Ποιος θυμάται τα «Φτωχοκομεία», αυτά τα παλαιά ιδρύματα τα οποία, στις ημέρες μας, έχουν εγκαταλειφθεί… ελλείψει φτωχών; Σίγουρα δεν ζούμε στην εποχή των «Αθλίων» ούτε εξετάζουμε τον βίο και τα πάθη του Γιάννη Αγιάννη, του πεινασμένου ήρωα του Ουγκό που έσπασε τη βιτρίνα του φούρναρη για να κλέψει λίγο ξερό ψωμί.

Μάλιστα, μετά τον Ουγκό, ένας άλλος Γάλλος μυθιστοριογράφος, ο Ανατόλ Φρανς, είχε βάλει κάπως τα πράγματα στη θέση τους: «Μα φυσικά και είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στον νόμο. Απαγορεύεται το ίδιο, τόσο στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, να κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες, να ζητιανεύουν και να κλέβουν ψωμί». Αλλά ας αφήσουμε το άλυτο πρόβλημα των πλουσίων και ας μείνουμε λίγο στο θέμα των φτωχών.

Για να ξεφύγει κάποιος από τη φτώχεια, υπάρχει μια υποτιθέμενη αλυσιδωτή πορεία μέχρι να φτάσει στην ηλικία να εργάζεται και να κερδίζει τα προς το ζην. Κεντρική θέση σ’ αυτή τη διαδικασία έχει και η εκπαίδευσή του – το ονομάζουμε «εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού» σε μια εύτακτη κοινωνία και καλοκουρντισμένη οικονομία.

Δυστυχώς, μια γυναίκα δεν είχε ολοκληρώσει τα απαραίτητα βήματα. Δεν είχε τα τυπικά προσόντα. Αντίθετα, είχε πλαστογραφήσει από το 1996 το απολυτήριο Δημοτικού, ενώ είχε μόνον ενδεικτικό Ε΄ Δημοτικού. «Απέκτησε» παρανόμως το τυπικό προσόν ώστε να συμμετάσχει σε διαγωνισμό πρόσληψης προσωπικού για θέση καθαρίστριας σ’ έναν δημοτικό παιδικό σταθμό. Ετσι, η πρώην καθαρίστρια σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση καταδικάστηκε σε 10ετή κάθειρξη χωρίς αναστολή.

Η 53χρονη απαλλάχθηκε της κατηγορίας της πλαστογραφίας με χρήση, με ιδιαίτερα μεγάλο όφελος και αντίστοιχη ζημιά άνω των 120 και άνω των 150 χιλιάδων ευρώ, εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω παραγραφής. Ομως, κρίθηκε ένοχη για απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με ιδιαίτερα μεγάλο όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω 30, 120 και 150 χιλιάδων ευρώ εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου –βεβαίως, εργαζόμενη και καθαρίζοντας όλο αυτό το διάστημα.

Αλλά, για μια στιγμή. Είπαμε, σωστά, κανένα πλαστό πτυχίο. Γιατί εκείνος που σιτίζεται με πλαστά χαρτιά, στερεί το ψωμί από όλους εκείνους που κοπίασαν και διαθέτουν τα αυθεντικά. Και πριν κατηγορηθoύμε ως όψιμοι υπερασπιστές πλαστών χαρτιών –γιατί και ο Γιάννης Αγιάννης, σήμερα, μπορεί να είναι «μαϊμού Αγιάννης»‒, μήπως θα πρέπει να μιλήσουμε για την κοινωνική βιογραφία, με τη ματιά στην ειδική περίπτωση της «απάτης κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια» της εν λόγω γυναίκας;

Το κοριτσάκι αυτό, η Αγιαννού των ημερών μας, γεννήθηκε στα μέσα του ’60. «Δραπέτευσε» από την τότε «υποχρεωτική εκπαίδευση»∙ δεν τέλειωσε το Δημοτικό. Λέτε, γιατί ήταν δύσκολο; γιατί «δεν έπαιρνε τα γράμματα»; Απλώς, το 1991 μπήκε στο 10% του εργατικού δυναμικού όσων δεν τελείωσαν την «υποχρεωτική εκπαίδευση», εξαιτίας κυρίως της φτώχειας τους.

Αυτό που δεν θέλει να δει κανείς είναι ότι –μαζί με τ’ άλλα παιδιά του 10%‒ δεν τελείωσε το Δημοτικό επειδή ήταν ένα αδύναμο και απροστάτευτο παιδί χωρίς κάποιον κοινωνικό μηχανισμό (οικογένεια, σχολείο, κοινότητα, κοινωνικό κράτος καλών ανθρώπων κ.λπ.) να το αγκαλιάσει, να το βοηθήσει και να το «υποχρεώσει» να τελειώσει έστω το Δημοτικό.

Και θέλετε να δούμε το άλλο; Πόσες χιλιάδες ανάλογες περιπτώσεις πλαστών χαρτιών σε πιο κρίσιμες κι ευαίσθητες θέσεις εντοπίστηκαν έγκαιρα και κρίθηκαν με τόση αυστηρότητα; Και, ανεβαίνοντας τις βαθμίδες, πότε θα ακουμπήσουμε το ακόμη σοβαρότερο θέμα του αιωνόβιου ελληνικού φορμαλισμού; Πόσο δα χτυπάει την ευαίσθητη χορδή μας το ότι δημόσιες δομές και υπηρεσίες λειτουργούν ως «χωματερές των πραγματικών πτυχίων»;

«Οσα περισσότερα οφείλει στον φτωχό η ανθρωπότητα, τόσα περισσότερα του αρνείται η κοινωνία: όλες οι πόρτες είναι γι’ αυτόν κλειστές∙ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να τις ανοίξει, και εάν κάποια φορά του απονεμηθεί το δίκιο του, τούτο γίνεται με περισσότερο κόπο απ’ όσο θα κόστιζε σε κάποιον άλλο η απονομή χάριτος». Αυτά, τα έλεγε ο Ζαν-Ζακ Ρουσσό στον «Λόγο περί Πολιτικής Οικονομίας».

Εδώ τι να πούμε; Ξανά, «in concreto» (συγκεκριμένα), σύμφωνα με το άρθρο 47 του Συντάγματος, Παράγραφος 1, «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές, να χαρίζει, μετατρέπει ή μετριάζει τις ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί». Να πάει η γυναίκα να μεγαλώσει τα παιδιά της.

Γιατί summum jus, summa injuria (υπερβολική δικαιοσύνη, υπέρτατη αδικία) έλεγαν οι Λατίνοι∙ και με τη φωνή του Καζαντζάκη «καλή ’ναι η δικαιοσύνη, μα για τους αγγέλους ‒ ο άνθρωπος ο κακομοίρης δεν αντέχει, θέλει έλεος…» Αν δεν λαθεύω στην ερμηνεία, ο Καζαντζάκης ίσως ήθελε να πει ότι η επιείκεια αποτελεί ένα συμβολικό και ουσιαστικό συστατικό της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής φαντασίας∙ όχι του φαρισαϊσμού και της τυπολατρίας.