Τον Ιούλιο του 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σχηματίζει μια κυβέρνηση που υπόσχεται – και κάνει πράξη – την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα, διαδέχεται αναίμακτα τη χούντα και θέτει τις βάσεις τού νέο-κοινοβουλευτισμού. Αυτό που ήταν αποφασισμένη να κάνει, το επιτυγχάνει, κλείνοντας μάλιστα και το κεφάλαιο του Εμφυλίου με τον πιο επίσημο τρόπο, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά το 1949, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κρίνει πως η χώρα δοκιμάστηκε αρκετά από μια αντιπαλότητα που μύριζε αίμα, και πως οι Έλληνες έπρεπε να σηκωθούν ακόμα λίγο ψηλότερα. Μόνο ενωμένος ο ελληνικός λαός θα μπορούσε να προχωρήσει με μια νέα πραγματικότητα, να γυρίσει σελίδα στην ιστορία του και να βρει μια θέση ανάμεσα στα δημοκρατικά κράτη τής Ευρώπης.

 

Το φθινόπωρο του 1981 ο αιρετικός, προδικτατορικά, πολιτικός, ο Ανδρέας Παπανδρέου, κάνει πράξη τις υποσχέσεις του: Θα δώσει στον «λαό» την εντύπωση πως μπορεί να είναι, αυτός ο ίδιος, η εξουσία. Επίσης, θα του δώσει το δικαίωμα να πιστεύει ότι μπορεί να βγάζει χρήματα χωρίς να δουλεύει. Εμβληματική του προσωπικότητα, ο Τσοβόλας, που στη συνέχεια υποδύθηκε τη λευκή περιστερά. Ύψιστος συμβολισμός τής καθυστερημένης απελευθέρωσης, το νεύμα προς τη Μιμή, να τον ακολουθήσει στη σκάλα τού αεροπλάνου.

Οι διακηρύξεις του, πυροτεχνήματα. Για το ΝΑΤΟ, για τις βάσεις τού θανάτου, για το «Χώρα», για τα Ελγίνεια, αλλά και πολλά άλλα. Ανάμεσα σ’ όλα αυτά ένα σκάνδαλο μεγατόνων που ακούει στο όνομα «Κοσκωτάς». Το πρόσωπο της Μιμής ρίχνει ροζ αποχρώσεις στην πολιτική σκηνή.

Ωστόσο, στη ζυγαριά εξίσου βαριά, είναι και τα θετικά. Γιατί ο Ανδρέας Παπανδρέου μπορούσε και να δει μακριά, και να κουμαντάρει το καράβι.

Τον άκρατο λαϊκισμό τού λαοπρόβλητου ηγέτη, τον ακολούθησε ο σκεπτικισμός τού Σημίτη, που όμως ξέχασε πως ό,τι ήθελε αυτός να χτίσει, μπορούσαν άνετα να το γκρεμίσουν οι… αυλικοί του, αφήνοντας τον ίδιο να σκέπτεται ευρωπαϊκά μέσα στην απέραντη μοναξιά του. Για το μπάχαλο των παρατρεχάμενων ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ. Ούτε για το τεράστιο σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου, χάρη στο οποίο κάποια δισέγγονα πολλών επιτήδειων θα τρώνε για δεκαετίες με χρυσά κουτάλια.

Ζούσε στον δικό του κόσμο; Ίσως. Ο ίδιος, πορεύτηκε ασκητικά και με σκεπτικισμό. Αυτό κανείς δεν το αμφισβήτησε. Οι πέριξ, όμως; Τα χρόνια που ακολούθησαν, απόδειξαν το έλλειμμα. Ναι, με τους πέριξ κάτι δεν πήγε καλά.

 

Αυτό το μπάχαλο υποσχέθηκε να το συμμαζέψει ο Κώστας Καραμανλής και μάλιστα με ύφος που έδειχνε αποφασιστικότητα. Η υπόσχεση έμεινε υπόσχεση, ο λαός, βεβαίως, εξακολούθησε να περνά καλά, η Ελλάδα έδειχνε να ευημερεί. Μέχρι που ένα πρωί περίλυπος ανακοίνωσε ότι λεφτά δεν υπάρχουν. Οι στρόφιγγες των δανεικών έκλειναν…

Θα μπορούσε αυτό να το πει δυο-τρία χρόνια νωρίτερα, αν όχι από την αρχή τής διακυβέρνησής του; Τι θα κέρδιζε, τι θα έχανε; Ήταν έτοιμος ο ελληνικός λαός να το δεχτεί, όταν την ίδια στιγμή ο Καραμανλής αντιμετώπιζε σφοδρότατες αντιδράσεις και από το ηττημένο ΠΑΣΟΚ, και από όλα τα άλλα κόμματα;

Γεγονός είναι ότι από τα χέρια του δημιουργήθηκε η βόμβα…

 

Σ’ εκείνη την κοσμοϊστορική στιγμή ήρθαν τα στραπατσαρισμένα ελληνικά τού Γιώργου Παπανδρέου ν’ αμφισβητήσουν τα λεχθέντα από τον Καραμανλή: «Λεφτά υπάρχουν!!!» Και όλοι όσοι δεν ήθελαν να πιστέψουν πως θα χρειάζονταν να ζήσουν έστω ελάχιστα πιο φτωχά, τον έκαναν πρωθυπουργό. Να όμως που λεφτά δεν υπήρχαν, τελικά, παρά τα περίστροφα που έβγαζε από το συρτάρι ο πρωθυπουργός τής μπουρδολογίας.

Στα δικά του χέρια έσκασε η βόμβα. Μπορούσε να αποτρέψει την έκρηξη; Βεβαίως, αν είχε το θάρρος για γρήγορες και τίμιες αλλαγές και σε πρόσωπα, και σε στρατηγικές. Στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, ούτε στην οικονομία.

Υπήρχαν τα μνημόνια, βεβαίως…

Η συνέχεια είναι πιο πρόσφατη, άρα όλοι θα τη θυμούνται. Πήραν φωτιά τα Ζάππεια του Αντώνη Σαμαρά και μαζί τους κάηκαν πολλές ελπίδες για γρήγορη ανάκαμψη. Ίσως γιατί ο ελληνικός λαός είχε κουραστεί ν’ ακούει και να προσμένει. Δυο χρόνια ήταν ήδη πολλά για την ψυχολογία ενός λαού, που είχε μάθει στα περισσότερα, στα πιο άνετα, στα λιγότερο κουραστικά. Οι χειρισμοί τού Αντώνη Σαμαρά, όμως, προχωρούσαν προς τη σωστή κατεύθυνση, έστω αργά, έστω χωρίς εντυπωσιασμούς. Πιθανόν, αν είχε τον χρόνο με το μέρος του, η ελληνική περιπέτεια να είχε τελειώσει, ακόμα κι αν κανείς δεν είχε τη διάθεση να υποστεί θυσίες.

Δεν τελείωσε. Τα τερτίπια των καιροσκόπων που βρήκαν την ευκαιρία να «κάνουν παιγνίδι» με την εκλογή τού Προέδρου τής Δημοκρατίας, άλλαξαν την πραγματικότητα.

 

Όμως, ήδη η κοινωνία είχε κουραστεί και το χαμογελαστό παιδί που θυμήθηκε τον Εμφύλιο, την εκδίκηση των ηττημένων και πολλά ακόμα, έγινε πρωθυπουργός για να σχίσει μνημόνια και δεσμεύσεις, ν’ αποκαταστήσει αδικίες, να στείλει στον αγύριστο τη Μέρκελ και τους δανειστές.

Στρατάρχης στην επανάσταση των αγανακτισμένων ένα πλουσιόπαιδο που έγραφε το Γιάννης μ’ ένα «ν» και φορούσε χρωματιστά πουκάμισα έξω από το παντελόνι, στις διεθνείς συναντήσεις με τους κακούς Ευρωπαίους. Ο στρατάρχης αποστρατεύθηκε όταν πια ήταν αργά. Το κακό ήταν πλέον ασυμμάζευτο.

Ο ελληνικός λαός κατάλαβε την ήττα όταν βρήκε τις Τράπεζες κλειστές, όταν κάποιοι συνταξιούχοι ξέσπαγαν σε κλάματα.

Το χαμογελαστό παιδί, όμως, συνέχισε τις ακροβασίες. Άλλωστε ο πλέον ανίερος συμβιβασμός τού έδινε πολλές βεβαιότητες. Η ομάδα βουλευτών των ΑΝ.ΕΛ. με τον αρχηγό τους τον κ. Καμμένο ήταν πρόθυμη για κάθε εξυπηρέτηση. Με ανταλλάγματα, βέβαια. Άλλωστε πολλά σ’ αυτήν τη ζωή μια συναλλαγή είναι. Η «συναλλαγή» και η «συνείδηση» από «σ-ίγμα» αρχίζουν. Και να μπάζουν από κάπου συγχωρητέο είναι. Και το «συγχωρητέο» από «σ-ίγμα» αρχίζει. Όπως και τα προϊόντα της αφόδευσης…

Τι μπορεί, όμως, να είναι ή όχι συγχωρητέο;

 

Να είναι άραγε η φιέστα που στήθηκε στις Πρέσπες, με τον Τσίπρα να λέει «επιτέλους» βρήκε τη λύση και τον Σκοπιανό ομόλογό του να δηλώνει κατάμουτρα «εμείς οι Μακεδόνες», και ν’ ανταλλάσσουν ασπασμούς σαν ερωτευμένα περιστέρια; Ούτε λέξη για το ερμαφρόδιτο «Βόρεια Μακεδονία», ούτε καν ο ελάχιστος προβληματισμός για τα θέματα που θα ανοίξουν στο μέλλον. Απλά, όπως κάποτε ο νεαρός πρωθυπουργός και η παρέα του πετούσαν λάσπες για «Ταγματασφαλίτες», συνέχισαν τη λασπολογία για «φασίστες». Πας Έλλην πατριώτης, φασίστας. Το ότι επιστήμονες ιστορικοί στάθηκαν με θάρρος απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών, δεν έλεγε τίποτα για τον πρωθυπουργό. Το ότι είχε προχωρήσει στις διαπραγματεύσεις ερήμην τού υπόλοιπου πολιτικού κόσμου, αν μη τι άλλο μόνο διαφάνεια δεν αποκαλύπτει.

Και η αμφιλεγόμενη στάση τού συνεταίρου; Κι αυτή συγχωρητέα; Ο χρόνος θα δείξει. Η πολιτική, ακόμα και όταν οδηγεί σε Βατερλό, παραμένει πεδίο δόξης. Μόνο, που ενίοτε, αυτή η δόξα είναι μαύρη, κατάμαυρη.

Να είναι συγχωρητέα, άραγε, η στάση τού πρωθυπουργού στον όλεθρο που σημάδεψε το Μάτι; Ποιος μπορεί να ξεχάσει εκείνη τη σύσκεψη – οπερέτα με τους υπουργούς και τους αρχηγούς τής Πυροσβεστικής, της Αστυνομίας και του Λιμενικού, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, που όλοι συμφωνούσαν δεν είχαν πληροφορίες για νεκρούς; Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις δηλώσεις Δούρου; Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις δηλώσεις ότι δεν υπάρχουν ευθύνες αρμοδίων;

Τι θα του κόστιζε αν έλεγε την αλήθεια; Ποιος θα καταλόγιζε ευθύνες στον πρωθυπουργό αν κάποιοι αξιωματούχοι κρατικών υπηρεσιών τα είχαν θαλασσώσει; Προς τι οι υπεκφυγές;

Οι εκατό νεκροί – θέλουν δε θέλουν όσοι προσπαθούσαν να διώξουν από πάνω τους την ευθύνη για το μπάχαλο – θα υπάρχουν να δείχνουν το υψηλό επίπεδο της προπαγάνδας και της ανικανότητας.

 

Να είναι συγχωρητέα η συμπεριφορά τού υφυπουργού που επιμένει να χυδαιολογεί, απολαμβάνοντας την προστασία τού πρωθυπουργού; Ποιος συντηρεί τη ρητορική τού μίσους; Είναι συγχωρητέα η προσπάθεια εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης, που πλέον είναι εμφανής;

Πόσα μπορεί να θυμηθεί κανείς ως ατοπήματα πολιτικού ήθους; Πόσοι είναι αυτοί που θα δώσουν άφεση αμαρτωλών; Τι διδάσκονται οι νέοι άνθρωποι απ’ αυτές τις συμπεριφορές; Πόσο υπερήφανος μπορεί να νιώθει, ο πρωθυπουργός, όταν μένει μόνος και αναλογίζεται λεχθέντα και πεπραγμένα; Άραγε, νιώθει σιγουριά για όσα τον δασκαλεύουν οι παρατρεχάμενοι και οι συμβουλάτορές του; Άραγε να πιστεύει πως έτσι θα κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των Ελλήνων;

 

Πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί η τελευταία επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη για τα εγκαίνια ενός μισοτελειωμένου σταθμού μετρό, που ως μετρό θέλει ακόμα δυο, ίσως και παραπάνω, χρόνια να ολοκληρωθεί και να λειτουργήσει;

Αυτή είναι, ουσιαστικά, η αλητεία τού Τίποτα. Άλλο να επισκέπτεσαι ένα έργο για να διαπιστώσεις πώς θα είναι στην τελική του μορφή, και άλλο να παρουσιάζεις το σχεδόν τίποτα ως έργο. Γιατί, τον σταθμό (έναν από τους πολλούς), τον είδαμε. Τρένο δεν είδαμε. Επιβάτες ν’ ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, δεν είδαμε. Από προπαγάνδα καλά πάμε.

Μέχρι τώρα γνωρίζαμε πως τα έργα εγκαινιάζονταν μια μέρα πριν λειτουργήσουν, ή αφού είχαν λειτουργήσει για κάποιον χρόνο. Τώρα νέα γνώση. Νέα ήθη. Νέες τακτικές; Εκτός αν κάποιοι φωστήρες είχαν την έμπνευση να εγκαινιάζουν κάθε σταθμό μετρό που θα μισοτελειώνεται, οπότε μέχρι τα εγκαίνια της οριστικής λειτουργίας, το μετρό να έχει εγκαινιασθεί καμιά δεκαριά φορές, και κάποιες δεκάδες βολεμένοι θα χειροκροτούν, δεκάδες φορές, τον αρχηγό. Άραγε να είναι και αυτό ένα από τα «ιστορικά βήματα» του ΣΥΡΙΖΑ;

 

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς;

 

Έτσι φτάσαμε στο 2019. Χεράκι – χεράκι οι συνεταίροι ευαγγελίζονται μιαν άλλη εποχή, χωρίς να ξεχάσουν όμως να βάλουν νέους φόρους πάνω στους ήδη υπάρχοντες, χωρίς να ξεχάσουν να περικόψουν ακόμα περισσότερο τις συντάξεις. Αρκεί που ξέχασαν κάποια συνθήματα στις αποθήκες τής πολιτικής ιστορίας∙ συνθήματα που είχαν σχέση με τους δανειστές, με τις λίστες, με τους πλειστηριασμούς, με την ανάκαμψη. Έτσι η ανίερη συμμαχία καλά κρατεί και η χώρα καλά πορεύεται μέχρι να έρθει κάτι άλλο στον ορίζοντα.

Όμως, καιρός τα προσχήματα να παραμεριστούν. Καιρός να μιλάμε με καθαρές λέξεις. Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε, δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Τουλάχιστον να υπερασπιστούμε την αξιοπρέπειά μας.

Βρισκόμαστε μπροστά στη νεκρανάσταση του Λένιν; Ίσως.

Η διαφορά εντοπίζεται στο ότι ο Λένιν έδρασε σε μια Ρωσία τής απόλυτης ανελευθερίας, ενώ ο Τσίπρας δρα σε μια Ελλάδα που ταΐζει κάθε κοπρίτη με παντεσπάνι…

 

Η ιστορία γράφεται πάντα σε ενεστώτα χρόνο. Αυτός είναι ο χρόνος που βιώνει ο καθένας μας. Βεβαίως, το δίδυμο της βρόμικης συγκατοίκησης, αυτό δεν θέλει να το παραδεχτεί και εξακολουθεί να εξαπατάει το κοινωνικό σύνολο με έννοιες κούφιες και λέξεις άδειες. Ίσως γιατί το ίδιο το κοινωνικό σύνολο παρακολουθεί τον ακρωτηριασμό του βουβό και αδρανές. Το αριστερό πρόσημο δίνει άφεση αμαρτιών σε κάθε φοροεπιδρομή, κάτι που μπορούν να το καταλάβουν πληρέστερα όσοι ξέρουν καλά την ιστορία των Σταυροφοριών. Οι υπόλοιποι αρκεί που το νιώθουν στο πετσί τους. Αν διαθέτουν και την ελάχιστη ικανότητα μνήμης, κάποτε θα το χρειαστούν.

Εκείνο που επίσης θα πρέπει να ειπωθεί είναι πως η μνήμη είναι μια λέξη πολύ πονεμένη, σέρνει πληγές. Για τούτο κι έκλεισα με οργή την τηλεόραση όταν ο πρωθυπουργός βερμπάλιζε τις πρωτοχρονιάτικες προπαγάνδες του…

Related Post