Γράφει η Εφη Αγραφιώτη
Γεννήθηκε σε οικογένεια με άλλα έντεκα παιδιά, στις 23 Αυγούστου 1858 στη Ρίγα, πέθανε εκεί στις 2 Φεβρουαρίου 1933. Ήταν πιανίστα και  καθηγήτρια πιάνου, συνθέτρια και δυναμική διευθύντρια χορωδιών.
Η πολυμελής οικογένεια von Radecki είχε να υπερηφανεύεται για τους πνευματικούς ανθρώπους που ήταν συγγενείς της. Ο τελευταίος και σπουδαιότερος, γεννήθηκε σαράντα χρόνια μετά την Όλγα και ήταν ο περίφημος συγγραφέας Sigismund von Radecki (1891-1970).
Η μικρή Όλγα μελέτησε αρχικά στην πατρίδα της με τον Julius Ruthardt (1841-1909), βιολονίστα και συνθέτη από τη Στουτγάρδη, όχι σημαντικό και ούτε γνωστό, ο οποίος όμως διέγνωσε την δημιουργική εσωτερικότητα της. Ο δάσκαλος της εργάστηκε και έζησε στη Ρίγα από το 1871μέχρι το 1882. Η μαθήτριά του διέπρεψε στην αρμονία και τη μορφολογία από την αρχή των μαθημάτων, εντυπωσιακό γεγονός για μια σχεδόν δεκαπεντάχρονη κοπέλα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 με επιμονή του καθηγητή της στη Ρίγα, πήγε στη Στουτγάρδη, όπου στο Βασιλικό Ωδείο την άκουσε με ενδιαφέρον ο Ludwig Stark (1831-1884) στα θεωρητικά της μουσικής και ο Sigmund Lebert (1821-1884) στο πιάνο. Η Radecki  μελέτησε μαζί του για μερικούς μήνες ασκούμενη με την πρωτοποριακή τότε μέθοδο του. Να σημειώσουμε ότι η «μέθοδος Lebert- Stark είχε την εποχή εκείνη ξεσηκώσει -άλλους θετικά κι άλλους αρνητικά- τους πιανίστες παιδαγωγούς οι οποίοι ή αρνιόντουσαν την χρησιμότητά της ή υπερθεμάτιζαν, με αναμενόμενο αποτέλεσμα για τον Lebert να έχει κερδίσει, από τις λογομαχίες και την κριτική, τεράστια φήμη. Χάρη σε όλα αυτά προσέλκυε ταλαντούχους μαθητές από όλη την Ευρώπη. Η μέθοδος, για να είμαστε δίκαιοι, άντεξε στο χρόνο και η «πρωτοποριακή»  εικόνα της που αρχικώς ενοχλούσε, συνέχισε ως αποδεδειγμένα χρήσιμη και αποδεκτή πρόταση διδασκαλίας για περισσότερο από έναν αιώνα. Στην Ιταλία κρατά ακόμα σήμερα τη θέση της στον τρόπο διδασκαλίας του πιάνου.
 Το φθινόπωρο του 1880 η Olga von Radecki αποφασίζει να συνεχίσει τις σπουδές της στη Φρανκφούρτη. Η γνωριμία και τα μαθήματα που πήρε από την Clara Schumann που δίδασκε τότε στο ωδείο, για δυο σχολικές χρονιές, στέκονται σταθμός στη μουσική της ωρίμανση αλλά και στην επιλογή της σύνθεσης ως βασικής ενασχόλησης της. Σπούδασε σύνθεση με τον συνθέτη και καθηγητή Joachim Raff (1822-1882)  που για αρκετά χρόνια ήταν συνεργάτης του Listz και εμπνεόμενη από την παρότρυνσή του «να ακολουθήσει, καθότι ικανή, το δύσκολο μεν δρόμο της σύνθεσης που δυστυχώς δεν εκτιμάται ως γυναικεία επιλογή στην Ευρώπη» πήγε τότε για λίγες εβδομάδες στη Λυόν, πόλη φιλόξενη για πολλές τότε γυναίκες συνθέτριες, που έφταναν εκεί για να μελετήσουν σύνθεση σε ένα ειδικό τμήμα σύνθεσης στο Ωδείο, δηλαδή κάτι σαν σεμινάριο μακράς διάρκειας, αποκλειστικά για γυναίκες. Φαίνεται ότι πήρε δύναμη από την εμπειρία αυτή.

Joachim Raff

 

Επιστρέφοντας στη Φρανκφούρτη, τελείωσε τις σπουδές της  και στη συνέχεια ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες επιζητώντας πιο δίκαιη αποδοχή των γυναικών στο μουσικό χώρο και ελπίζοντας σε μια πιο σύγχρονη αντίληψη σχετική με τον μουσικό επαγγελματισμό. Επέλεξε να εγκατασταθεί στη Βοστώνη και επέστρεφε μόνο για διακοπές στην Ρίγα.
Λίγες πληροφορίες υπάρχουν για τις μουσικές της δράσεις κι αυτές βρίσκονται σε μικρά, ιδιωτικά γραμμένα κείμενα, χάρη στον μικρότερο αδελφό της  Maximilian August Ottokar Von Radecki που γεννήθηκε το 1886 και πέθανε το 1985 στα 99 του χρόνια. Δεν υπάρχουν φωτογραφίες, ηχογραφήσεις και ούτε τα έργα της σε εκτυπώσιμη μορφή, εκτός ελαχίστων.
Στις 4 Νοεμβρίου 1882 το κοινό την άκουσε στην πόλη όπου ζούσε, στη Βοστώνη. Σε μια συναυλία της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστώνης, έπαιξε το Capriccio Brillante του Mendelssohn, Op. 22 για πιάνο και ορχήστρα και μια Πολωνέζα του Σοπέν σαν bis. Στο μουσικό περιοδικό Μουσική και κριτική, ( ο τίτλος ενδεχομένως να μην είναι απολύτως ακριβής) ο συντάκτης έγραψε ότι η ταλαντούχα πιανίστα παίζει με πολλή λεπτότητα αλλά χωρίς αρκετή δύναμη. Ευχαρίστησε πάντως με την ερμηνεία το κοινό της συναυλίας.
Στην ίδια περίοδο η Όλγα von Radecki συμμετείχε άλλες δύο φορές στη σειρά συναυλιών της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστόνης, ενώ και αργότερα είχε ευκαιρία να ξαναπαίξει (1886 και 1907).
Ακολούθησαν συναυλίες μουσικής δωματίου όπου έδειξε θαυμάσια τεχνική και μουσική έκφραση στα έργα για βιολί και πιάνο του Μότσαρτ και εντυπωσίασε σε έργα για πιάνο των Σούμαν και Μπετόβεν. Στις συναυλίες αυτές έκανε και κάτι εντελώς απρόσμενο: αυτοσχεδίαζε πάνω σε θέματα άλλων συνθετών κατασκευάζοντας δικά της έργα επί σκηνής, κάτι που της έδωσε ευκαιρίες να εκτιμηθεί ως συνθέτρια, με τον ιδιότυπο αυτό τρόπο.
Στις σόλο εμφανίσεις της και κυρίως όταν έπαιζε έργα της, πήρε κριτικές από καλές μέχρι κακές, ευτυχώς όλοι της έδιναν περιθώρια να αισιοδοξεί, γράφοντας ότι θα ωριμάσει! «Τόσο σπάνιο για γυναίκα να εμφανίζεται σε ρόλο συνθέτη!» «Όταν μια νεαρή κοπέλα  σχεδόν αμέσως μετά το τέλος της μαθητείας είναι σε θέση να κάνει αναζήτηση αξιόλογων έργων για να τα παίξει μαζί με δικά της, τι άλλο να κάνουμε από το να  ελπίζουμε για το γυναικείο φύλο και σε αυτόν τον τομέα!»

Το 1886, η Radecki ταξίδεψε στην Ευρώπη  για να πραγματοποιήσει  συναυλίες. Ηταν η χρονιά που βραβεύτηκε στη Λειψία με το σπουδαίο βραβείο Felix Mendelssohn-Bartholdy. Ολοκλήρωσε την περιοδεία αυτή με την πολυπόθητη επιστροφή στην πατρίδα της, τη Ρίγα. Στη Ρίγα του 1933 το χειμώνα, έμελλε να διαπιστώσει την κλιμακούμενη τραγωδία που διαδέχτηκε την σχετική βελτίωση και άνοδο του επιπέδου ζωής των συμπατριωτών της κατά τη δεκαετία του 1920 αλλά και την ανερχόμενη ανησυχία όλων για το γκρίζο μέλλον που διαφαινόταν. Η Λετονία ήδη ήταν τραγικός μάρτυς μιας χαοτικής περιόδου εμφυλίων και νέων συνοριακών πολέμων στην Ανατολική Ευρώπη που έδειχναν να υποχωρούν μετά το 1920. Κι όμως όλοι ένιωθαν τα χειρότερα έξω από την πόρτα τους. Το ταξίδι του Φεβρουαρίου του 1933 ήταν το αποχαιρετιστήριο προς την ζωή και προς την πατρίδα της. Η τύχη το έφερε να αναχωρήσει από τον κόσμο ετούτο επιστρέφοντας στο σπίτι της.