Του ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΜΜ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ*

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε ο πρωθυπουργός που κατόρθωσε να βάλει τάξη στα δημόσια οικονομικά της χώρας και να πραγματοποιήσει τη μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη φορολογική μεταρρύθμιση που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την πραγματοποίηση των μεγάλων μεταρρυθμίσεών του ο Βενιζέλος είχε προσφύγει αρκετές φορές στην τεχνογνωσία και στην πείρα Ευρωπαίων εμπειρογνωμόνων. Με τη διαφορά ότι οι σύμβουλοι αυτοί έρχονταν στην Ελλάδα έπειτα από πρόσκληση της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων και όχι ως όργανα των ευρωπαϊκών κρατών.
Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται να δοθεί σε γενικές γραμμές μια εικόνα της δημοσιονομικής και φορολογικής ανόρθωσης της χώρας καθώς και των μεταρρυθμίσεων που επέφερε στους τομείς αυτούς ο μεγάλος πολιτικός. Η σύγκριση με την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων δεκαετιών είναι αναπόφευκτη και τα συμπεράσματα ανήκουν στον αναγνώστη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΟΡΘΩΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Οταν το 1910 ο Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός ο πλουσιότερος τραπεζίτης πλήρωνε ένα ελάχιστο ποσό ως ετήσιο φόρο (μόλις 350 δραχμές). Από την ανεξαρτησία της Ελλάδας οι ανώτερες τάξεις απολάμβαναν ένα καθεστώς πλήρους φορολογικής ασυλίας, το οποίο ούτε ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε τολμήσει να θίξει· αντίθετα, είχε εφαρμόσει ένα φορολογικό σύστημα ιδιαίτερα δυσβάσταχτο για τις μεσαίες και κατώτερες τάξεις, το οποίο, σχεδόν κατ? αποκλειστικότητα στηριζόταν στους έμμεσους φόρους, οι οποίοι βάρυναν μέχρι 1.400% τα είδη λαϊκής κατανάλωσης, ενώ ο φορολογικός συντελεστής για τις εταιρείες περιοριζόταν στο 5%.
Τον Σεπτέμβριο του 1910, στον ιστορικό του λόγο στην πλατεία Συντάγματος, ο Βενιζέλος κατήγγειλε αυτό το απάνθρωπο σύστημα των έμμεσων φόρων, που τσάκιζε τα λαϊκά στρώματα και υποσχέθηκε την επιβολή άμεσης φορολογίας. Ο φιλόδοξος αυτός στόχος απαιτούσε έναν στοιχειωδώς οργανωμένο κρατικό μηχανισμό, ο οποίος δεν υπήρχε ή, όπου υπήρχε, ήταν είτε αναποτελεσματικός είτε διεφθαρμένος.
Μετά από 80 χρόνια ελεύθερου βίου, το Υπουργείο Οικονομικών αδυνατούσε ακόμα και τις έγγειες προσόδους να φορολογήσει, ενώ και οι λιγοστοί συνεπείς φορολογούμενοι έπεφταν, πολλές φορές, θύματα της αυθαιρεσίας των φορολογικών αρχών, οι οποίες δεν δίσταζαν να φορολογήσουν δύο φορές το ίδιο πρόσωπο. Το ίδιο το Δημόσιο δεν υφίστατο κανένα έλεγχο στις δαπάνες του, διότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν τηρούσε καν βιβλία. Η ασυδοσία αυτή γεννούσε ελλείμματα, αλλά και μεγάλες αυξήσεις, κυρίως, στους έμμεσους φόρους, ώστε να καλυφθούν τα ελλείμματα αυτά.

Η προσπάθεια για μια αποτελεσματική Διοίκηση, που θα ασκούσε έλεγχο στο κράτος και στους φορολογούμενους, ξεκίνησε από την αναδιοργάνωση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και επεκτάθηκε στο έμψυχο δυναμικό του κράτους. Μέσα σε σύντομο χρόνο προσελήφθη νέο εκπαιδευμένο προσωπικό, δημιουργήθηκε σώμα ανεξάρτητων φοροεισπρακτόρων που προσλήφθηκαν με διαγωνισμό και καθιερώθηκε η ταχυδρομική ειδοποίηση των φορολογουμένων. Τα αποτελέσματα φάνηκαν αμέσως. Μόνο με τον νόμο περί ανανεώσεως των χρεών προς το Δημόσιο, τα μηνιαία έσοδα του κρατικού ταμείου υπερτετραπλασιάστηκαν (αυξήθηκαν από 35.000 σε 150.000 δραχμές). Παράλληλα, οργανώθηκε η δίωξη του λαθρεμπορίου, που μέχρι τότε είχε ανατεθεί στο Πολεμικό Ναυτικό. Ιδρύθηκε σώμα τελωνειακής Αστυνομίας και αγοράσθηκαν 18 σκάφη για την πάταξη του λαθρεμπορίου. Το υγιές εμπόριο κέρδιζε από τον αθέμιτο ανταγωνισμό του λαθρεμπορίου και το Δημόσιο αύξησε σημαντικά τα έσοδά του.

Οι ανώτερες τάξεις και η ανερχόμενη αστική τάξη άρχισαν να πληρώνουν φόρους και παράλληλα να δυσφορούν. Η πολιτική αυτή του Βενιζέλου, διαπίστωνε σε αγγλική εφημερίδα το 1911 ο Αγγλος σοσιαλιστής Edward J. Dillon, διαπνεόταν από ένα αντιπλουτοκρατικό πνεύμα, που έβγαζε από το φορολογικό απυρόβλητο τους πλούσιους και ανακούφιζε τις φτωχότερες τάξεις.

Τα δεδομένα αλλάζουν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 – 13. Ο διπλασιασμός της ελληνικής επικράτειας άνοιξε νέες αγορές για τα ελληνικά προϊόντα, η μικρή βιομηχανία άρχισε να αναπτύσσεται, η ναυτιλία να ανταγωνίζεται ισχυρές ναυτικές δυνάμεις και ένα δυναμικό σώμα από εφοπλιστές, εμπόρους, τραπεζίτες και πλούσιους Ελληνες της διασποράς δίνουν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη της οικονομίας. Η Νέα Ελλάδα ήταν επιτέλους σε θέση να προσφέρει αρκετές θέσεις εργασίας και ο κρατικός προϋπολογισμός να υπολογίζει σε σημαντικά κέρδη τόσο από τους έμμεσους φόρους, όσο και από τη σταδιακή επιβολή του φόρου εισοδήματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια περίπου περίοδο στη Γαλλία και στη Μεγάλη Βρετανία, για να στηριχθεί το κοινωνικό κράτος εισάγεται ο καθολικός φόρος εισοδήματος και στις Η.Π.Α., ο ομοσπονδιακός φόρος. Οι Γάλλοι Δημοκράτες, μετά από σφοδρές αντιδράσεις, κατόρθωσαν, μόλις στις παραμονές του Α? Παγκοσμίου Πολέμου, να επιβάλλουν την προοδευτική φορολόγηση των μεγαλύτερων εισοδημάτων, με σκοπό να μειώσουν τις κοινωνικές ανισότητες και να ενισχύσουν τους οικονομικά αδύναμους. Αναμφισβήτητα, η ριζοσπαστική κοινωνική νομοθεσία των προοδευτικών κυβερνήσεων, Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας, υπήρξε για τον Βενιζέλο ένα πρότυπο για τη διαμόρφωση ενός μεγάλης ολκής μεταρρυθμιστικού προγράμματος κοινωνικής παρέμβασης του κράτους στην Ελλάδα.
Ωστόσο, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι έστρεψαν όλη την προσοχή του κράτους στην πολεμική προσπάθεια του έθνους και, όπως είναι φυσικό, είχαν ανασχετική επίδραση στο ανορθωτικό έργο της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων.

Παρά ταύτα, η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική επέτρεψε ώστε οι Βαλκανικοί Πόλεμοι να μην έχουν δυσμενή επίδραση στα οικονομικά του κράτους. Η Ελλάδα κατόρθωσε να διπλασιάσει τα εδάφη της χωρίς να αντιμετωπίσει οικονομική κρίση. Μολονότι η χώρα επιβαρύνθηκε με μεγάλες πολεμικές δαπάνες, ήταν σε καθεστώς επιστράτευσης για τρία σχεδόν χρόνια, είχε τριπλασιάσει τον στόλο της, ήταν υποχρεωμένη να εξυπηρετεί πολεμικά δάνεια, πέτυχε ένα μικρό θαύμα: κατόρθωσε στον τακτικό προϋπολογισμό του 1914 να εμφανίσει πλεόνασμα.

Τα επόμενα χρόνια οι περιπέτειες του Εθνικού Διχασμού θα σταθούν εμπόδιο, για ένα διάστημα, στο έργο της εξυγίανσης των οικονομικών του κράτους. Την περίοδο 1915 – 17 ο Βενιζέλος βρίσκεται εκτός εξουσίας, το κράτος είναι κομμένο στα δύο (βασιλική κυβέρνηση στην Αθήνα και βενιζελική στη Θεσσαλονίκη) και οι μεταρρυθμίσεις αναστέλλονται από τις ανακτορικές κυβερνήσεις. Το 1917, όταν ο Βενιζέλος επιστρέφει από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και ενώνει τη χώρα, ο Λογιστικός Οργανισμός του Κράτους είχε πλήρως αποσυντεθεί. Μεγαλύτερη οξύτητα εμφάνιζε το σκέλος των δαπανών. Οι κατά Υπουργείο δαπάνες αναλαμβάνονταν από τον αρμόδιο υπουργό, με απόλυτη άγνοια του συναδέλφου του επί των Οικονομικών, με αποτέλεσμα ούτε ορθή πρόβλεψη των δαπανών να μπορεί να γίνει ούτε η σταθερότητα του Προϋπολογισμού να εξασφαλίζεται.

ΟΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ 1918 – 1920

Η θεραπεία αυτής της δημοσιονομικής αναρχίας ανατέθηκε σε έναν σπουδαίο κρατικό υπάλληλο και μετέπειτα διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, τον Γεώργιο Μαντζαβίνο. Με εισήγησή του ψηφίστηκαν δύο νομοσχέδια που καθιέρωναν την άσκηση προληπτικού ελέγχου στις δαπάνες. Εκτοτε, το κωμικοτραγικό φαινόμενο να χρεώνεται το Δημόσιο με τεράστια ποσά, χωρίς να έχει ιδέα ο υπεύθυνος υπουργός των Οικονομικών, σταμάτησε διά παντός

.
Ετσι, οδηγηθήκαμε στη μεγάλη μεταρρύθμιση του 1918, με την οποία ισχυροποιήθηκε ο ρόλος του υπουργού των Οικονομικών στον έλεγχο της Οικονομίας και κυρίως στην εκτέλεση του Προϋπολογισμού. Το έργο αυτό αγκάλιασε ολόκληρο το φάσμα της διαχειρίσεως της κρατικής μας οικονομίας και για πρώτη φορά στον ελεύθερο βίο του νεωτέρου ελληνικού κράτους, η Κρατική Λογιστική Υπηρεσία λειτούργησε σε απόδοση κατά τρόπο εφάμιλλο με τα συστήματα των ευρωπαϊκών κρατών.

Για μια εμπόλεμη χώρα, όπως ήταν τότε η Ελλάδα (περίοδος Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου), η φορολογική αναμόρφωση ήταν κάτι παραπάνω από επιτακτική ανάγκη. Στον τομέα αυτό η κυβέρνηση Βενιζέλου πέτυχε μια αληθινή φορολογική επανάσταση. Οι νέοι φορολογικοί νόμοι επιτέλους αποκαθιστούσαν τη στοιχειώδη συνταγματική επιταγή για δικαιοσύνη μεταξύ των φορολογουμένων. Ως βάση της άμεσης φορολογίας ελήφθη η κατά το δυνατόν ουσιαστική εξακρίβωση της οικονομικής δυνάμεως εκάστου φορολογουμένου, με εισαγωγή της φορολογίας επί της καθαρής προσόδου. Παράλληλα, ψηφίστηκαν οι νέοι νόμοι του φόρου κληρονομιών και δωρεών και ο προωθημένος για την εποχή του φόρος της αυτόματης υπερτιμήσεως της ακίνητης ιδιοκτησίας.

Ο τολμηρότερος, όμως, από τους φόρους ήταν αυτός που επιβλήθηκε στα κέρδη του πολέμου. Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ευνοήσει με μεγάλα κέρδη ναυτιλία, εμπόριο και βιομηχανία. Το κράτος απαίτησε από τους ευνοηθέντες να συνεισφέρουν από τα έκτακτα πολεμικά κέρδη για τις ανάγκες της εμπόλεμης Ελλάδος, αλλά και του κοινωνικού έργου της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων. Ετσι επιβλήθηκε αναδρομική φορολογία σε επιχειρηματίες, εμπόρους, εφοπλιστές σε ποσοστό 25% – 50% επί των κερδών τους.

Οι φορολογικές αυτές μεταρρυθμίσεις επέφεραν μεγάλη αύξηση στα δημόσια έσοδα, π.χ. η απόδοση του άμεσου φόρου τριπλασιάσθηκε και, συγχρόνως, αμβλύνθηκε μια κοινωνική αδικία, κατά την οποία η πληρωμή των φόρων δεν γινόταν σύμφωνα με τις οικονομικές δυνάμεις εκάστου πολίτη. Γεγονός πάντως είναι ότι αύξηση των εσόδων επέτρεψε στην κυβέρνηση Βενιζέλου το 1919 να προβεί σε σημαντικές κοινωνικές παροχές. Τότε καθιερώθηκε για πρώτη φορά το δώρο των Χριστουγέννων και του Πάσχα.

Δύο μεγάλες μεταρρυθμίσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου

Από αυτά τα επαναστατικά, αλλά και δίκαια, κοινωνικά μέτρα, επλήγησαν οι τάξεις των εφοπλιστών και εμπόρων, πολλοί από τους οποίους ήταν ένθερμοι πολιτικοί υποστηρικτές του Βενιζέλου. Αλλά ο Βενιζέλος δεν δίστασε να τους φορολογήσει, όπως και εκείνοι πρόθυμα δέχθηκαν τη θυσία, η οποία τους ζητήθηκε. Για πρώτη φορά, οι Ελληνες άρχιζαν ν? αποκτούν φορολογική συνείδηση.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι η φιλολαϊκή πολιτική του Βενιζέλου ουδέποτε υπέκυψε στον πειρασμό λαϊκίστικων, αλόγιστων και δημαγωγικών παροχών. Ο Κρητικός πολιτικός δεν δανείστηκε και δεν φόρτωσε τη χώρα με χρέη για να κάνει καταναλωτικές δαπάνες ή για να αυξάνει τους μισθούς και τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων. Αντίθετα, εφάρμοσε πολιτική αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και φρόντισε, παρά τις δύσκολες περιστάσεις της εποχής, να τηρεί, κατά το δυνατόν, το ισοζύγιο μεταξύ εσόδων και εξόδων. Οι παροχές των κυβερνήσεων των Φιλελευθέρων ήταν πάντοτε σε συνάρτηση με τις αντοχές της οικονομίας.

Οι εκλογές του 1920 δεν στάθηκαν μόνο μοιραίες για τον Μικρασιατικό Ελληνισμό, αλλά και για τις μεγάλες αλλαγές που είχε πραγματοποιήσει ο Βενιζέλος στο κράτος. Οι αντίπαλοί του κατήργησαν όλες τις μεταρρυθμίσεις του από την εκπαίδευση μέχρι την προωθημένη για την εποχή εργατική νομοθεσία. Θύμα επίσης των αντιβενιζελικών κυβερνήσεων ήταν και η εθνική οικονομία. Παρατηρήθηκαν και πάλι τα διαλυτικά φαινόμενα του παρελθόντος στα δημοσιονομικά και φορολογικά, ενώ ο θεσμός του Γενικού Λογιστηρίου εγκαταλείφθηκε στην τύχη του και περιήλθε σε πλήρη παρακμή.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιστρέφει στην εξουσία και αρχίζει νέα περίοδος δημιουργικής αναμόρφωσης των θεσμών. Ο Μαντζαβίνος γίνεται πάλι το δεξί του χέρι. Με εισήγησή του ψηφίζεται ο νόμος «Περί Οργανισμού της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού». Η κεντρική γραμμή ήταν ο υπουργός των Οικονομικών να γίνει ο ελεγκτής και ρυθμιστής της δημοσιονομικής και οικονομικής καταστάσεως της χώρας. Ο νομοθέτης επεδίωξε ο Προϋπολογισμός του κράτους, ο οποίος ενσαρκώνει, κατά το Σύνταγμα, το ετήσιο οικονομικό κυβερνητικό πρόγραμμα, να καταστεί πραγματικός και όχι ένας απλός πίνακας, μεταβαλλόμενος κατά την εκτέλεσή του. Για πρώτη φορά τότε, από της συστάσεώς του, το κράτος ήλεγχε και ρύθμιζε τα οικονομικά του και γνώριζε την πορεία της όλης οικονομίας του. Η ανορθωτική προσπάθεια επεκτάθηκε αποφασιστικά και στην αναδιοργάνωση της Ταμειακής Υπηρεσίας του κράτους.

Από τα πρώτα μέτρα που ελήφθησαν ήταν η μίσθωση ευπρεπών οικημάτων στα οποία εγκαταστάθηκαν τα Ταμεία. Αυτά στεγάζονταν προηγουμένως σε άθλιες τρώγλες που προκαλούσαν την περιφρόνηση και τον οίκτο του κοινού και τις διαμαρτυρίες του Τύπου. Στη συνέχεια το Υπουργείο Οικονομικών προέβη στη μεθοδική κατανομή και συμπλήρωση των οργανικών θέσεων της Υπηρεσίας των Ταμείων με την πρόσληψη ικανού και καταλλήλου προσωπικού, με σκοπό να εξασφαλισθεί η απρόσκοπτη και αποδοτική λειτουργία τους.

Την ίδια περίοδο καθιερώθηκε το «Ατομικό Βιβλιάριο του Φορολογουμένου», με το οποίο επιτεύχθηκε η συγκέντρωση όλων των οφειλών του πολίτη σε δική του ατομική μερίδα και για κάθε καταβολή άμεση πίστωση αυτού. Προ της εφαρμογής του μέτρου αυτού επικρατούσε φαύλος κύκλος και ουδείς γνώριζε τι οφείλει και τι πλήρωσε. Ούτε και αυτό ακόμα το Δημόσιο φυσικά

Προ του 1928 αλλεπάλληλα κρούσματα καταχρήσεων των χρημάτων του Δημοσίου είχαν εμφανισθεί εκ μέρους διευθυντών των Ταμείων. Τούτο οφειλόταν στην έλλειψη συστηματικού και τακτικού ελέγχου, εκ μέρους της Διοικήσεως, των ταμειακών διαχειρίσεων. Η κυβέρνηση εξόπλισε το κράτος με τη νεοϊδρυθείσα υπηρεσία της «Γενικής Επιθεωρήσεως». Η Γενική Επιθεώρηση ενεργούσε κάθε χρόνο επανειλημμένες και αυστηρότατες επιθεωρήσεις των Δημοσίων Ταμείων και άλλων διαχειρίσεων Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου, με αποτέλεσμα οι καταχρήσεις να μηδενισθούν.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι την περίοδο μετά το 1920, η οποία συμπίπτει με τη Μικρασιατική Καταστροφή, το κράτος είχε σχεδόν αποσυντεθεί και τα φαινόμενα διαφθοράς είχαν γιγαντωθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο δίνει και την εικόνα της εποχής, αποτελούν οι συντάξεις του Δημοσίου. Το σύστημα της πληρωμής των συντάξεων μέχρι του 1928 παρουσίαζε αξιοθρήνητη εικόνα. Ολόκληρες σπείρες είχαν οργανωθεί, που πετύχαιναν να εισπράττουν δυο και τρεις φορές την ίδια σύνταξη, ελλείψει στοιχειώδους ελεγκτικού μηχανισμού. Η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων εισήγαγε αμέσως νέο σύστημα στην καταχώριση των συνταξιούχων και νέο τρόπο πληρωμής των συντάξεων και έτσι σταμάτησε αυτομάτως η καταλήστευση του Δημοσίου.

Η τελευταία φάση της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο συμπίπτει με την παγκόσμια οικονομική κρίση. Οπως είναι αυτονόητο, η δημοσιονομική και φορολογική πολιτική της κυβέρνησης επηρεάζεται απόλυτα από την κρίση και κατά συνέπεια η αναφορά σ? αυτή αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο του οποίου η ανάπτυξη και θεματικά και χρονικά δεν μπορεί να γίνει σ? αυτό το κείμενο. Ομως, επειδή, με αφορμή την κρίση που διέρχεται τώρα η Ελλάδα, ορισμένοι ιστορικοί κάνουν το λάθος να την συγκρίνουν με εκείνη του 1932, θα επιχειρήσουμε να δώσουμε τη διάστασή της σε επόμενο άρθρο.

Σημείωση: Το κείμενο βασίζεται σε σχετικό κεφάλαιο της βιογραφίας του Ελευθερίου Βενιζέλου, την οποία γράφει αυτή την περίοδο ο κ. Νικόλαος Παπαδάκης.

*γενικού διευθυντή Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος»

πηγη 

Related Post