Η αίθουσα τέχνης Τεχνοχώρος παρουσιάζει  την ατομική έκθεση ζωγραφικής της Παρασκευής Γαρδέλη με τίτλο «Η συνομιλία» που εγκαινιάζεται την Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018 στις 20:00 και θα διαρκέσει μέχρι και το Σάββατο 1η Δεκεμβρίου.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μάνος Στεφανίδης ο οποίος προλογίζει την έκθεση, «η ζωγραφική της Γαρδέλη εξελίσσεται  πολυδιάστατα αφομοιώνοντας χωρίς συμπλέγματα μεγάλες στιγμές τόσο της εγχώριας όσο και της μοντερνιστικής, δυτικοευρωπαϊκής παράδοσης και μεταμορφώνοντάς τις σε προσωπική πρόταση. Με χιούμορ, με γνώση, με μικρές ή μεγάλες ανατροπές στην ήδη κατακτημένη γλώσσα δημιουργών όπως ο Magritte, ο Γαΐτης, ο δάσκαλός της, Δημήτρης Μυταράς. Όμως το τελικό αποτέλεσμα, συχνά πιο πολυδιάστατο και αινιγματικό από το αρχικό ερέθισμα, της ανήκει ολοκληρωτικά».

Το Σάββατο 1η Δεκεμβρίου, τελευταία ημέρα της έκθεσης, στις 13:00, ο Μάνος Στεφανίδης θα πραγματοποιήσει ξενάγηση στην έκθεση.

————

Βιβή Γαρδέλη, Η ζωγραφική σαν θέατρο του κόσμου

Νομίζω πως η πρώτη μορφή τέχνης είναι ο έρωτας. Επειδή αυτός λειτουργεί και ως έμπνευση και ως  απόδραση και ως ψηλάφηση ενός άλλου κόσμου. Ενός κόσμου γεμάτου εικόνες πρωτόγνωρες. Και οι ερωτευμένοι είναι οι πρώτοι καλλιτέχνες.

Κι όταν ο έρωτας τελειώνει, η τέχνη τον αντικαθιστά. Η τέχνη, έτσι, γίνεται σταθερά ένα ερωτικό υποκατάστατο. Ένα παιχνίδι ανάμεσα στον χρόνο που θέλει να γίνει μορφή και να μιλήσει χωρίς λόγια για τους ανθρώπους, τις ιστορίες τους, τον πολιτισμό τους. Αυτές είναι και οι κυρίαρχες ιδέες της ζωγραφικής της Βιβής Γαρδέλη: χιούμορ, αίνιγμα, ένα ερωτικό παιχνίδι με τις εικόνες κι ένας στοχασμός σχετικά με την περιπέτεια των μορφών. Το υψηλό και το κοινότοπο. Ο Τολστόι, που θέλησε να ελευθερώσει τον καθημερινό άνθρωπο και ο σημερινός τυποποιημένος «μαζάνθρωπος»… Πώς μπορούμε να απελευθερωθούμε από την σύμβαση; Μέσα από την ατομική επανάσταση που λέγεται έρωτας.

Ο χρόνος που διαρκεί ο έρωτας, είναι πάλι η μόνη, η αποκλειστική, η κάπως ιδιοτελής αθανασία που δικαιούμαστε οι θνητοί. Τότε που οι στιγμές διογκώνονται ασύμμετρα, το τώρα υποδύεται θεατρικά το πάντα και οι άνθρωποι, έστω για λίγο, ψιθυρίζουν τα μυστικά τους στο αυτί της αιωνιότητας.

Ο έρωτας καθιστά τους ανθρώπους άτρωτους, τους κάνει – προσωρινά – αθάνατους. Τους μεταμορφώνει σε καλλιτέχνες. Είναι τότε που ο φυσικός χρόνος διαστέλλεται ή παύει να ισχύει. Και που κυβερνά ο συμβολικός. Κι όταν αυτό τελειώσει, επειδή τα πάντα τελειώνουν, ο χρόνος αρχίζει πάλι να τρέχει σε βάρος των ανθρώπων κι εκείνοι γίνονται ξανά ευάλωτοι με παρόν το άγχος του θανάτου… Δηλαδή, γίνονται πάλι θνητοί.

Και τότε η τέχνη γίνεται πάλι η μόνη μας παρηγοριά. Επειδή υποστηρίζει πως πάντα υπάρχει ένας τρόπος για να βλέπουμε αλλιώς και τον εαυτό μας και τον κόσμο. Πιο υποψιασμένα, δηλαδή, πιο ουσιαστικά. Τί είναι κατά βάθος η – κατά βάθος  μελαγχολική – ζωγραφική της Βιβής Γαρδέλη;

Οπτική φιλοσοφία; Όχι αναγκαστικά.

Ποιητική της εικόνας; Οπωσδήποτε.

Επειδή νομίζω πως η ζωγραφική ανέκαθεν υπηρετούσε αυτήν τη λοξή, την ιδιαίτερη ματιά σ’ έναν κόσμο που οι πολλοί τον θεωρούν δεδομένο – ενώ δεν είναι! Αρκεί η ίδια να μην καταφάσκει στο προφανές αλλά να λειτουργεί συνειδητά ως μορφή οπτικής μύησης. Αυτό μόνο. Και τότε αρχίζει μια διαδικασία που οδηγεί από το εκτός στο εντός. Και από την επιφάνεια στο – όποιο – βάθος των πραγμάτων. Στη μέθεξη.

Η ζωγραφική της Γαρδέλη εξελίσσεται  πολυδιάστατα αφομοιώνοντας χωρίς συμπλέγματα μεγάλες στιγμές τόσο της εγχώριας όσο και της μοντερνιστικής, δυτικοευρωπαϊκής παράδοσης και μεταμορφώνοντάς τις σε προσωπική πρόταση. Με χιούμορ, με γνώση, με μικρές ή μεγάλες ανατροπές στην ήδη κατακτημένη γλώσσα δημιουργών όπως ο Magritte, ο Γαΐτης, ο δάσκαλός της, Δημήτρης Μυταράς. Όμως το τελικό αποτέλεσμα, συχνά πιο πολυδιάστατο και αινιγματικό από το αρχικό ερέθισμα, της ανήκει ολοκληρωτικά. Ως ένα είδος μεταμοντέρνου σχολίου πάνω στην ιστορία του μοντέρνου. Ή ένα είδος δισδιάστατου θεάτρου μέσα στο τρισδιάστατο θέατρο του κόσμου.

Οι συνθέσεις της, εν είδει κατάδυσης στον βαθύτερο εαυτό και ασκήσεων μορφοπλαστικής μνήμης, επιχειρηματολογούν σχετικά με το πόσο ανυπόληπτο και έωλο είναι το προφανές, πόσο μαγικός, δηλαδή, ποιητικός και απογειωμένος, οφείλει να είναι κάθε ρεαλισμός αν φιλοδοξεί να καταστεί αληθινή τέχνη.

Αυτό είναι. Η εικόνα να γίνεται το μέσον για να αποδοθεί το ανείδωτο. Και για να σχολιαστεί η ανθρώπινη συνθήκη. Επειδή κάθε τέχνη, ηθελημένα ή αθέλητα, είναι και πολιτική δήλωση.

Σαν την κατάβαση του Ορφέα στο βασίλειο της Περσεφόνης που φιλοδόξησε μέσα από την τέχνη, δηλαδή τη μουσική, να νικήσει τον θάνατο και ν’ αναστήσει τον έρωτα. Ως την υψηλότερη εκδοχή της τέχνης. Και της επανάστασης!

Ο υποψιασμένος θεατής παρακολουθεί με ενδιαφέρον αυτόν τον αγώνα της δημιουργού για να κατακτήσει όχι μόνο προσωπική γραφή αλλά και εκείνη τη φόρμα που θα αντανακλά το ανάλογο, στοχαστικό, εξομολογητικό περιεχόμενο.

Εδώ, η κατακτημένη virtuosité, η αρχιτεκτονική της σχεδίασης, η ακρίβεια της γραμμής, ο δυναμισμός της χειρονομίας γίνονται τα μέσα και όχι ο στόχος. Γιατί ο στόχος παραμένει η δικαίωση της ζωγραφικής ως έκφρασης ισόκυρης με την ποίηση και τη μουσική.

Αφού σε κάθε εποχή, η κάθε τέχνη – και ασφαλώς η ζωγραφική – καλείται να ορίσει ξανά τον εαυτό της. Να αναδυθεί εκ νέου στην εποχή της υπηρετώντας ανάλογες ανάγκες. Καινούργιες ιδιαιτερότητες. Παραμένοντας όμως η ίδια, η αυτάρκης, πανάρχαια μήτρα των εικόνων.

Αυτό είναι το στοίχημα. Να ζεις στην εποχή σου αλλά και να αφουγκράζεσαι τη ζωή των προηγούμενων εποχών. Με τρόπο ώστε αυτή η ζωή – κι όχι το φάντασμα της – να επιβιώνει σαν αποκάλυψη στο έργο σου. Και αυτή η συνύπαρξη, η coexistence, να λέγεται μέλλον.

Και ότι τα πάντα (πρέπει να) ξεκινούν από το σχέδιο. Καλύτερα, από έναν προκαθορισμένο στόχο. Τι θέλει να πει ο δημιουργός. Και τότε το σχέδιο, κάθε σχέδιο, διεκδικεί αυτάρκη γοητεία.

Θυμάμαι τον παλιό τεχνοκριτικό, Τώνη Σπητέρη, να γυρεύει να δει  πρώτα τα κροκί από τους καλλιτέχνες που επισκεπτόταν, ώστε να αποκρυσταλλώσει γνώμη για το σύνολο έργο τους. Κι αυτό, ήταν μάθημα για μένα. Ένα μάθημα για την αδιαμφισβήτητη σημασία του σχεδίου ως εμβρυουλκού κάθε εικαστικής ιδέας. Από τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό  ως την εννοιολογική τέχνη. Επειδή το σχέδιο αποκαλύπτει την ιδεολογική στάση του καλλιτέχνη.

Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για την Βιβή Γαρδέλη και τις δικές της εικονοποιητικές προτάσεις. Την δική της εικαστική «ειδωλολατρία» που την συστρατεύει με ιστορικούς δημιουργούς του μαγικού  ρεαλισμού όπως ο Δήμος Σκουλάκης, ο Βαγγέλης Φαεινός, ο Θόδωρος Πάντος, ο Αλέξανδρος Ίσαρης, ο Μιχάλης Μακρουλάκης κλπ.

Στο πολύ γνωστό βιβλίο του Sebastian Mee για τον Lucian Freud υπάρχει ένα κεφάλαιο που επιγράφεται “Realisme as Theatre”. Εγώ θα συμπλήρωνα και την λέξη «Μυθολογία». Αυτήν ακριβώς την προσωπική Μυθολογία μοιράζεται η Βιβή Γαρδέλη τούτη την στιγμή μαζί μας. Ανοίγοντάς μας ένα παράθυρο στο δικό της, προσωπικό Θεάτρο Ιδεών που γίνονται εικόνες, και εικόνων που μεταφέρουν ιδέες…

 

Μάνος Στεφανίδης

Η Παρασκευή Γαρδέλη γεννήθηκε στο Μεσολόγγι Αιτωλοακαρνανίας. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα µε δάσκαλο τον Δ. Μυταρά και σκηνογραφία µε τον Γ. Ζιάκα. Επιπλέον, σπούδασε Ψυχολογία της Εκπαίδευσης και Διδακτική της Τέχνης από όπου αποφοίτησε µε άριστα.  Από το 1994 έως το 2006 δίδαξε στο Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας και από το 2004 έως το 2011 ήταν υπεύθυνη στα εικαστικά εργαστήρια για παιδιά του Δήμου Βόλου.

Συµµετείχε στο ερευνητικό πρόγραμµα της Α.Σ.Κ.Τ. µε υπεύθυνο τον Δ. Μυταρά για την βία στα Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης που οδήγησε στην έκδοση του βιβλίου «Το Μοντέλο της Βίας» (Εκδόσεις Καστανιώτη 1996).

 

Έχει παρουσιάσει τη δουλειά της σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ισπανία, τη Ρωσία και την Κύπρο.

 

Τη βραδιά των εγκαινίων θα συνοδέψουν τα εξαιρετικά κρασιά του οινοποιείου «Θέαλος Γη».