρίζει σχεδόν φρέσκο μελάνι όταν μιλάω μαζί της. Βρίσκεται στο Αμστερνταμ. Για την ακρίβεια, στο αεροδρόμιο, λίγο πριν από το επόμενο μεγάλο βήμα στην καριέρα και τη ζωή της, για αυτό που η ίδια περιγράφει ως «όνειρο ζωής ή καριέρας». Με μια μεγάλη και μια μικρή βαλίτσα, μια «καλή» φωτογραφική μηχανή, ένα drone, μια GoPro κάμερα και μερικές πραγματικές, «χάρτινες» φωτογραφίες της οικογένειάς της, ταξιδεύει για το Νότιο Σουδάν όπου για τους επόμενους εννέα μήνες θα είναι υπεύθυνη επικοινωνίας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.
Με σπουδές στο ΤΕΙ Φωτογραφίας Αθήνας, μάστερ στην Επικοινωνία στο City University στο Λονδίνο, συνεργασία ως φωτογράφος με το CERN και με σημαντικά μέσα ενημέρωσης όπως τα CΝΝ, Al Jazeera, BBC, «The Telegraph», «The Guardian», υπέβαλε αίτηση στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα ελπίζοντας να επιλεγεί για μια αποστολή. Την ίδια ώρα, οι φωτογραφίες της από προσφυγικούς καταυλισμούς, από τα εγκαταλελειμμένα ακίνητα των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα και από τα λιγνιτωρυχεία στην Πτολεμαΐδα έκαναν τον γύρο του κόσμου. Ωσπου ήρθε η ποθητή απάντηση. Είναι όμως το Νότιο Σουδάν μια χώρα που πραγματικά την ενδιαφέρει;
«Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για τη Μέση Ανατολή, τόσο για την ιστορική όσο και για την πολιτική σημασία της, και γι’ αυτό μαθαίνω και αραβικά. Η αλήθεια είναι ότι αν μου έλεγαν πριν από τρεις μήνες ότι θα πάω στο Νότιο Σουδάν θα έλεγα ότι δεν θα πήγαινα αν μπορούσα να διαλέξω κάτι άλλο. Τώρα όμως το θέλω τόσο πολύ να είμαι μέρος μιας αποστολής που ανυπομονώ να φτάσω». Μετά τον εμφύλιο, και από το 2011 το Νότιο Σουδάν αποτελεί ξεχωριστή χώρα. Βρίσκεται στα πρόθυρα λιμού, σχεδόν το 70% των κατοίκων δεν έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες Υγείας και υπάρχουν 4 εκατομμύρια πρόσφυγες που έχουν διωχθεί από τα σπίτια τους. «Η κατάσταση δεν είναι καλή» εξηγεί η νεαρή φωτορεπόρτερ για να προκύψει το εύλογο ερώτημα: Φοβάται;

Η σχέση με τον φόβο

Η Αννα Παντελιά γελάει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής καθώς από το βάθος ακούγονται διαρκώς αναγγελίες πτήσεων. «Φοβάμαι; Αυτό που λέω πάντα είναι ότι αν δεν δοκιμάσεις κάτι ο ίδιος στη ζωή σου δεν μπορεί να σε φοβίζει. Από μικρή όλοι μού έλεγαν ότι το Λύκειο είναι δύσκολο, οι Πανελλήνιες είναι δύσκολες, η ζωή είναι δύσκολη. Διαπίστωσα ότι όλα ξεπερνιούνται και έμαθα να μην ακούω πολύ τι λέει ο κόσμος και να δοκιμάζω ό,τι θέλω. Αν τώρα πραγματικά φοβηθώ, αν κάτι συμβεί, μπορώ πάντα να γυρίσω». Μοιάζει να έχει το σύνδρομο της Πολυάννας, ενώ ταυτόχρονα τα θέματα που αποτυπώνει και συχνά αποκαλύπτει φωτογραφικά στην παγκόσμια κοινότητα είναι σκληρά, σχεδόν ζοφερά. «Πιστεύω ότι αξίζει να ζήσει κανείς και τις δύσκολές εμπειρίες για να εκτιμήσει αυτά που έχει. Αν θεωρώ ότι υπάρχει νόημα, δεν αποφεύγω να αναλαμβάνω δύσκολα εγχειρήματα ή πράγματα που με στενοχωρούν. Το πόσο πολύ θέλω κάτι ξεπερνά τον φόβο».
Προς το παρόν λέει πως δεν έχει κινδυνεύσει η ζωή της και δεν έχει φοβηθεί ιδιαίτερα, με εξαίρεση εκείνη τη φορά που φωτογράφισε το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της Πειραϊκής Πατραϊκής το 2014 με μια συνεργάτιδά της. «Είχα περίεργες συμπεριφορές από κάποιους πρόσφυγες και μετανάστες άνδρες, όχι επειδή ήμουν δημοσιογράφος, αλλά γιατί έβλεπαν δύο γυναίκες φωτογράφους μόνες σε έναν έρημο χώρο. Από την άλλη, όμως, δύο μετανάστες από την Αλγερία που ζούσαν εκεί μας προστάτευαν και μας συμβούλευαν».

Ξανακοιτάζοντας – με δάκρυα – τις φωτογραφίες

Οι πιο δύσκολες συνθήκες που γνώρισε ήταν στη Λέσβο, τον Σεπτέμβριο του 2015 (μήνα των γενεθλίων της), όπου κατέφθαναν χιλιάδες πρόσφυγες χωρίς να τους καταγράφουν. Και μετά στην Ειδομένη, τον Απρίλιο του 2016, όταν έκλεισαν τα σύνορα και πολλοί πρόσφυγες προσπαθούσαν να περάσουν από το ποτάμι. Δούλευε τότε με την οργάνωση «Save the Children». Τη ρωτάω αν έχει πιάσει τον εαυτό της να δακρύζει την ώρα που φωτογραφίζει, να νιώθει ότι σπαράζει μέσα της με αυτό που βλέπει.
«Είναι περίεργο, ούτε εγώ μπορώ να το εξηγήσω… Αυτό που περιγράφεις με πιάνει όταν βλέπω το υλικό μετά, μόνη μου, στο ξενοδοχείο. Ή όταν, πάλι μόνη μου, μακριά από το σημείο, δω ένα βίντεο κάποιου άλλου φωτογράφου με το ίδιο θέμα. Μερικές φορές, όμως, μέσα από τη δυστυχία βγαίνει και η ελπίδα. Στις φωτογραφίες που βλέπουμε τους πρόσφυγες να φτάνουν στη Λέσβο και να κλαίνε, οι περισσότεροι το κάνουν από χαρά επειδή κατόρθωσαν να φτάσουν στην Ευρώπη». Εχει θέσει όρια στον εαυτό της, υπάρχουν στιγμές, συνθήκες που δεν θα σηκώσει τη φωτογραφική μηχανή για να τις απαθανατίσει. «Πολλές φορές έχει συμβεί αυτό. Για παράδειγμα, θυμάμαι, σε ένα λιμανάκι στη Λέσβο, στη Σκάλα Συκαμιάς, έφτασε το βράδυ μια βάρκα με πρόσφυγες και συνέρρευσαν επί τόπου τόσες κάμερες και τηλεοπτικά συνεργεία που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να πατήσουν το πόδι τους στη γη. Πήγα και στάθηκα στην άκρη και μακάρι να μπορούσα να τραβήξω και τους άλλους».

Απαντά κατηγορηματικά, χωρίς δεύτερη σκέψη «ναι, θα τον φωτογράφιζα» όταν τη ρωτάω αν η ίδια θα σήκωνε τη μηχανή για να φωτογραφίσει το άψυχο σώμα του μικρού Αϊλάν Κούρντι από τη Συρία στα τουρκικά παράλια το 2015. «Η φωτογραφία αυτή άλλαξε την Ιστορία και την κατάσταση. Ενα παιδάκι λευκού χρώματος με ευρωπαϊκά ρούχα ξαφνικά έκανε όλους να δουν στο πρόσωπό του τα δικά τους παιδιά, ενώ όταν έβλεπαν παιδιά από την Αφρική μπορεί να στενοχωριούνταν αλλά δεν ένιωθαν αυτά τα έντονα συναισθήματα. Δυστυχώς. Τότε αφυπνίστηκαν πολλοί, ήρθαν εθελοντές από όλον τον χώρο χάρη και σε αυτή τη φωτογραφία».

Αν κάτι έχει να θυμάται από τη μέχρι στιγμής καριέρα της δεν είναι συμβουλές ή λόγια, αλλά χειρονομίες προσφυγόπουλων. «Ενα μικρό ήρθε και μου έδωσε πενήντα λεπτά γιατί είδε, όπως μου είπε, ότι εκείνη την ημέρα είχα δουλέψει πολύ και κανείς δεν με είχε πληρώσει. Ενα άλλο είχε μια φουσκωτή καρδούλα και προτού περάσει τα σύνορα έτρεξε και μου την έβαλε στην τσέπη. Ενα κοριτσάκι στη Λέσβο, την πρώτη μου μέρα, μάζεψε λουλούδια από τον αγρό και μου τα έφερε».

«Την πρώτη σου φωτογραφική την κρατάς για πάντα»

Γεννημένη τον Σεπτέμβριο του 1991, η Αννα Παντελιά (έχει μια δίδυμη αδελφή που έγινε φιλόλογος-γλωσσολόγος) επιλέγει σταθερά να φωτογραφίζει τις δύσκολες συνθήκες, να αποτυπώνει σημαντικά κοινωνικά γεγονότα. Μοιάζει να μην τη γοητεύει η ενασχόληση με τις «ήρεμες» πλευρές της ζωής ή τα πορτρέτα: «Από μικρή ήθελα να ασχοληθώ με τη φωτογραφία. Στην αρχή, ναι, έκανα πορτρέτα και ήρεμες εικόνες. Μέσω της φωτογραφίας, όμως, άρχισα να γνωρίζω διαφορετικούς ανθρώπους και να βλέπω τα πράγματα από άλλη σκοπιά. Είχε τότε έναν συμφοιτητή που είχε έρθει από τη Συρία, ένα ντροπαλό παιδί που με έφερε σε επαφή με την κοινότητα των Σύρων στην Αθήνα. Γνώρισα διαφορετικές ιστορίες και έτσι άρχισα να τις ψάχνω. Αυτό ενδιαφέρει εμένα και υποθέτω ότι αυτό ενδιαφέρει και τους άλλους». Από μικρή παρακολουθούσε ειδήσεις. «Η αδικία είναι ένα θέμα που δεν μπορώ να αντέξω και πιστεύω ότι ο καθένας πρέπει να κινητοποιηθεί όταν διαπιστώνει πως κάτι είναι ενάντια στο κοινωνικό καλό».
Λέει γελώντας ότι «δεν πρέπει να υπάρχει άλλο παιδί με τόσες φωτογραφίες του τυπωμένες σε φιλμ όπως εγώ». Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Χαϊδάρι, έβλεπε από νωρίς τον πατέρα της, ιδιοκτήτη συνεργείου αυτοκινήτων, να φωτογραφίζει με πάθος. «Εγώ και η αδελφή μου έχουμε φωτογραφίες ήδη από το μαιευτήριο. Πάντα μου άρεσε να κοιτάζω τις φωτογραφίες του, έχω δει εκατοντάδες φορές τα οικογενειακά άλμπουμ στο σπίτι. Hθελα μια καλή φωτογραφική μηχανή και έτσι είπα στον πατέρα μου ότι δεν ήθελα να πάω στην τετραήμερη εκδρομή του σχολείου αλλά προτιμούσα με αυτά τα χρήματα να πάρω μια μηχανή. Μου είπε αμέσως “ναι” και ότι μπορούσα να πάω και στην εκδρομή!». Η πρώτη της μηχανή ήταν μια Cannon 400D και φυσικά την έχει κρατήσει, ενώ όλες τις άλλες που ακολούθησαν τις πούλησε. «Την πρώτη σου φωτογραφική την κρατάς για πάντα». Μία από τις πρώτες φωτογραφίες που έβγαλε, πάντως, και που δεν θα ξεχάσει, ήταν με μια κόμπακτ μηχανή, στον ηλεκτρικό στη Νεραντζιώτισσα όπου φωτογράφισε τις γραμμές του ηλεκτρικού μαζί με το ρολόι που έδειχνε πως είχε περάσει η ώρα που όφειλε να έχει επιστρέψει στο σπίτι. Φυσικά ασπρόμαυρη.
Κομβική στιγμή στην καριέρα της ήταν η συνεργασία της με το CERN, όπου βρέθηκε αρχικά για πρακτική εξάσκηση σε ηλικία 21 ετών ενώ ήταν ακόμη φοιτήτρια. «Η Γενεύη δεν μου άρεσε, αλλά το CERN είναι σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Ηταν όμως μια παρένθεση για την καριέρα μου. Πάντα με ενδιέφεραν τα κοινωνικά ζητήματα». Εκεί συνάντησε και τον Στίβεν Χόκινγκ, τον οποίο όχι μόνο φωτογράφισε αλλά φωτογραφήθηκε και μαζί του, με τον ίδιο να χαμογελά στη φωτογραφία: «Δυστυχώς δεν μπορούσαμε να έχουμε μεγαλύτερη διάδραση».

Θέμα προτεραιοτήτων

Καθώς η πύλη για την πτήση της έχει ήδη ανοίξει και ετοιμάζεται για επιβίβαση, τη ρωτάω «τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει». Γελάει ξανά και «Η αλήθεια είναι ότι από τότε που έμαθα πως θα πάω στο Νότιο Σουδάν λέω ότι δεν έχω τι άλλο να ζητήσω. Αυτό ήταν dream job και είναι. Αυτό θα ήθελα να κάνω σε όλη μου τη ζωή και μάλιστα με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα». Ο τρόπος ζωής της είναι δύσκολος, ταξιδεύει συνεχώς, εργάζεται πολλές ώρες και σκληρά. Αναρωτιέμαι πόσο δύσκολο είναι αυτό για τις σχέσεις της, πώς μπορεί ένας σύντροφός της να συμβιβαστεί με αυτό. «Και εγώ την ίδια απορία έχω» λέει γελώντας. «Αρκετές φορές έχω βγει από μια σχέση για αυτόν τον λόγο. Και μάλλον θα ξανασυμβεί. Αν σκεφτώ για τον εαυτό μου ότι θα κάνω οικογένεια, θεωρώ ότι θα πρέπει να είναι με κάποιον που έχει αντίστοιχα ενδιαφέροντα και αντίστοιχες ενασχολήσεις ή με κάποιον που καταλαβαίνει και δυστυχώς ακολουθεί. Η δουλειά μου είναι προτεραιότητα, δεν θα την άφηνα για κάποιον έρωτα. Μάλλον…».
Και οι γονείς της; Δεν φοβούνται; «Ξέρουν πόσο ξεροκέφαλη είμαι. Επειδή έχουμε πολύ καλές σχέσεις και μιλάμε, μου λένε πως ό,τι και να κάνουν δεν θα αλλάξω γνώμη. Μου λένε επίσης ότι με εμπιστεύονται και ελπίζουν για το καλύτερο». Η Αννα είναι μορφή σχεδόν αγγελική, μια πολύ όμορφη γυναίκα, η οποία στις φωτογραφίες όπου φαίνεται και η ίδια μέσα στα θέματά της μοιάζει σχεδόν γαλήνια: «Πάντως μου λένε ότι δεν έχω πολλή υπομονή και ότι νευριάζω και εύκολα. Ομως αν εμπιστευτώ κάποιον θα του δώσω ό,τι έχω».

Το σοκ της εγκαταλελειμμένης εκκλησίας

Το φωτορεπορτάζ στην Πτολεμαΐδα, στις εγκαταστάσεις εξόρυξης λιγνίτη της ΔΕΗ, έγινε τον Ιανουάριο του 2018 και ήταν το τελευταίο που έκανε η Αννα Παντελιά γνωρίζοντας ότι θα ακολουθήσει η συνεργασία με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Αν και αναπαρήχθη από πολλά διεθνή μέσα ενημέρωσης (μεταξύ άλλων από τον «Guardian»), δεν επρόκειτο για ανάθεση. «Ηταν ένα θέμα που ήθελα εδώ και χρόνια να κάνω, αλλά δουλεύοντας εντατικά – κυρίως κοντά στους πρόσφυγες – δεν είχα καταφέρει να το φέρω εις πέρας νωρίτερα».
Συνάντησε αντιδράσεις, η ΔΕΗ της έστειλε μάλιστα μια επιστολή παραπόνων, όπως λέει. «Θεωρεί ότι ήταν μονόπλευρο το ρεπορτάζ. Παρ’ όλα αυτά, πήγα με δικά μου έξοδα και δεν γνώριζα καν αν θα δημοσιευθεί κάπου. Απλώς ήταν ένα θέμα που πίστευα ότι πρέπει να βγει στη δημοσιότητα γιατί αν και υποψιαζόμασταν ποιες είναι οι συνθήκες, δεν γνωρίζαμε ακριβώς τι συμβαίνει. Ζήτησα άδεια από τη ΔΕΗ και τους έδωσα και υλικό δωρεάν. Δεν πιστεύω ότι ήταν μονόπλευρο το ρεπορτάζ και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι εκεί ξέρουν ότι χωρίς τη ΔΕΗ θα ήταν άνεργοι. Ομως δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια στους κινδύνους για την υγεία που υπάρχουν, και για τον λόγο αυτόν η Ευρώπη προσπαθεί να μειώσει αρκετά την εξόρυξη».
Ενα δυστοπικό τοπίο που παραπέμπει σε Αποκάλυψη αποτυπώνεται σε αυτές τις εικόνες. Κάποιες ιστορίες ήταν για την ίδια συγκλονιστικές. Οπως η ιστορία του Κώστα: «Οταν ήταν 12 χρόνων πέθανε ο πατέρας του από καρκίνο. Και αργότερα τέσσερις από τους δέκα συναδέλφους του. Συνεχίζει να δουλεύει κανονικά όμως. Με σόκαραν επίσης οι διάσπαρτοι τεράστιοι σταυροί μέσα στα ορυχεία και η ιστορία της εγκαταλελειμμένης εκκλησίας στο χωριό Χαραυγή. Ενώ όλο το χωριό το είχαν τρυπήσει για να πάρουν τον λιγνίτη, την εκκλησία την είχαν αφήσει άθικτη. Ενώ δεν έχω γενικά πολύ καλή σχέση με την Εκκλησία, όταν μπήκα εκεί ένιωσα πραγματικά κάτι».
Τ
ο επόμενο φωτογραφικό πρότζεκτ που θα ήθελε να πραγματοποιήσει κάποια στιγμή στην Ελλάδα αφορά τις ακριτικές περιοχές και τους μαθητές. Δεν καίγεται να φωτογραφίσει κάποιον επώνυμο. «Θεωρώ ότι οι άνθρωποι είναι ισάξιοι. Είτε μου φέρεις να φωτογραφίσω τον Ομπάμα είτε έναν περαστικό, θα δείξω το ίδιο ενδιαφέρον να γνωρίσω τον άνθρωπο απέναντι από τον φακό μου». Αντιμετωπίζει τον φακό με συστολή, γι’ αυτό δεν έχει πολλές φωτογραφίες της σε υψηλή ανάλυση και καταφεύγει στις… selfies. Δέχτηκε πάντως να φωτογραφηθεί από τον Νίκο Αλιάγα όταν αυτός έμαθε την ιστορία της και ζήτησε να τη γνωρίσει.