Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος είναι γνωστός στους αναγνώστες τής ελληνικής πεζογραφίας, αλλά και της αρθρογραφίας των εφημερίδων. Με περισσότερα από είκοσι βιβλία στο ενεργητικό του – από το 1985 που κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα (Ο ψίθυρος της Περσεφόνης – εκδόσεις Άγρα) – και χιλιάδες άρθρα, ανήκει στον χώρο των διανοούμενων που μάχονται και παρεμβαίνουν με τον στοχασμό τους.

Η αρχαιότητα είναι προσφιλής του τόπος και ο ίδιος δεινός της μελετητής. Γνωρίζει καλά τα όρια της μυθοπλασίας και σέβεται απόλυτα την ιστορική αλήθεια.

Το «Σελάνα», ο ίδιος το χαρακτήρισε ως «το μυθιστόρημα του Παρθενώνα». Ούτως ή άλλως, ο Παρθενώνας στέκεται κεντρικός του άξονας. Είναι όμως και το μυθιστόρημα του Ικτίνου.

Ο Ικτίνος είναι ο αρχιτέκτονας που σχεδίασε τον Παρθενώνα. Τα σχέδιά του τα υλοποίησε ο Καλλικράτης. Επίσης, εκτός από τον Παρθενώνα, σχεδίασε και το Τελεστήριο της Ελευσίνας, αλλά και τον περίφημο ναό τού Επικουρίου Απόλλωνα στις Βάσσες τής Φιγαλείας, στα όρια των νομών Ηλείας και Μεσσηνίας, για λογαριασμό των Μεσσηνίων. Αυτά ξέρουμε για τον Ικτίνο και τίποτα που ν’ αφορά τη βιογραφία του.

Έτσι, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, επινοεί τον Ικτίνο, ως άτομο, ως πολίτη της Αθηναϊκής δημοκρατίας, αλλά και ως επιστήμονα. Επινοεί και μια καθημερινότητα για λογαριασμό του. Του χαρίζει μια συναρπαστική ζωή. Μένοντας στα πλαίσια σεβασμού τής καθημερινής ζωής στην Αθήνα τού Περικλή. Δεν αυθαιρετεί σε σχέση με τους χαρακτήρες, ούτε τις διεργασίες των πολιτικών συνθηκών που διαμορφώνουν τον πολιτικό χαρακτήρα τής εποχής, της Αθήνας του 5ου αιώνα.

Αναγνωρίζω ως ιδιαίτερα σημαντικό την απεικόνιση της, την προσέγγιση των κοινωνικών δομών, αλλά και των πολιτικών, και οικονομικών χαρακτηριστικών αυτής της εποχής. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και η επινόηση των χαρακτήρων που θα είχαν κάποια συμμετοχή στην ολοκλήρωση του έργου που κατέκτησε την αθανασία και έγινε παγκόσμιο σύμβολο της αρχιτεκτονικής αρμονίας.

Το άλλο κεντρικό πρόσωπο, είναι αυτό που έχει δώσει το όνομά του στο μυθιστόρημα: Η Σελάνα. Αυλητρίδα, αλλά και παλλακίδα, μυστηριακή μορφή, απεσταλμένη τής Αθηνάς, εκπρόσωπός της στο πλευρό τού Ικτίνου. Ούτως ή άλλως οι θνητοί τής αρχαιότητας επινοούσαν τους θεούς που τους βόλευαν και έδιναν νόημα στις αγωνίες τους.

Η Σελάνα είναι ο καταλύτης της μυθοπλασίας. Αδήλως ή εμφανώς, θα καθοδηγεί τα βήματα του Ικτίνου, του αρχιτέκτονα, του νου που συνέλαβε όλο το μεγαλείο τής αρχιτεκτονικής των αιώνων, του Αθηναίου που πέρασε την Αθήνα τού Περικλή στην ψηλότερη κορυφή τού πολιτισμού όλων των αιώνων, όπως και ο Φειδίας στην κορυφή τής παγκόσμιας Τέχνης.

Περικλής, Θεμιστοκλής, Μιλτιάδης, Φειδίας, Καλλικράτης, Ιππόδαμος και άλλα ιστορικά πρόσωπα, κάποια απ’ αυτά σε πρώτο, κάποια σε δεύτερο πλάνο, θα πλέξουν ως επιμέρους στοιχεία τον μύθο, με τη γυναίκα να έχει τον ενεργό της ρόλο. Η Αξιοθέα (που αξίζει ως θέα – όψη, ή ισάξια θεάς), σύζυγος του Καλλικράτη, αλλά ερωμένη τού Ικτίνου και μητέρα τού γιου του. Η Κωνσταντία στη Σύβαρη, μόνιμη ερωτική σύντροφος της Θεανώς, της συζύγου τού Πυθαγόρα. Η Άννα, η εβραιοπούλα, που εν τέλει είναι νεαρός με θηλυκό πρόσωπο. Η Δόμνα, δούλα τής μητέρας του, που είναι αυτή η οποία του αποκαλύπτει πως δεν είναι γιος τού γνωστού ως πατέρα τού Κλείτου, αλλά του αδελφού του.

Ο έρωτας ως βασικό στοιχείο τής Αθηναϊκής κοινωνίας, με το πορνείο τού Θεσπίωνα να συμπληρώνει την εικόνα, αλλά και η υποταγή στο πνεύμα των θεών. Ένας χάρτης ανθρωπογενών συμπεριφορών, που πάνω του ο συγγραφέας, άλλοτε με σκεπτικισμό, άλλοτε με ελαφρά ειρωνεία, σχεδιάζει αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει σ’ εκείνη την κοινωνία, της οποίας τα σπαράγματα, σήμερα, μας αφηγούνται έναν κόσμο πλήρη εκπλήξεων. Είναι ο κόσμος που γέννησε τους μεγάλους τραγικούς και τους μεγάλους φιλοσόφους, ο κόσμος που έδωσε τον ορισμό τής Ύβρεως, της Μόρφωσης, της Αρχιτεκτονικής, της Γλυπτικής, της Δημοκρατίας («Η δημοκρατία είναι ένας συνεχής αγώνας τής πόλης με τον εαυτό της»).

«Η ύβρις λαγοκοιμάται και καραδοκεί», γράφει ο Θεοδωρόπουλος, που επισημαίνει επίσης: «Η μόρφωση είναι η σύνθεση της γνώσης με την πείρα τής ζωής».

«Ζωή ή τέχνη; Ή μήπως η τέχνη τής ζωής;», αναρωτιέται σε άλλο σημείο τού βιβλίου, ο συγγραφέας, καθώς παρατηρεί εκ του πλησίον την αγωνία τού αρχιτέκτονα να παγιδέψει το φως και τη σκιά. Λέει, ο αφηγητής (ο συγγραφέας) προς τον αρχιτέκτονα (τον επινοημένο): «Ανακάλυψες τα όρια του φωτός και της σκιάς, τα μεταμόρφωσες σε πεντελικό και μέσα τους έκλεισες τη ζωή σου». Αυτή είναι και η περιπέτεια του Παρθενώνα σε σχέση με την ίδια τη φύση, αλλά και τον Χρόνο, όπως και η σχέση τού Παρθενώνα με την Αισθητική.

Βέβαια, θα τολμούσα να διατυπώσω έναν αυθαίρετο συλλογισμό. Ίσως όλα αυτά να υπήρξαν μια δικαιολογία για να μιλήσει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος για την Αθήνα του 5ου αιώνα, έμμεσα πλην καθαρά. Μια Αθήνα, που παρουσίασε σε διάστημα ολίγων χρόνων, τόσα πολλά που ολόκληρα κράτη, ή έθνη δεν παρουσίασαν σε ολόκληρη τη διαδρομή τους, ακόμα και αν αυτή μετρούσε χιλιάδες χρόνια. «Η λιτανεία των ψυχών», γράφει, είναι «ό,τι θα μείνει από την Αθήνα, όταν πια δεν θα υπάρχει η Αθήνα».

Πιστεύω πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που προσφέρει πολλά στον αναγνώστη.