Κυρίες και κύριοι, κατ’ αρχάς να εκφράσω την ικανοποίησή μου που βρίσκομαι εδώ στην Αθήνα, στην Ελλάδα. Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τη χώρα σας, από ένα περιστατικό που συνέβη 24 χρόνια πριν. Ήμασταν στην Κέρκυρα και υπογράφαμε τη Συνθήκη σύνδεσης της Φινλανδίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, μια ιστορική στιγμή που θα τη θυμάμαι πάντοτε.

Θα σας μιλήσω για την οικονομία, αλλά όχι μόνο. Περισσότερο θα δω πώς κάποιοι παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν την οικονομική ανάπτυξη. Εντυπωσιάστηκα διαβάζοντας αυτά που έχει γράψει ο Άντι Χαλντέιν, επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας για τους παράγοντες επιτυχίας. Ένας κατάλογος από στοιχεία, τα οποία είναι απαραίτητα για τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη, για τις καλές οικονομικές επιδόσεις μιας χώρας, ή μιας εταιρείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι απαραίτητοι για να υπάρξει η επιτυχία. Σε αυτόν τον κατάλογο υπάρχουν πολλοί παραδοσιακοί παράγοντες όπως η επένδυση στην εκπαίδευση και τα λοιπά, αλλά το τελευταίο στοιχείο στον κατάλογο θεωρώ ότι συνήθως ξεχνιέται. Η λέξη που είναι γραμμένη στο τελευταίο στοιχείο του καταλόγου είναι η “υπομονή”.

Αν θέλει κανένας να πετύχει, πρέπει να έχει υπομονή.

Κάποιες φορές χρειάζεται πολύς χρόνος για να γίνουν σημαντικές, ουσιώδεις αλλαγές. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει πάντοτε να το θυμόμαστε και στον ιδιωτικό, αλλά ειδικότερα στον δημόσιο τομέα, όταν προχωράνε οι κυβερνήσεις σε αλλαγές. Οι επενδύσεις δεν πρόκειται να είναι ανταποδοτικές σε ένα χρόνο ή σε δύο χρόνια.
Κάποιες φορές χρειάζεται πολύς χρόνος για να γίνουν σημαντικές, ουσιώδεις αλλαγές. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει πάντοτε να το θυμόμαστε και στον ιδιωτικό τομέα αλλά ειδικότερα στον δημόσιο τομέα, όταν προχωράνε οι κυβερνήσεις σε αλλαγές. Οι επενδύσεις δεν πρόκειται να είναι ανταποδοτικές σε ένα χρόνο ή σε δυο χρόνια. Χρειαζόμαστε δεκαετίες για να έχουμε τα τελικά αποτελέσματα.

Πέραν της υπομονής υπάρχει και κάτι επιπλέον: η κατανόηση για το πού πρέπει να βασίζεται η ανάπτυξη. Συχνά μας απασχολούν οι υλικοί πόροι, το πού βασίζεται ο πλούτος ενός έθνους, πού δηλαδή μπορούμε να βασιστούμε και από πού θα αντλήσουμε πορους για την οικονομική ανάπτυξη. Όμως υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα τα οποία θα πρέπει να θυμόμαστε, που είναι εξίσου σημαντικά, ειδικά για τις μικρές χώρες. Η Φινλανδία θεωρώ ότι ανήκει στην ομάδα των μικρών χωρών, όπως και η Ελλάδα. Είμαστε μικρές χώρες.

Πώς οι μικρές χώρες μπορούν να κάνουν τη διαφορά; Κάθε χρόνο την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου βρίσκομαι στη Βίλα ντ’ Έστε στην Ιταλία. Εκεί οργανώνεται κάθε χρόνο ένα Συνέδριο υψηλού επιπέδου στο οποίο πάντοτε συμμετείχε μέχρι τον θάνατό του και ο Σιμόν Πέρες, πρώην υπουργός Εξωτερικών, πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος του Ισραήλ. Τελευταία φορά ήταν δυο εβδομάδες πριν πεθάνει. Καθόμουν δίπλα του, τον παρακολουθούσα. Και τι έλεγε; “Με ρωτάνε συχνά ‘γιατί το Ισραήλ τα πάει τόσο καλά; Γιατί κατάφερε κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες το Ισραήλ να ανθίσει;’. Μια απάντηση θα μπορούσε να ήταν: ‘τα πάμε καλά, γιατί δεν είχαμε τίποτε. Τα πάμε καλά, διότι πριν δεν είχαμε τίποτε'”. Είναι εντελώς πέρα από κάθε παραδοσιακή τυπική απάντηση. Ξεκινάμε συνήθως από αυτό που έχουμε, χτίζουμε πάνω σε κάτι για να προοδεύσουμε.

Αν δούμε την ιστορία της Φινλανδίας θα έλεγε κανένας ότι ισχύει αυτό που είπε ο Σιμόν Πέρες για το Ισραήλ. Η Φινλανδία ως ανεξάρτητη χώρα υπάρχει περίπου 100 χρόνια, αλλά ο χρόνος μηδέν γι’ αυτήν δεν ήταν το 1917 αλλά το 1918. Μετά από έναν δραματικό εμφύλιο πόλεμο που είχε αφήσει πίσω του συντρίμμια, στη χώρα δεν υπήρχε τίποτε.

Αν κοιτάξουμε πίσω μας αυτό τον αιώνα και υπολογίσουμε, αναλύσουμε ποιες είναι οι τέσσερις χώρες που σημείωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση του ΑΕΠ, διαπιστώνουμε ότι η Φινλανδία βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις τέσσερις, μαζί με τη Σιγκαπούρη, την Ιαπωνία και τη Νορβηγία. Μαζί με αυτές τις τρεις χώρες αναπτύσσεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο τον τελευταίο αιώνα. Και αν με ρωτήσετε “γιατί, πώς έγινε αυτό”, θα απαντούσα: “τα πήγαμε καλά, διότι δεν είχαμε τίποτε”. Έπρεπε να ξεκινήσουμε από το μηδέν, από το τίποτα.

Και πήραμε τρεις ουσιώδεις αποφάσεις, μόλις έγινε ανεξάρτητη η Φινλανδία αμέσως μετά τον εμφύλιο. Η πρώτη απόφαση ήταν ότι αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε, να θέσουμε τις βάσεις ενός νομικού συστήματος το οποίο θα βασιζόταν στην έννομη τάξη, στο κράτος Δικαίου. Ο νόμος ισχύει ίδιος για όλους, εφαρμόζεται ίδιος για όλους. Αυτό ήταν μια ουσιώδης απόφαση για την Φινλανδία.

Υπήρξαν και κάποιες άλλες σκέψεις μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά τελικά αποφασίσαμε ότι το κράτος Δικαίου όπως το είχαμε κληρονομήσει από τότε που ανήκαμε στη Σουηδία θα ήταν η αρχή που θα πρυτάνευε. Η Ρωσία, στην οποία ήμασταν προσαρτημένοι, δεν είχε αυτή τη λογική του κράτους Δικαίου. Όμως εμείς καταφέραμε να διατηρήσουμε την παράδοσή μας και πάνω σε αυτές τις βάσεις χτίσαμε την ανεξάρτητη Φινλανδία.

Δεύτερον, αποφασίσαμε να επενδύσουμε στην κοινωνική κινητικότητα. Η Φινλανδία ήταν μια φτωχή χώρα, κατακερματισμένη, με τεράστια κοινωνικά προβλήματα μετά τον εμφύλιο πόλεμο του 1918. Τι αποφασίσαμε να κάνουμε; Μετά από ένα μικρό δισταγμό αποφασίσαμε ότι θα πρέπει να επενδύσουμε σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Η ιδέα αυτών μεταρρυθμίσεων ήταν ότι θα έπρεπε να δημιουργήσουμε μια χώρα στην οποία ο κοινός στόχος θα ήταν ένας για όλους. Οι “Ερυθροί” και οι “Λευκοί” θα έπρεπε να συνυπάρξουν ενωμένοι.

Τρεις μεταρρυθμίσεις:

  • Η πρώτη αφορούσε τη συμφιλίωση. Δέκα μήνες μόλις μετά το τέλος του πολέμου, είχαμε γενικές εκλογές και το μεγαλύτερο Κόμμα σε αυτές τις εκλογές ήταν οι Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι πολεμούσαν υπέρ των Ερυθρών. Και όμως έγινε αποδεκτό το να κατέβουν σε εκλογές και στη συνέχεια πολύ λίγα χρόνια μετά από τον εμφύλιο απελευθερώθηκαν όλοι οι κρατούμενοι πολέμου.
  • Δεύτερον, έγινε μια τεράστια αγροτική μεταρρύθμιση. Θέλαμε να μοιράσουμε τη γη ώστε οι άνθρωποι να αισθάνονται ότι έχουν κάτι να προστατεύσουν και να τους δώσουμε και την ευκαιρία να εξελιχθούν κοινωνικά.
  • Τρίτον, το 1921, τρία χρόνια μόλις μετά τον πόλεμο, αποφασίσαμε ότι θα υπήρχε ένα κοινό εκπαιδευτικό σύστημα για όλους, ανοιχτό και προσβάσιμο για όλα τα παιδιά της χώρας.

Οι τρεις αυτές συνιστώσες ήταν οι βάσεις για να δημιουργηθεί η φινλανδική ολοκλήρωση σε εσωτερικό επίπεδο.

Πέρυσι το καλοκαίρι παρακολούθησα ένα σεμινάριο στο Ελσίνκι. Είπα ότι αυτή η ιστορία της ένταξης, της ολοκλήρωσης δοκιμάστηκε τη δεκαετία του ’30, όταν μας επιτέθηκε το 1939 η Σοβιετική Ένωση και έπρεπε να αποφασίσουμε αν θα πολεμούσαμε ή όχι. Και όλοι οι Φινλανδοί αποφάσισαν να πολεμήσουν. Ο Καρλ Μπιλντ, που είναι καλός φίλος μου και συνάδελφος από τη Σουηδία, έλεγε ότι “ο Στάλιν ένωσε τη Φινλανδία”. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές επέτρεψαν στη Φινλανδία να γίνει μια χώρα που άξιζε να προστατευτεί. Όλοι πολέμησαν γιατί είχαν έναν λόγο για να πολεμήσουν.

Ένα αποτέλεσμα αυτών των μεταρρυθμίσεων ήταν και το γεγονός ότι η Φινλανδία ήταν μία από αυτές τις λίγες χώρες στην Ευρώπη, που ήταν και δημοκρατική και ανεξάρτητη το 1939. Αν δει κανένας από τον Βορρά, από τη Φινλανδία μέχρι την Ελλάδα, όλες αυτές τις χώρες που ήταν κάτω από τη ρωσική αυτοκρατορία, ή την αυστροουγγρική αυτοκρατορία και έγιναν ανεξάρτητες μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα δείτε 12-13 χώρες, μόνο μία ήταν ανεξάρτητη και δημοκρατική από το 1919. Η Φινλανδία.

Οπότε τι προσπαθώ να σας πω; Οι βάσεις για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη μπαίνουν διαφορετικά και όχι με μια εγγύηση οικονομικής προόδου απλώς. Αφορούν τις αρχές μιας κοινωνίας.

Τι συνέβη όμως από τότε μέχρι σήμερα; Κάναμε κι άλλες δραστικές αλλαγές προχωρήσαμε και σε άλλες, όταν η βιομηχανική Φινλανδία έπρεπε και πάλι να μεταρρυθμιστεί, να αλλάξει. Η Φινλανδία εκβιομηχανίστηκε αργά, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1960. Θα θυμάστε ότι τη δεκαετία του 1970 υπήρξαν στην Ευρώπη και παγκοσμίως σοβαρές οικονομικές κρίσεις και η οικονομία στη Φινλανδία υπέφερε και αυτή.

Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να προχωρήσουμε κάποια στιγμή, η εκβιομηχάνιση είχε συντελεστεί και τότε θα έπρεπε να επενδύσουμε για το μέλλον. Αποφασίσαμε ότι η τεχνολογία θα ήταν ο επόμενος προσανατολισμός για εμάς.

Αν με ρωτήσετε “Ποιες είναι οι βάσεις για να υπάρξει μια καλή ηγεσία; Ποιοι είναι οι καλοί ηγέτες;”, η απάντησή μου θα είναι πολύ απλή και δεν βασίζεται μόνο στη δική μου εμπειρία στην πολιτική, αλλά και στον επιχειρηματικό κόσμο. Οι καλοί ηγέτες έχουν ένα όραμα, μια ιδέα. Αυτό που τους οδηγεί είναι το ότι αντιλαμβάνονται τις συνθήκες, τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν και τις εξωτερικές μεταβολές. Κατανοούν ποιες είναι αυτές, καθώς και ποιες είναι αρχές της πολιτικής που θέλουν να υλοποιήσουν.

Έχω δυο περιστατικά τα οποία θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε αυτό που εννοώ. Τη δεκαετία του ’90 υπήρχε μια εταιρεία η οποία σχεδόν είχε πτωχεύσει και γινόταν μια προσπάθεια να πουληθεί στη σουηδική Ericsson, αλλά η Ericsson αρνιόταν. Η Nokia (περί αυτής επρόκειτο) δεν μπορούσε να πουλήθεί επειδή η Ericsson δεν έβλεπε καμία αξία σε αυτήν. Το 1992, μετά από αυτή τη φάση, η Nokia αποφάσισε ότι δεν υπήρχε καμία άλλη επιλογή, πλην μίας: να εκτιμήσει τα δικά της πάγια, αυτά τα οποία θα μπορούσαν να είναι ουσιώδη για το μέλλον και να επενδύσει σε αυτά. Επέλεξε δυο τομείς: την κινητή τηλεφωνία και τις τηλεπικοινωνίες, τα δίκτυα.

Πούλησαν το 80% των παγίων και όλα επανεπενδύθηκαν στα κινητά τηλέφωνα και στα δίκτυα τηλεπικοινωνίας. Τι συνέβη; Όταν ελήφθη αυτή η απόφαση η ιδέα που επικρατούσε ήταν ότι τα κινητά θα πούλαγαν πολύ περισσότερο στο μέλλον. 10 εκατομμύρια κινητά υπήρχαν τότε στον κόσμο. Ποιος θα πίστευε ότι θα εκατονταπλασιαζόταν το νούμερο πολύ σύντομα; Βασίστηκαν πάνω σε αυτή τη λογική και αυτός ήταν ο στόχος. Ξέρετε τι έγινε τελικά; Ο τελικός αριθμός πωλήσεων κινητών έφτασε τα 700 εκατομμύρια, όχι τα 50 εκατομμύρια που ήταν η αρχική εκτίμηση. Και ο τζίρος προφανώς εκτινάχτηκε. Αν το 1992 είχατε επενδύσει σε μετοχή της Nokia 1 ευρώ, θα παίρνατε πίσω 1.000 ευρώ μερικά χρόνια μετά. Οι ηγέτες της Nokia κατάφεραν να καταλάβουν, να οραματιστούν, να δουν ότι υπήρχε μια τελευταία επιλογή και να την αρπάξουν.

Και άλλο ένα παράδειγμα που ίσως είναι πιο χτυπητό, είναι το παράδειγμα της Κίνας. Όταν ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ ξεκίνησε το πρόγραμμα μεταρρύθμισης το 1978, τι έλεγε; “Δεν μας ενδιαφέρει ποιο είναι το χρώμα της παγίδας, από τη στιγμή που πιάνει ποντίκια”. Και έτσι η Κίνα κατάφερε να ενσωματώσει την οικονομία της αγοράς.

Και αυτό το οποίο έγινε στη Φινλανδία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ήταν ότι άλλαξε η ιδέα: είχαμε ακολουθήσει μετά τον πόλεμο την εκβιομηχάνιση, αυτό τελείωνε πια έπρεπε να υπάρξει ένα άλλο όραμα, μια άλλη ιδέα και βασίστηκε στην άποψη ότι η Φινλανδία έπρεπε να ηγηθεί των τεχνολογικών εξελίξεων. Αυτός έπρεπε να είναι ο δρόμος. Και έτσι από το ’80 διπλασιάσαμε τις επενδύσεις μας σε έρευνα και τεχνολογία και μέσα σε δέκα χρόνια φτάσαμε από 1 στο 2%. Ξεκινήσαμε να κάνουμε και θεσμικές αλλαγές χρηματοδοτώντας Οργανισμούς που εστίαζαν στην έρευνα και στην τεχνολογία. Πολλές ευκαιρίες υπήρχαν τότε, στηρίζαμε τις εταιρείες να προσανατολιστούν κι αυτές προς τα εκεί.

Ανοίξαμε την πόρτα και στα πανεπιστήμια. Τα πανεπιστήμια έπαιξαν ένα πολύ κρίσιμο ρόλο στην όλη διαδικασία, όταν τη δεκαετία του 1980 και του 1990 η Φινλανδία έγινε μια χώρα high-tech. Χωρίς τα πανεπιστήμια δεν θα ήταν τίποτε η Φινλανδία. Έτσι άνοιξαν και οι πόρτες και συνεργάστηκε ο επιχειρηματικός κόσμος με τον ακαδημαϊκό. Υπήρχε καινοτομία, υπήρχαν ταλέντα από τα πανεπιστήμια, αλλά ήταν απαραίτητο και για τα πανεπιστήμια να έχουν πρόσβαση στις εταιρείες, στους προγραμματιστές, στις εξελίξεις, στον επιχειρηματικό κόσμο.

Χάρις σε όλα αυτά τη δεκαετία του ’90 η Φινλανδία είχε φτάσει πια σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Δέκα χρόνια μετά αν με ρωτούσατε “ποιο είναι το όφελος όλων αυτών των επενδύσεων, όλων αυτών των αλλαγών τότε;” θα σας έλεγα ότι αν ρωτούσατε τον μέσο πολίτη θα σας έλεγε ότι δεν την είδαμε την αλλαγή. Πέντε χρόνια μετά την κρίση, το ’95, αν ρωτούσατε αν υπάρχει κανένα αποτέλεσμα από αυτές τις επενδύσεις, είμαι πεπεισμένος ότι όλοι οι Φινλανδοί θα έλεγαν ναι, είναι η καλύτερη επένδυση που έγινε ποτέ.

Αυτές ήταν οι βάσεις και έτσι η Φινλανδία κατάφερε να έχει τρομερές επιδόσεις μέχρι το 2006-2007. Διότι και η δική μας χώρα χτυπήθηκε από την κρίση, όπως και η δική σας. Από το 2006 μέχρι το 2016 κι εμείς χάσαμε, δεν υπήρξε καθόλου ανάπτυξη, μείναμε στα ίδια επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας αυτής. Τι καταφέραμε από τότε; Διότι και πάλι καταλάβαμε ότι θα έπρεπε να υπάρξει μια αλλαγή στο όραμα, στο πού θέλουμε να πάμε. Τι θα είναι απαραίτητο και τι θα χρειάζεται μια χώρα στο μέλλον. Ακόμη το δρομολογούμε, θα έλεγα. Αλλά υπάρχει ένας κατάλογος πραγμάτων τα οποία μπορεί να κάνει η Φινλανδία.

Κατ’ αρχάς θα έλεγα το εξής: Η γήρανση του πληθυσμού, είναι ένας παράγοντας που δεν υπήρχε στο παρελθόν, οπότε θα πρέπει να βρεθούν λύσεις. Είναι μια τεράστια πρόκληση για όλους. Διότι από το 1840 παγκοσμίως ο μέσος όρος προσδόκιμου ζωής αυξάνει τρεις μήνες τον χρόνο, κάθε χρόνο. Ένα παιδί που γεννήθηκε το 1840 αναμενόταν να ζήσει μέχρι τα 30 του, τώρα πια τα μισά παιδιά που γεννιούνται σήμερα αναμένεται να ζήσουν και να φτάσουν πάνω από 100 χρονών.

Αυτό σημαίνει ότι το κοινωνικό συμβόλαιο που είναι η βάση όλων των ευρωπαϊκών κοινωνιών δεν μπορεί να επιζήσει. Θα πρέπει να αλλάξει αυτό για να επιβιώσουμε κάτω από αυτές τις συνθήκες. Αλλά είναι και μια θετική αλλαγή. Του χρόνου θα γίνω 65 χρονών και ούτε που το σκέφτομαι να σταματήσω να δουλεύω! Γιατί να σταματήσω, αν μαθαίνω πολλά, αν περνάω καλά; Δεν πρέπει να κοιτάμε το ημερολόγιο όταν μιλάμε για κοινωνικά συστήματα. Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η γήρανση είναι ταυτόχρονα και μια ευκαιρία.

Δεύτερον, χρειαζόμαστε νέες δεξιότητες, νέα ταλέντα. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα τα πάει εξαιρετικά, έχουμε εξαιρετικές επιδόσεις, ίσως όχι τις καλύτερες στην Ευρώπη, αλλά σχεδόν τις καλύτερες. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχουμε ή θα χρειαζόμαστε τα ίδια ταλέντα και τις ίδιες δεξιότητες και στο μέλλον. Θα πρέπει και εδώ να αλλάξουμε.

Υπάρχει ένας βασικός παράγοντας ο οποίος θα μας υποστηρίξει και αυτό είναι η τεχνολογία. Όταν πήγαινα το 1961 σχολείο τι είχα στα χέρια μου; Ένα δάσκαλο, μια τάξη, ένα βιβλίο, ένα τυποποιημένο μοντέλο. Έχω τέσσερα παιδιά και δεν έχω ιδέα πώς εκπαιδεύεται το καθένα. Εκπαιδεύονται με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχει μια διαφορετική προσέγγιση για το καθένα. Το τυποποιημένο σχολείο δεν μπορούσε να το προσφέρει αυτό.

Σήμερα η ψηφιακή τεχνολογία μας δίνει καταπληκτικές ευκαιρίες να αλλάξουμε το σύστημα εκπαίδευσης με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να εξατομικεύεται. Αυτό σημαίνει ότι η εκπαίδευση, το σύστημα, μπορεί να μεταρρυθμιστεί, να γίνει καλύτερο και αυτό να γίνει ταχύτατα. Δεν χρειάζονται δέκα χρόνια. Χωρίς καθυστέρηση. Μέσα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μπορούμε να βελτιώσουμε το επίπεδο εκπαίδευσης και τα πανεπιστήμια. Δεν ξέρω πως τα πάνε τα δικά σας πανεπιστήμια αλλά πιστεύω ότι έχετε κι εσείς πολλά ταλέντα, όπως έχουμε και εμείς.

Τα πανεπιστήμια θα είναι πολύ διαφορετικά στο μέλλον. Πρόσφατα ήμουν στη Σιγκαπούρη και έβλεπα κάτι πολύ σύγχρονα κτήρια εκεί, δεν υπάρχουν αμφιθέατρα πια. Είναι μικρά δωμάτια, μικρές αίθουσες διότι γενικά η διδασκαλία έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια.

Και χρειαζόμαστε την ικανότητα να μπορούμε να αναλαμβάνουμε τον κίνδυνο, όπως και στον ιδιωτικό τομέα. Διότι χρειαζόμαστε την καινοτομία και η καινοτομία πάντοτε ενέχει την ιδέα του κινδύνου. Δεν μπορεί να καινοτομήσεις χωρίς να συνεκτιμήσεις αυτήν την παράμετρο. Είναι πολύ δύσκολο για τις κυβερνήσεις και για τους πολιτικούς να το δουν αυτό. Στην πολιτική ζωή είναι πολύ πιο εύκολο να πεις “ας μείνουμε έτσι όπως είμαστε, ή ας επιστρέψουμε στο παρελθόν και ας δούμε ιστορικά τι συνέβαινε”.

Η Αμερική είναι μια τεράστια χώρα. Το σλόγκαν “Make America Great Again” εγώ δεν το πιστεύω, δεν μπορεί να επιστρέψει στο παλιό της μοντέλο, ούτε η Ρωσία, ούτε η Φινλανδία. Είναι λανθασμένη αντίληψη αυτή. Γι’ αυτό το να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις και να αρπάξεις το ρίσκο, είναι κάτι πολύ σημαντικό.

Δεν εμπλέκομαι πια στην πολιτική, ακούω τους πολιτικούς παντού στον κόσμο τι λένε. Το μόνο που συζητάνε συνεχώς είναι πώς θα στήσουν τα πράγματα, ώστε να ξαναεκλεγούν. Παρακαλώ ξεκινήσετε να επιλέγετε πλέον πολιτικούς όχι για να ξαναεκλεγούν, αλλά για να κυβερνήσουν τη χώρα σας.
Όμως το ρίσκο στην πολιτική είναι πολύ διαφορετικό. Γιατί σημαίνει ότι δεν ξαναεκλέγεσαι. Επιλέγει όμως κανένας τους πολιτικούς για να ξαναεκλεγούν; Δεν εμπλέκομαι πια στην πολιτική, ακούω τους πολιτικούς παντού στον κόσμο τι λένε. Το μόνο που συζητάνε συνεχώς είναι πώς θα στήσουν τα πράγματα, ώστε να ξαναεκλεγούν. Γίνονται δημοσκοπήσεις κάθε φορά, που αφορούν αυτό ακριβώς το ζήτημα. Παρακαλώ ξεκινήσετε να επιλέγετε πλέον πολιτικούς όχι για να ξαναεκλεγούν, αλλά για να κυβερνήσουν τη χώρα σας. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Εντελώς διαφορετικά.

Θα πρέπει να σας πω ότι έχω κι εγώ προσωπικά την εμπειρία αυτή. Ήμουν 36 όταν έγινα Πρωθυπουργός της Φινλανδίας, 37 είναι ο μεγαλύτερός μου γιος τώρα και έχω μια δυσκολία στο να καταλάβω πώς θα ήταν ποτέ δυνατό να γίνει εκείνος Πρωθυπουργός. Αλλά όταν ξεκινούσα είχα ένα όραμα: “ας πάμε, ας κάνουμε σημαντικές αλλαγές και μερικά χρόνια μετά πάλι θα ξανακερδίσουμε”. Γρήγορα όμως, μετά από ένα χρόνο, έβλεπα ότι δεν ήταν αυτό που ήταν το αναμενόμενο. Οι συνθήκες άλλαζαν, τα πράγματα γίνονταν πολύ πιο δύσκολα, οι ιδέες βάσει των οποίων ξεκινήσαμε δεν θα δούλευαν και χρειαζόταν μια πολύ μεγάλη προσπάθεια και τι αποφασίσαμε; Τι κάναμε;

Πήραμε την απόφαση να μην σκεφτόμαστε το θέμα των εκλογών. Είπαμε δηλαδή “ας κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και αφήνουμε όλα τα υπόλοιπα, θα δούμε τι θα γίνει”. Το Κόμμα μου βεβαίως πήγε αρκετά καλά, όχι τόσο καλά όσο είχε πάει στις προηγούμενες εκλογές, αλλά εν πάση περιπτώσει τα πήγε καλά. Δεν περηφανεύομαι όμως γι’ αυτό. Είμαι υπερήφανος γιατί καταφέραμε να κάνουμε αυτό που ήταν απαραίτητο για τη χώρα και αυτό είναι το σημαντικότερο για τους πολιτικούς. Τώρα όμως το καταλαβαίνω: “Το σημαντικό είναι τι αφήνει πίσω του ως έργο ένας πολιτικός και όχι τι νούμερα πέτυχε”. Ικανότητα, λοιπόν, να αντιλαμβάνεσαι και να αποδέχεσαι το ρίσκο.

Τέλος, νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσει κανείς ότι οι επιχειρηματικές ευκαιρίες βασίζονται στον τρόπο που δρα και ενεργεί μια κυβέρνηση. Υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στις επιχειρηματικές ευκαιρίες και στον τρόπο λειτουργίας μιας κυβέρνησης. Οι πολιτικοί μπορεί να λένε “ας κάνουμε επενδύσεις, ας ελπίσουμε ότι θα έρθουν, θα προκύψουν επενδύσεις και μετά μπορούμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας όπως και πριν”, δεν δουλεύει όμως έτσι. Οι επενδύσεις θα έρθουν, εφόσον οι πολιτικοί μπορέσουν να δημιουργήσουν το κατάλληλο περιβάλλον για να αναπτυχθούν οι εταιρείες.

Συμβαίνει όμως και το αντίστροφο. Μια επιχείρηση δεν μπορεί να αναπτυχθεί αν η κοινωνία μέσα στην οποία λειτουργεί δεν είναι υγιής. Γι’ αυτό προσωπικά πιστεύω στην αξία της κοινής λογικής. Είναι μια ιδέα που δημιούργησε ο Μάικλ Πόρτερ και ο συνάδελφός του ο Μάικλ Κρέμερ στην Οικονομική Σχολή του Harvard. Είναι κάτι πολύ απλό: πρέπει να είμαστε σε θέση να συγκεράσουμε τους πόρους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να έχουμε τα καλύτερα αποτελέσματα και να βρούμε λύσεις σε αυτά τα ουσιώδη προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες μας.

Ο Μάικλ Πόρτερ και ο Μάικλ Κρέμερ έλεγαν ότι “οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να λύσουν τα περιβαλλοντικά προβλήματα ή τα οικονομικά δημοσιονομικά προβλήματα ή οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, δεν μπορούν να τα επιλύσουν μόνες τους χωρίς να έχουν τους καλύτερους δυνατούς πόρους ενσωματωμένους στις πολιτικές τους, τους καλύτερους πόρους από τον ιδιωτικό τομέα”. Συμβαίνει όμως και το αντίστροφο. Οι κυβερνήσεις είναι αναγκαίες, για να δημιουργηθεί το κατάλληλο επιχειρηματικό περιβάλλον.

Διάβασα πρόσφατα ένα άρθρο στους New York Times που γράφτηκε πριν από περίπου δύο χρόνια. Ήταν ένα άρθρο για τις εταιρείες του ίντερνετ και ο τίτλος ήταν ο εξής: “Ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι το κράτος”. Δεν είμαι σίγουρος αν οι ηγέτες του Facebook έχουν την ίδια εικόνα αυτή τη στιγμή, ότι το κράτος, η κυβέρνηση είναι ο μεγαλύτερός τους εχθρός, νομίζω ότι πήραν το μάθημά τους. Πήραν το μάθημα, ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο δεν μπορούν να λύσουν τα προβλήματα μόνοι τους. Χρειάζονται το κράτος, τις κυβερνήσεις, όχι όμως αυτές που είχαμε στο παρελθόν. Χρειαζόμαστε νέας μορφής κυβερνήσεις, προκειμένου να υπάρξει η επιβίωση στον ψηφιακό κόσμο. Γι’ αυτό η αποδοτικότητα, η αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης και των κοινωνικών πόρων, των πόρων των φορολογούμενων, είναι κρίσιμες για το μέλλον.

Είχα πάντα μια δυσκολία να κατανοήσω το πώς γίνεται αυτοί που λένε ότι “προστατεύουμε τα δικαιώματα των φτωχών ανθρώπων” να επιτρέπουν την αύξηση του κρατικού χρέους και την αποδυνάμωση του κράτους. Νομίζω ότι για τους ανθρώπους το καλύτερο είναι μια ισχυρή κυβέρνηση με ένα ισολογισμένο προϋπολογισμό. Αυτό είναι το καλύτερο για τους φτωχούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι άνθρωποι θα επιβιώσουν ακόμη κι αν η κυβέρνηση είναι ασθενής, οι φτωχοί όμως είναι αυτοί που χρειάζονται το ισχυρό κράτος και γι’ αυτό όσοι μιλούν για τις κοινωνικές πλευρές της ζωής, πρέπει να γνωρίζουν ότι μια ισχυρή κυβέρνηση είναι η καλύτερη εγγύηση για το  μέλλον τους.

Κυρίες και κύριοι, αυτά είναι τα σχόλια που είχα πάνω στο θέμα. Θα ήθελα τέλος να σας πω ότι έχω εκδώσει ένα βιβλίο το οποίο έχει μεταφραστεί στα σουηδικά, στα αγγλικά, στα ρώσικα και στα κινέζικα και αφορά την ιστορία της Φινλανδίας, τι ήταν αυτό που δημιούργησε την επιτυχία στην Φινλανδία τα τελευταία 100 χρόνια. Ο τίτλος στα αγγλικά είναι Finnish Fingerprints. Δεν επιλέχτηκε τυχαία. Οι μικρές χώρες δεν χρησιμοποιούν το σφυρί, δεν χρησιμοποιούν μεγάλα εργαλεία για να επιτύχουν. Πρέπει να είναι έξυπνες, να δρουν με έξυπνο τρόπο και αν μια μικρή χώρα τα πηγαίνει καλά, τότε αφήνει το δαχτυλικό της αποτύπωμα.

Ελπίζω ότι θα είμαστε σε θέση να επιτύχουμε με τις ψηφιακές τεχνολογίες έτσι ώστε μια μικρή χώρα όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά πραγματικά να αφήσει το αποτύπωμά της, το δαχτυλικό της αποτύπωμα στο μέλλον.

Ξεκίνησα με μια ρήση του Σιμόν Πέρες που πρέπει να θυμάστε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι σήμερα είναι δύσκολα τα πράγματα. Μερικές φορές αυτό μπορεί να είναι και μια ευκαιρία, αν μπορείς να διαβάσεις σωστά τον χάρτη και αν έχεις μια σωστή άποψη και μια καλή ιδέα για το πώς να ηγηθείς μιας χώρας. Σας ευχαριστώ.

πηγη,διανέοσις