Η θεωρία του Τζων Μέυναρντ Κέυνς διαμορφώθηκε μετά την οικονομική κρίση που προκλήθηκε από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης τον Οκτώβρη του 1929. Στόχος του είναι ένας καλύτερος κόσμος που θα εξασφαλίσει πλήρη απασχόληση στην αγορά εργασίας. Αν και δεν είναι σοσιαλιστής, τοποθετείται υπέρ του καπιταλισμού, υποστηρίζει ότι για να υπάρχει πλήρης απασχόληση πρέπει να παρεμβαίνει η κυβέρνηση στην οικονομία, γιατί η ελεύθερη αγορά δεν αυτορρυθμίζεται (δεν γίνεται εκκαθάριση). Οι ατομικοί παραγωγοί μπορεί να μην βρίσκουν αγοραστές για τα προϊόντα τους, κάτι που σύμφωνα με τον Κέυνς δεν είναι μόνο ατομικό πρόβλημα, αλλά και γενικότερο που αφορά την εθνική οικονομία. Συμφωνεί με τον Karl Marx ότι οι οικονομίες οδηγούνται σε κρίσεις, δηλαδή ανεργία. Η παρέμβαση του κράτους ρυθμίζει τους μισθούς, την παραγωγή και την κατανομή του πλούτου. Προτείνει στη θέση του ιδιοκτήτη τη Συμμετοχική Ένωση.

Από τον Κέυνς έχει πάρει το όνομά της και η Κεϋνσιανή ρύθμιση, η αναδιανομή δηλαδή μέρους των κερδών του κεφαλαίου στις κατώτερες τάξεις, με τη μορφή κοινωνικών και άλλων παροχών, προκειμένου να αποφεύγεται η κοινωνική δυσαρέσκεια και οι αναταραχές. Μια τέτοια ρύθμιση δεν ήταν ποτέ στόχος του ίδιου του Κέυνς. Ο Κέυνς πρότεινε την άνοδο των δημοσίων δαπανών σε περιόδους κρίσεων για να καλύψουν μέρος του ελλείμματος ζήτησης που – υπό προϋποθέσεις – μπορεί να οδηγήσει την οικονομία μακριά από μια θέση ισορροπίας πλήρους απασχόλησης. Οι δημόσιες δαπάνες μπορεί να ξοδεύονται ως επιδόματα ανεργίας κ.λπ., αλλά ο κύριος στόχος δεν είναι η αναδιανομή αλλά η επανόρθωση της ισορροπίας. Μάλιστα η αύξηση της φορολογίας σε περιόδους κρίσης είναι πλήρως αντίθετη στη νοοτροπία του Κέυνς ο οποίος ζητά αύξηση των ελλειμμάτων στις κρίσεις, τα οποία χρηματοδοτούνται από πλεονάσματα στις καλύτερες εποχές.