Η προσπάθεια προσέγγισης ενός μυθιστορήματος της Ελένης Γκίκα δεν είναι ποτέ μια απλή υπόθεση για τον αναγνώστη της. Δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση ούτε το τελευταίο της βιβλίο «Η ωραία της νύχτας». Κυρίως γιατί η πολυγραφότατη συγγραφέας κινείται σε σταθερή βάση σε πολλά (και διαφορετικά) επίπεδα.

Γυρίζοντας πίσω τον χρόνο για να φτάσουμε στο παρόν και πηγαίνοντας στο 1997 όταν κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή διηγημάτων της Ελένης Γκίκα ‘’Όνειρα από toplexil’’ διαπιστώνουμε ότι ένα από τα αγαπημένα σε μόνιμη βάση θέματα των βιβλίων της είναι ο τόπος. Τότε το 1997 στα πολύ σύντομα διηγήματα της μιας σελίδας όπως το «Γενεαλογικό δέντρο’’, ‘’Μια φορά και ένα καιρό στην Αμοργό’’ και σε ορισμένα ακόμη του ίδιου βιβλίου είναι τα ελληνικά νησιά.

Είκοσι σχεδόν χρόνια αργότερα ο τόπος έχει αλλάξει αλλά παραμένει στην ουσία ίδιος. Είναι πια το Κορωπί, το αθηναϊκό προάστειο, μια περίκλειστη –στην ουσία- κοινωνία. Εδώ πια δύο γυναίκες φόνισσες, γιαγιά και εγγονή, και οι δύο στα 26 τους είναι η αφορμή που δίνει την ευκαιρία στην Γκίκα να φτιάξει μια τοιχογραφία των ανθρώπων και μια ηθογραφία του τόπου.

Μια αίσθηση που υπάρχει σε όλο σχεδόν το πεζογραφικό έργο της Γκίκα από το 1997. Η Γκίκα δεν αναζήτησε ποτέ τη λογοτεχνική ωριμότητα γιατί δεν το είχε ανάγκη. Μετά από 15 μυθιστορήματα και 3 συλλογές διηγημάτων ο τακτικός αναγνώστης της Γκίκα πιθανώς συνεχίζει να παραμένει με την ίδια απορία. Είναι όλα τόσα φανερά και απλόχερα δοσμένα στις δουλειές της ή υπάρχουν, τελικά και άλλα τόσα που καλά κρυμμένα στα νοήματα και τις λέξεις αναζητούν τη συμμετοχή του και απαιτούν την αναγνωστική προσοχή του; Ένα δεύτερο επίπεδο που το έργο της Γκίκα διατηρεί ως ένα σταθερό άξονα αναφοράς είναι οι άνθρωποι. Και κυρίως ο «κόσμος εντός».

Το ελάχιστα ορατό που ταυτόχρονα όμως γίνεται και απόλυτα διακριτικό με ένα μαγικό τρόπο.

Εδώ ας μου επιτραπεί να κάνω μια άλλα παρελθοντολογική αναφορά στο εξαιρετικό (και ταυτόχρονα σπαρακτικό) «Αν μ΄αγαπάς μη μ’ αγαπάς» του 2006 όπου η Γκίκα ιχνηλατεί με τον δικό της τρόπο μια ερωτική σχέση.

Σε πολλά σημεία και παρά τη διαφορετική θεματολογία τόσο το μυθιστόρημα του 2006 όσο και η πρόσφατη δουλειά της «Η ωραία της νύχτας» κατορθώνουν να ιχνηλατήσουν με άψογο τρόπο τον «κόσμο εντός». Διαφορετικών προσώπων και διαφορετικών καταστάσεων που όμως με ένα παράξενο τρόπο μοιάζουν πολύ οικείες και κοινές στον αναγνώστη. Μια αίσθηση που υπάρχει σε όλο σχεδόν το πεζογραφικό έργο της Γκίκα από το 1997.

Η Γκίκα δεν αναζήτησε ποτέ τη λογοτεχνική ωριμότητα γιατί δεν το είχε ανάγκη. Πράγμα σπάνιο αλλά από τις πρώτες κιόλας δουλειές της (Όνειρα από toplexil, Αλήθεια τα τρως ακόμη τα νύχια σου;) ήταν ήδη ολοκληρωμένη πεζογράφος με αρτιότητα γραφής και ένα ύφος που ακουμπάει τους κλασικούς της λογοτεχνίας. Σε καθαρά λογοτεχνικό επίπεδο η γραφή της Γκίκα αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο αποτελεί ένα μόνιμο «δαχτυλικό αποτύπωμα».

Οι μικρές ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις του ύφους από βιβλίο σε βιβλίο δεν αλλάζουν ούτε στο ελάχιστο την ουσία: Το ταίριασμα των λέξεων και των ιδεών είναι πάντοτε υποδειγματικό, ένα κέντημα προσεγμένο και στην τελευταία λεπτομέρεια του. Η ωραία της νύχτας για το τυπικό (και μόνο) της υπόθεσης είναι μια νουάρ ιστορία την οποία μπορεί να προσεγγίσει με αυτό τον τρόπο και να μείνει απόλυτα ικανοποιημένος ο αναγνώστης.

Η Γκίκα δεν αναζήτησε τον μοντερνισμό, δεν την απασχόλησε ποτέ η ιδέα, όλα αυτά συνυπήρχαν στο έργο της από την πρώτη στιγμή και την ακολουθούν μέχρι σήμερα, ως αυτονόητες καταστάσεις. Είναι εξαιρετικά πιθανό ότι θα την ακολουθούν και σε είκοσι χρόνια από τώρα. Η επιλογή ενός θέματος είναι ξεκάθαρα η πρόφαση για να πει αυτά που θέλει, προσκαλώντας και προκαλώντας διακριτικά και όχι με κραυγές τον αναγνώστη της να μπει σε αυτό τον κόσμο, σε αυτό το σύμπαν που πολλές φορές μοιάζει «κλειστό» και δύσκολο αλλά στην πραγματικότητα είναι ανοιχτό, ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του προσωπική ερμηνεία και να ταυτιστεί όπως το θέλει. Σε ένα παιχνίδι ρόλων και προσώπων που ο καθένας θα βάλει τις δικές του απαντήσεις.

Όπως ακριβώς στην εξιστόρηση της καταδικασμένης η οποία κάποια στιγμή δείχνει να απορεί για την ίδια της τη ζωή και να αναρωτιέται ‘’άραγε υπήρξα τυχερό ή άτυχο παιδί’’ και αφήνοντας τον αναγνώστη να αποφασίσει για τη θέση που θα πάρει στο αιώνιο παιχνίδι του καλού και του κακού.

Η ωραία της νύχτας για το τυπικό (και μόνο) της υπόθεσης είναι μια νουάρ ιστορία την οποία μπορεί να προσεγγίσει με αυτό τον τρόπο και να μείνει απόλυτα ικανοποιημένος ο αναγνώστης. Είναι όμως παράλληλα και ένα ταξίδι συναισθημάτων, παράξενων εγκιβωτισμών (παράδειγμα η αναφορά στον άγνωστο Υμηττό και σε ένα μυστηριώδες κτίριο ή στις παράξενες ανθρωποθυσίες της Αρκαδίας και φυσικά σε θέματα που αφορούν το Κορωπί ως τόπο), βρίθει λογοτεχνικών αναφορών, όπως κάθε άλλη δουλειά της Γκίκα (ο πάντοτε αγαπημένος της Μπόρχες, η Μαντάμ Μποβαρί κλπ.) και στο τέλος αφήνει μια σταθερή και γνώριμη απορία για  τον αναγνώστη. Ένα προβληματισμό που προσωπικά δεν κατόρθωσα ούτε αυτή τη φορά να απαντήσω με απόλυτο τρόπο: Η Ελένη Γκίκα γράφει για τον εαυτό της και τη δική της ανάγκη να πει πράγματα ή δημιουργεί ένα δικό της σύμπαν με προσκεκλημένους όλους εμάς; Αλλά στην τελική ανάλυση αυτή ακριβώς είναι και η μαγεία της καλής λογοτεχνίας. Τα υπόλοιπα, όπως αρέσκεται να γράφει και η ίδια η Γκίκα, δικά σας!

 

        Ο Δημήτρης Καρύδας γεννήθηκε το 1963 στο Μαρούσι, όπου και συνεχίζει να ζει μέχρι σήμερα. Έγραψε το πρώτο του μικρό κείμενο σε αθλητική εφημερίδα τον Απρίλιο του 1979 και από τότε ασχολείται χωρίς διακοπή με το αθλητικό ρεπορτάζ. Για το πρώτο του βιβλίο χρειάστηκε να περιμένει λίγο περισσότερο: μέχρι το 2005, όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Lucky Strike από τα Ελληνικά Γράμματα. Τα επόμενα χρόνια κυκλοφόρησε ένα ακόμη μυθιστόρημα (H πτήση, 2006) και μια συλλογή διηγημάτων (Παγιδευμένοι στο δίκτυο, 2007). Έχει πάρει μέρος σε συλλογικές δουλειές και έχει μεταφράσει το βιβλίο Torture the Artist του Joey Goebel (2009, ελληνικός τίτλος: Βίνσεντ). Έχει δουλέψει σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά, υπήρξε μέλος του αθλητικού τμήματος του Mega Channel από την πρώτη ημέρα της λειτουργίας του σταθμού μέχρι το 1996, και από το 1998 μέχρι σήμερα σχολιάζει αγώνες μπάσκετ για λογαριασμό του συνδρομητικού καναλιού Nova.

Read more at: https://www.literature.gr/