Ο Περικλής Ζερλεντής (βλ. αρ. 193-194, 216, 267 της Βιβλιοθήκης Ιστορικών Μελετών) καταθέτει εδώ τη δική του μικρή συμβολή στην ανασκευή των θεωριών “ξένων ιστορικών” (εννοεί τον Φαλλμεράυερ), οι οποίοι “εσλάβωσαν” όλη την Πελοπόννησο.

Ο Συριανός λόγιος αποκαθιστά την “ιστορικήν αλήθειαν” και βάζει τάξη στο “χάος”, που προκάλεσαν όσοι “εφαντάσθησαν πανταχού της Ελλάδος επιδρομάς Σλάβων και σλαβικάς αποικίσεις”. Πηγές του είναι οι συγγραφές του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (Περί των θεμάτων, Περί της βασιλείου τάξεως), το (φραγκικό) Χρονικό του Μωρέως (ca.1205) και ο βίος (“μαρτύριον”) του αποστόλου Ανδρέα (Λειψία 1898). O Ζερλέντης καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι σλαβικές επιδρομές στην Πελοπόννησο “δεν εγένοντο”, παρεκτός των ετών 746-747, και τα σλαβικά τοπωνύμια της Πελοποννήσου είναι “τα πλείστα νέα ελληνικά”.

Βιογραφία συγγραφέα: Ζερλεντής Περικλής Γ.

Ο Περικλής Ζερλεντής, ένας από τους σημαντικότερους και πολυγραφότερους ιστοριοδίφες του τέλους του ΙΘ΄ και των αρχών του Κ΄ αιώνα, γεννήθηκε το 1852 στην Ερμούπολη της Σύρου και πέθανε το 1925, σε ηλικία 74 ετών.
Οι γονείς του ήταν γόνοι παλαιών αρχοντικών και αριστοκρατικών οικογενειών της Χίου, οι οποίοι μετά την καταστροφή της Χίου (1822) κατέφυγαν με τις οικογένειές τους στην Τήνο κι έπειτα στη Σύρο. Ο Περικλής τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Ερμούπολη και το 1867 παρακολούθησε μαθήματα, για ένα χρόνο, στο αυτοκρατορικό λύκειο της Μασσαλίας στη Γαλλία. Το 1870 στάλθηκε στο Λονδίνο για να εργασθεί στον μεγάλο εμπορικό οίκο των συγγενών του, από την πλευρά της μητέρας του, των Μαξίμων.
Όμως ο νεαρός Ζερλεντής, έθεσε σε ήσσονα μοίρα τις εμπορικές και οικονομικές ασχολίες, για να αφοσιωθεί εξ’ ολοκλήρου στις προσφιλείς του φιλολογικές και ιδιαίτερα ιστορικές μελέτες.
Στο Λονδίνο αναζητούσε, στις πλούσιες βιβλιοθήκες και στα παλαιοπωλεία, σπάνια βιβλία και κάθε λογής αρχειακό υλικό σχετιζόμενα με την ιστορία της πατρίδας του, κυρίως τη μεσαιωνική και της περιόδου της τουρκοκρατίας. Με δικές του δαπάνες πραγματοποίησε πολλά ταξίδια στην Ολλανδία, την Ιταλία, τη Γαλλία, την Αγγλία, τη Γερμανία, την Τουρκία και σε πολλά νησιά του Αιγαίου χάριν των ιστορικών ερευνών. Έτσι απέκτησε με αγορές πλούσιο αρχειακό υλικό.
Από το 1883 εγκαταστάθηκε οριστικά στην αγαπημένη του γενέτειρα πόλη, την Ερμούπολη. Εκεί αφοσιώθηκε στις ερευνητικές του δραστηριότητες και στη συγγραφή των μελετών του. Σε διάστημα 40 χρόνων (1885-1925) έγραψε περισσότερες από 130 μελέτες.
Η μελέτες του σε αυτοτελή βιβλία ή σε επιστημονικά περιοδικά στηρίζονται σε πρωτογενές αρχειακό υλικό και διαφωτίζουν πολλά σκοτεινά σημεία και άγνωστες πτυχές της εκκλησιαστικής κυρίως αλλά και της πολιτικής ιστορίας της χώρας μας, ιδιαίτερα των Κυκλάδων νήσων, των περιόδων της φραγκοκρατίας και της τουρκοκρατίας.
Τι διαβάσαμε για τους Μηλιγγούς στη wikipedia 

Οι Μηλιγγοί ήταν σλαβική φυλή που εγκαταστάθηκε τον 8ο μ.Χ. αιώνα στη νότια Πελοπόννησο και κυρίως στις δυτικές πλαγιές του Ταϋγέτου. Το ίδιο διάστημα οι Εζερίτες, μία συγγενική τους φυλή, εγκαταστάθηκαν στις ανατολικές περιοχές του νομού Λακωνίας, από την πεδιάδα του Έλους μέχρι το ακρωτήριο Μαλέας και κάποιοι από αυτούς στην Αχαία στην περιοχή που σήμερα αποκαλείται Νεζερά.

Ήταν γνωστοί και ως Μελιγγοί ή ΜελίγγοιΜιλτζάνοιΜιλένζοιΜιλτσάνοι και Μηλίγγοι. Το όνομα “Μελιγγοί” υπάρχει ακόμη σήμερα σε χρήση, όχι στην Πελοπόννησο αλλά στην Ήπειρο, στο όνομα του χωριού Μελιγγοί Ιωαννίνων (340 κάτοικοι στην απογραφή του 2001).

Όπως και οι περισσότεροι Σλάβοι ζούσαν ως κτηνοτρόφοι, αλλά δούλευαν και σε γεωργικές εργασίες. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο, ζούσαν άτακτα και απείθαρχα, και δημιουργούσαν προβλήματα στους ντόπιους με τις αρπαγές και τους εμπρησμούς που έκαναν. Εξεγέρθηκαν αρκετές φορές κατά των Βυζαντινών. Το 842 στάλθηκε από τον Μιχαήλ Γ’ στην περιοχή ο Θεοφύλακτος Βρυέννιος για να υποτάξει τους εξεγερμένους του θέματος Πελοποννήσου, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι Μηλιγγοί και οι Εζερίτες, οι οποίοι υποτάχθηκαν και αναγκάστηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο 60 και 300 χρυσά νομίσματα αντίστοιχα. Αλλά και ο τελευταίος τους ξεσηκωμός, στα χρόνια του Ρωμανού Α’ Λακαπηνού είχε δυσμενή κατάληξη. Το 921 ο στρατηγός Κρινίτης Αροτράςδιατάχθηκε να τους υποτάξει. Η εκστρατεία διήρκεσε από την άνοιξη μέχρι το Νοέμβριο του ιδίου έτους. Οι Μηλιγγοί νικήθηκαν και υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο στην αυτοκρατορία 540 χρυσά νομίσματα, ποσό που αργότερα ελαττώθηκε.

Οι Μηλιγγοί ήταν ειδωλολάτρες και ο εκχριστιανισμός τους άρχισε τον 10ο μ.Χ. αιώνα με τη συμμετοχή ιεραποστόλων, όπως του Νίκωνος του Μετανοείτε. Αυτή ήταν μία πολιτική που συνειδητά ακολουθήθηκε και υποστηρίχθηκε από την αυτοκρατορία για την αφομοίωση των Μηλιγγών.

Όταν έφτασαν οι Φράγκοι στην περιοχή οι Μηλιγγοί διατηρούσαν ακόμη τη φυλετική τους υπόσταση και τους αντιστάθηκαν. Αυτό ανάγκασε τον πρίγκιπα της Αχαΐας, Γουλιέλμο Β’ Βιλλαρδουίνο, να εκστρατεύσει εναντίον τους και να χτίσει τα κάστρα του Μυστρά, της Μαΐνης (ή Μάινας) και του Λεύκτρου (Μπωφόρ) για να τους υποτάξει. Τα κάστρα αυτά εμπόδιζαν την κάθοδο των Μηλιγγών από τα ορεινά στα πεδινά και έτσι δεν μπορούσαν να διαχειμάσουν σε περιοχές με ηπιότερο κλίμα και να βρίσκουν νέα βοσκοτόπια στη διάρκεια του χειμώνα, ούτε μπορούσαν να προμηθευτούν περισσότερα τρόφιμα. Έτσι, αναγκάστηκαν να υποταχθούν στον Γουλιέλμο

Αργότερα, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος κατόρθωσε να τους εκχριστιανίσει πλήρως, και στη συνέχεια αφομοιώθηκαν από το ελληνικό στοιχείο της περιοχής.

Στη δυτική πλευρά του Ταϋγέτου βρισκόταν και ο λεγόμενος Ζυγός του Μελιγγού και ο Δρόγκος του Μελιγγού, ονόματα δοσμένα από τους Μηλιγγούς

 

Τι διαβάσαμε για τους Εζερίτες wikipedia .Οι Εζερίτες (Καθαρεύουσα: Εζερίται) ήταν Σλαβική φυλή που εγκαταστάθηκε τον 8ο μ.Χ. αιώνα στη Πελοπόννησο και κυρίως στο νότιο τμήμα της και πιο συγκεκριμένα στις ανατολικές περιοχές της Λακωνίας, από την πεδιάδα του Έλους μέχρι το ακρωτήριο Μαλέας, ενώ κάποιοι από αυτούς εγκαταστάθηκαν επίσης στην Αχαΐα και κυρίως στην ορεινή περιοχή που σήμερα αποκαλείται Νεζερά. Το ίδιο διάστημα οι Μηλιγγοί, ένα στενά συγγενικό τους φύλο, εγκαταστάθηκαν στις δυτικές πλαγιές του Ταϋγέτου

Το όνομά τους προέρχεται από σλαβική λέξη ezero που σημαίνει λίμνη (και έλος) και απαντάται και σε άλλα σημεία της Ελλάδας ως τοπωνύμιο (Νεζερός).

Εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο προερχόμενοι από την περιοχή του Βιστούλα και του Δουνάβεως, βορειοανατολικά των Καρπαθίων. Όπως και οι περισσότεροι Σλάβοι εκείνη την εποχή, ζούσαν ως κτηνοτρόφοι αλλά δούλευαν και σε γεωργικές εργασίες

Εξεγέρθηκαν αρκετές φορές κατά των Βυζαντινών, αλλά γενικά ήταν πιο φιλήσυχοι από τους Μηλιγγούς. Αναφέρονται οι εξής εξεγέρσεις:

  • Το 783 όπου ο βυζαντινός στρατηγός λογοθέτης του δρόμου και πατρίκιος Σταυράκιος κατατρόπωσε αυτούς τους Εζερίτες που επαναστάτησαν στην Λακεδαίμονα και τους ώθησε στις ανατολικές πλευρές του Ταϋγέτου, όπου διατηρήθηκαν για πολύ καιρό
  • Το 811 όπου ο στρατηγός Λέων Σκληρός κατατρόπωσε όσους Εζερίτες κάτοικους της Ήλιδας επαναστάτησαν κατά των βυζαντινών αρχών και τους εξανάγκασε αν αφήσουν τα πεδινά μέρη και να καταφύγουν στην Ωλένη
  • Το 842 όπου στάλθηκε από τον Μιχαήλ Γ’ στην περιοχή ο Θεοφύλακτος Βρυέννιος για να υποτάξει τους εξεγερμένους του θέματος Πελοποννήσου, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι Μηλιγγοί και οι Εζερίτες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο 60 και 300 χρυσά νομίσματα αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο ο οποίος ήταν αυτοκράτορας μεταξύ 908 και 920, οι Εζερίτες ζούσαν άτακτα και απείθαρχα, και δημιουργούσαν προβλήματα στους ντόπιους με τις αρπαγές και τους εμπρησμούς που έκαναν[1].

  • Το 921 στα χρόνια του Ρωμανού Α’ Λακαπηνού, όπου ήταν ο τελευταίος τους ξεσηκωμός και είχε δυσμενή κατάληξη[1]. Ο στρατηγός Κρινίτης Αροτράς διατάχθηκε να τους αποτρέψει να κάνουν άλλη εξέγερση και να τους υποτάξει. Η εκστρατεία διήρκεσε από την Άνοιξη μέχρι το Νοέμβριο του ιδίου έτους και τους επέβαλλε ετήσιο φόρο 600 χρυσών νομισμάτων ο οποίος μετά από λίγο καιρό μετριάστηκε στο μισό[1].

Οι Εζερίτες μετά τον 10ο αιώνα, σταδιακά εξελληνίστηκαν και συγχωνεύθηκαν με τους υπόλοιπους Πελοποννήσιους.