Η συνάντηση αρχιεπισκόπου και πρωθυπουργού, θέλουμε δεν θέλουμε, άνοιξε μια νέα σελίδα στη σχέση Εκκλησίας με το Κράτος. Είτε επιτευχθεί κάποιος συμβιβασμός, είτε όχι, η συζήτηση ξεκίνησε και θα έχει συνέχεια. Άγνωστο αν απ’ αυτήν θα υπάρξει κέρδος ή ζημιά. Το ό,τι στον πυρήνα τής συζήτησης τοποθετήθηκαν τα οικονομικά, μάλλον συνηγορεί για ζημιά. Γιατί η Εκκλησία εκφράζει τη Θρησκεία και η Ορθοδοξία είναι κατ’ εξοχήν πνευματική υπόθεση. Αλλά είναι και εθνική…

Μπορεί επί Τουρκοκρατίας οι Πατριάρχες να έπαιρναν την ‘‘ευλογία’’ τού σουλτάνου, καταβάλλοντας ιδιαίτερα δώρα και μεγάλα χρηματικά ποσά, αλλά οι ιερείς στήριξαν γενναία τον χειμαζόμενο υπόδουλο λαό. Αλλά ακόμα και για τους Πατριάρχες που εξαγόραζαν τον θρόνο τους, υπάρχει χώρος για βάσιμες δικαιολογίες. Την ιστορία την αντιμετωπίζουμε με την απόσταση ασφαλείας που μας χωρίζει από τα γεγονότα που τη συνέθεσαν. Η ιστορική κρίση έχει την ψυχραιμία τής χρονικής απομάκρυνσης από τα γεγονότα. Δεν διαθέτει εργαλεία τα οποία να ερμηνεύουν την ψυχολογία τών προσώπων, που διαδραμάτισαν έναν κάποιο ιστορικό ρόλο σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή και κάτω από ποιες συνθήκες. Η Τουρκοκρατία δεν ήταν μια παρένθεση στην ιστορία. Μάλλον η παρένθεση ήταν η Εκκλησία επί Τουρκοκρατίας, που όμως δεν υπέκυψε, είτε γιατί η ηγεσία της χρησιμοποιούσε διάφορους ελιγμούς, είτε γιατί ο απλός κλήρος έδειξε εξαιρετικές αντοχές. Το σημαντικό είναι πως μέσα από αυτές τις συνθήκες, η Ορθοδοξία ταυτίστηκε με το Έθνος και δεν έγινε τυχαία, ή χαριστικά, η επίσημη θρησκεία του κράτους.

Από τα πλέον χαρακτηριστικά σημεία αυτής της ταύτισης είναι πως το 1940 οι Έλληνες στρατιώτες, στον πόλεμο, είχαν για προστάτιδά τους την Παναγία, απέναντι στους Ιταλούς που είχαν για δική τους προστάτιδα τη Μαντόνα. Δυο Μητέρες τού ίδιου Θεού, να ευλογούν τα αντίπαλα όπλα, με την Ελληνίδα Παναγία να αποδεικνύεται πιο… αποτελεσματική. Αλλά και σε επίπεδο καθημερινότητας, η Παναγία είναι μια μορφή ταυτισμένη με τον πόνο, την αγάπη, την αγαθή μεσολάβηση. Και όχι μόνον Αυτή.

Τώρα τα πράγματα αλλάζουν. Η συζήτηση ξεκίνησε. Δεν θα σταματήσει. Ο αρχιεπίσκοπος, είτε συμφώνησε, είτε όχι, πρόσφερε στην Εκκλησία μια σημαντική ήττα. Ο δε πρωθυπουργός δήλωσε με απόλυτο ύφος: 10.000 ιερείς θα πάψουν να θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι. Και 10.000 νέοι διορισμένοι θα ισοφαρίσουν τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Απέναντι στους δανειστές όλα θα είναι όπως ορίζουν τα μνημόνια (δηλαδή, για να κάνεις προσλήψεις πρέπει να δημιουργείς ή να έχεις κενά), που μπορεί να πανηγυρίσαμε για το τέλος τους, αλλά παραμένουν ισχυρά κι εμείς παραμένουμε μια χώρα υπό κατοχήν.

Υπό κατοχήν και η Εκκλησία;

Το σίγουρο είναι πως εκείνοι που επικαλούνται τον Θεό και δεν αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους κάτι άλλο εκτός από Ορθόδοξους Χριστιανούς, είναι αριθμητικά πολλοί περισσότεροι από αυτούς που με την ψήφο τους έδωσαν τη δυνατότητα στον κ. Τσίπρα να γίνει πρωθυπουργός.

Μετράει αυτό; Και πόσο;

Σε όλους αυτούς, τους έστω μόνο τυπικά Χριστιανούς, εγείρονται πλήθος ερωτημάτων:

Το ‘‘παιγνίδι’’ παίζεται για τους προεκλογικούς διορισμούς;

Έχει στόχο την καλύτερη αξιοποίηση και διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας; Αν ναι, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλους τρόπους; Άλλωστε, το ίδιο το Κράτος δεν έχει αξιοποιήσει τη δική του περιουσία, πώς θα αξιοποιήσει την Εκκλησιαστική; Η καραμέλα είναι μουχλιασμένη…

Ο ιδεολογικός πυρήνας τού ΣΥΡΙΖΑ μήπως εκπληρώνει υποσχέσεις προς άλλες θρησκευτικές κοινότητες, για προστασία, προνόμια και άλλα; Και πώς αντιδρά ο συνέταιρος των ΑΝ.ΕΛ;

Μια από τις συγκολλητικές ουσίες τής μεγάλης μάζας των συντηρητικών είναι και το θρήσκευμα. Μήπως πρόκειται για επίθεση στη βασική νοοτροπία, ή αλλιώς στις αξίες αυτών των ανθρώπων;

Ποια θα είναι η αντίδραση, όχι μόνο της Ιεραρχίας, αλλά και των θεωρητικών της Ορθοδοξίας, ακόμα και των λαϊκών;

Ένα ακόμα ερώτημα, από τα πολλά ακόμα που μπορεί να υπάρξουν: Επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ η κατάσταση στα πανεπιστήμια είναι εντελώς διαλυτική. Αυτό δεν απασχολεί τον πρωθυπουργό, αντίθετα τον απασχολεί η Εκκλησία, η οποία και συγκροτημένη είναι, και στα χρόνια της κρίσης έδειξε τον φιλάνθρωπο χαρακτήρα της και πρόσφερε αρκετά. Γιατί;